Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Σκέψεις για το αναζητούμενο πρόγραμμα αναδιάταξης της ελληνικής οικονομίας.

του Κώστα Μελά.

1.
Όλα τα πολιτικά κόμματα διαχρονικά στην Ελλάδα κατέρχονται στις εκλογές με προγράμματα τα οποία με την ποιο μετριοπαθή χαρακτηρισμό αποτελούσαν από τη μια μεριά τρανταχτές ρητορείες και από την άλλη μεριά συνονθύλευμα υποσχέσεων δίχως ιεράρχηση και βεβαίως χωρίς καμία οργανική ένταξη σε κάποιο συνεκτικό σχέδιο εφαρμοσμένης πολιτικής. Το γνωρίζουμε λίγο πολύ όλοι όσοι παρακολουθούμε προσεκτικά τα τεκταινόμενα στην πολιτική ζωή της χώρας. Γενικά τα πολιτικά προγράμματα των ελληνικών κομμάτων λίγο ή σχεδόν καθόλου δεν έχουν να κάνουν με το πρόγραμμα αλλά έχουν να κάνουν πολύ με την έννοια της πολιτικής ως ακραίας βουλησιαρχικής αντίληψης, δηλαδή μιας αντίληψης που αυτονομείται παντελώς από την «άλλη» πραγματικότητα και τους περιορισμούς που αυτή επιβάλλει. Αρθρώνεται  κυριολεκτικά στην προσπάθεια ικανοποίησης όσων περισσοτέρων αιτημάτων προέρχονται από την κοινωνία των ιδιωτών. Αυτό δεν θα ήταν κατακριτέο αν όλα αυτά τα αιτήματα εντασσόταν οργανικά σε κάποιο πρόγραμμα με τρόπο που να μην ερχόταν σε αντίθεση μεταξύ τους. Επίσης δεν θα ήταν κατακριτέο αν όλα αυτά τα αιτήματα οδηγούσαν σε θετικές μακροοικονομικές αποτιμήσεις και όχι μόνο στη δημοσιονομική τους συνιστώσα αν και η τελευταία αποτελεί βασική συνιστώσα.  Όσοι ασχολούνται με την οικονομική πολιτική επιστημονικά και επαγγελματικά , κατανοούν πολύ καλά αυτό που προσπαθώ να διηγηθώ.  Η οικονομική πολιτική ασκείται με την χρήση αριθμών , με ποσοτικοποίηση μεγεθών , με μετρήσεις , εκτιμήσεις και υπολογισμούς.  Η  εφαρμοσμένη οικονομική πολιτική δυστυχώς ασκείται με αυτό τον τρόπο. Οι σκοποί της οικονομικής πολιτικής διακρίνονται σε βραχυχρόνιους (θυμάστε τα προγράμματα των 100 ημερών) και μακροχρόνιους. Υπό ομαλές, κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες , στους βραχυχρόνιους στόχους εντάσσονται η πλήρης απασχόληση , η σταθερότητα του επιπέδου των τιμών και η ισορροπία στο εξωτερικό ισοζύγιο. Υπό μη ομαλές συνθήκες κρίσεως, πτωχεύσεως κτλ, μετά από μελέτη ιεραρχούνται οι βραχυχρόνιοι στόχοι. Οι στόχοι εξειδικεύονται μέσω μακροοικονομικών μεταβλητών και λαμβάνουν ποσοτικά χαρακτηριστικά , για να γίνει κατανοητό γιατί πλαίσιο μεγέθους ομιλούμε.
Τα μέσα επίσης που έχει στη διάθεσή της η εκάστοτε κυβέρνηση δεν είναι ούτε απεριόριστα ούτε και τα διαθέσιμα μπορούν πάντοτε να χρησιμοποιηθούν κατά το δοκούν. Επίσης χρειάζεται να  Επομένως οποιοδήποτε πρόγραμμα δεν  στηρίζεται στην  καταγραφή της οικονομικής πραγματικότητας της χώρας,  δεν περιέχει τους στόχους του προγράμματος ποσοτικοποιημένους, αλλά και τα μέσα και τους τρόπους δεν αποτελεί οικονομικό πρόγραμμα κατά την οικονομική έννοια του όρου αλλά απλά ένα πολιτικό πρόγραμμα  που μπορεί να εξηγεί το γιατί θα πρέπει να οδηγηθούν οι εξελίξεις προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση αλλά δεν εξηγεί το πώς και με ποιόν τρόπο θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Επίσης θα πρέπει να καταγράφονται οι επιπτώσεις ή οι αλλαγές που η ασκούμενη οικονομική πολιτική θα επιφέρει στο σύνολο των μακροοικονομικών  μεταβλητών και πως αυτές θα κατανεμηθούν στα μέλη του κοινωνικού συνόλου. Νομίζω όμως ότι παραβιάζω ανοικτές πόρτες για όλους όσοι έχουν ασκήσει κυβερνητικό έργο ή έχουν εργασιακή εμπειρία σε ανάλογες θέσεις στη σημερινή οικονομική πραγματικότητα. Στο σημείο αυτό θα μπορούσα να προτείνω ως δείγμα οικονομικού προγράμματος το Μνημόνιο που εφαρμόζεται στην χώρα μας. Όχι ως περιεχόμενο, όχι δηλαδή τους στόχους, τα μέσα  και τους τρόπους που  έχουν επιλεγεί , αλλά ως δομή προγράμματος όσον αφορά  στα μακροοικονομικά στοιχεία. Για να δώσω ένα παράδειγμα η ΕΕ επεξεργαζόμενη τα στοιχεία του οικονομικού προγράμματος που εφαρμόζεται κάνει  προβλέψεις τις οποίες δημοσιεύει.
 
Αυτός που θα παρέμβει και θα αλλάξει το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα τι αλλαγές επιδιώκει να επιφέρει στην εξέλιξη των μεγεθών;

2.
Το δεύτερο σημείο στο οποίο θέλω να επιστήσω την προσοχή είναι ότι το διάβασμα της πραγματικότητας   αποτελεί ως εκ τούτου, την αφετηρία  εκδήλωσης όποιων ενεργειών που αποβλέπουν στην αλλαγή  ή την προσαρμογή της. Η σωστή απεικόνιση της πραγματικότητας , φυσικής,   και κυρίως κοινωνικής ,αποτελεί διαχρονικά το ζητούμενο για όλες τις φιλοσοφικές και επιστημονικές θεωρήσεις. Θα προσέθετα αβίαστα ότι το ίδιο συμβαίνει και για την πολιτική πραγματικότητα. Αυτό αφορά σε όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς που επιδιώκουν κατ’ αρχάς την επιβίωσή τους ως απαραίτητης προϋπόθεσης «άσκησης της ελευθερίας τους στον κόσμο».  Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στη ζωή από το να ανακαλύψεις το ακριβές σημείο, από το οποίο πρέπει να παρατηρούνται και να κρίνονται όλα τα πράγματα , και ύστερα να παραμείνεις σ’ αυτό το σημείο , υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο  von Clausewitz[1].   Το βασικό  λάθος που συνήθως γίνεται    συνίσταται στη  συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον , μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων.  Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πως θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι  είναι η πραγματικότητα.  . Οι αναλύσεις τέτοιου είδους στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη,  γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί  χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θα έπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θα έπρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται  μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί.»[2].Το διάβασμα της πραγματικότητας σημαίνει αναζήτηση του ειδοποιού στοιχείου της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής και της ιδιόμορφης αιτιότητας που το διέπει. Δεν θα επιμείνω περισσότερο.