Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Η ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ




                                                                                                               
                                                                                                             Των Σάββα Γ.Ρομπόλη   
                                                                                                      Ομότ.Καθ.Παντείου Πανεπιστημίου
                                                                                                            Βασίλειο Γ.Μπέτση
                                                                                         Υποψ.Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου
Η επικουρική ασφάλιση στην Ελλάδα ακολουθώντας τη στρατηγική πορεία της  διαδοχικότητας, της  αποσπασματικότητας και της πελατειακότητας της κύριας  ασφάλισης,  δημιουργήθηκε  κατά  την  μεσοπολεμική  περίοδο, ως αποτέλεσμα του χαμηλού επιπέδου  των συντάξεων γήρατος. Έτσι,  ιδρύθηκαν  τα  πρώτα  επικουρικά ασφαλιστικά ταμεία  του  ιδιωτικού τομέα  της οικονομίας, όπως: το  επικουρικό ταμείο εργατών μετάλλου(1935), το ταμείο επικουρικής ασφάλισης αρτοποιών (1936),το ταμείο επικουρικής ασφάλισης  προσωπικού εταιρείας τσιμέντων (1937),το ταμείο επικουρικής ασφάλισης προσωπικού εταιρείας λιπασμάτων (1939), κ.λ.π. Η γενίκευση της επικουρικής ασφάλισης  πραγματοποιήθηκε το 1983 με την επέκταση της σε όλους τους μισθωτούς (700.000)  που ήταν ασφαλισμένοι σε ταμείο κύριας ασφάλισης χωρίς παράλληλα να είναι  ασφαλισμένοι σε ταμείο επικουρικής ασφάλισης. Οι εξελίξεις αυτές στην κοινωνική  ασφάλιση  δεν  συνέβαλαν στην επίλυση του κοινωνικο-ασφαλιστικού προβλήματος στην χώρα μας, δεδομένου ότι η συντελούμενη ποσοτική, κατακερματισμένη  και  πελατειακή αύξηση του αριθμού των ασφαλιστικών  ταμείων δεν συμπεριέλαβε  στην ασφάλιση, μεταξύ  άλλων,  μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων. Αυτή η διαχρονική ανισότητα στην κοινωνικο-ασφαλιστική  κάλυψη  των  εργαζομένων  και  ειδικότερα  για τις  παροχές  της  επικουρικής  ασφάλισης, διαπιστώνεται  με τον  πιο εύληπτο τρόπο  και  στις  ημέρες  μας. Πράγματι, η επικουρική ασφάλιση  τον Ιανουάριο του 2015 κάλυπτε  συνταξιοδοτικά  1,605 εκατομ. άτομα  με  συνολική ετήσια δαπάνη ίση με 3,260 δις ευρώ,  ενώ αντίστοιχα τον Ιούλιο του 2016  κάλυπτε  συνταξιοδοτικά 1,675 εκατομ. άτομα με συνολική ετήσια δαπάνη ίση με 3,251 δις ευρώ, ενώ  ο  αριθμός  των συνταξιούχων  κύριας  ασφάλισης  τον  Ιανουάριο  του  2015  ήταν 2,760  εκατομ. άτομα  και  τον  Ιούλιο του 2016 ήταν 2,916 εκατομ.  άτομα. Με  άλλα  λόγια,  εκτός  από  την  ανισότητα της  κοινωνικο-ασφαλιστικής κάλυψης, διαπιστώνεται ότι η αύξηση του αριθμού των παρεχόμενων συντάξεων κατά 4% το  τελευταίο έτος δεν  επηρέασε  αυξητικά  τη  συνταξιοδοτική  δαπάνη,  γεγονός που αποδεικνύει την μείωση του μέσου επιπέδου των επικουρικών συντάξεων. Σημειώνεται ότι στα προαναφερόμενα ποσά δεν περιλαμβάνονται  οι συντάξεις που εκκρεμεί η  χορήγηση  τους μέχρι και δύο έτη. Λαμβάνοντας υπόψη και τις εκκρεμείς επικουρικές συντάξεις η ετήσια δαπάνη προσεγγίζει το 2,4% του ΑΕΠ του 2015, δηλαδή  στα 4,2 δις ευρώ περίπου. Όμως  πρόσφατα, σύμφωνα με τον Ν.4387/2016 η επικουρική ασφάλιση από 1/1/2015 και εφεξής, θα λειτουργεί με το σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης (ατομικοί λογαριασμοί) και την εφαρμογή αυτόματων χρηματοοικονομικών σταθεροποιητών (ρήτρα βιωσιμότητας), δηλαδή  ρήτρα μηδενικού ελλείμματος και συντελεστής συσσώρευσης, οι οποίοι ενσωματώνουν τις επιδράσεις των  κύκλων της οικονομίας,  όπως δηλαδή λειτουργεί το σουηδικό μοντέλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών παρακρατούν τις υπερβάλλουσες εισφορές των ασφαλισμένων (όπως σε περιπτώσεις οικονομικής ανάπτυξης), για την χρηματοδότηση έκτακτων καταστάσεων του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος όπως είναι π.χ. το φαινόμενο του baby-booming. Με άλλα λόγια, το σύστημα της νοητής κεφαλαιοποίησης «ιδιωτικοποιεί» το όφελος και κοινωνικοποιεί το κόστος. Τα σοβαρά αυτά προβλήματα του σουηδικού συνταξιοδοτικού μοντέλου που εμφανίσθηκαν  κατά την πρώτη δεκαετία της εφαρμογής του έχουν προκαλέσει σοβαρές συζητήσεις στην διεθνή βιβλιογραφία αλλά και μεταξύ των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της συγκεκριμένης χώρας, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο σύστημα της νοητής κεφαλαιοποίησης επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην χρηματοοικονομική του σταθερότητα, αδιαφορώντας παντελώς για την εγγύηση και την επάρκεια των συνταξιοδοτικών του παροχών, οι οποίες είναι αδύνατον να υπολογισθούν γιατί με την λειτουργία του αυτόματου σταθεροποιητή (συσσώρευση κεφαλαίου με βάση τις εισφορές και ρήτρα μηδενικού ελλείμματος) είναι εξ’ αντικειμένου αβέβαιο να προσδιοριστούν. Έτσι, συντελείται η ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών κινδύνων σε όρους ατομικότητας και χρησιμότητας και όχι σε όρους συλλογικότητας-κοινωνικότητας καθώς και ικανοποίησης  των κοινωνικών αναγκών, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων  στο παρόν και το μέλλον. Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, η εφαρμογή του NDC (σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης), σύμφωνα με  τις μελέτες των δανειστών, προβλέπει ότι ο μέσος συντελεστής αναπλήρωσης στην επικουρική σύνταξη θα μειωθεί στο 8% μέχρι το 2030 από το επίπεδο του 16% που ήταν το 2015, με αποτέλεσμα  το μέσο επίπεδο της επικουρικής σύνταξης να διαμορφωθεί στο επίπεδο των 100€ μηνιαίως. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ίδιοι οι εμπνευστές του σουηδικού μοντέλου, στην αυτοκριτική τους δέκα χρόνια μετά την εφαρμογή του, αναγνωρίζουν το λάθος τους το οποίο συνίσταται  στην αποκλειστική προσήλωση του στην χρηματοοικονομική σταθερότητα του συστήματος. Η προσήλωση  αυτή στέρησε την επικουρική ασφάλιση από την αλληλεγγύη, η οποία  αποτελεί την  βασική αρχή της κοινωνικής ασφάλισης, με  αποτέλεσμα  την μείωση του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων (K.G. Scherman, 2003), αφού ο χρηματοοικονομικός και ο δημογραφικός κίνδυνος καθώς και η επίδραση της μείωσης του επιπέδου της παραγωγικότητας της εργασίας επιρρίπτονται εξ’ ολοκλήρου στον ασφαλισμένο, ο οποίος υπόκεινται στον κίνδυνο των χρηματαγορών και των κεφαλαιαγορών. Αντίθετα, η ανακοπή  αυτών των δυσμενών εξελίξεων,  προϋποθέτει  την διαμόρφωση μίας εναλλακτικής προοπτικής  της επικουρικής  ασφάλισης, η οποία  συνίσταται  στην ακύρωση  της  εφαρμογής του  συστήματος νοητής κεφαλαιοποίησης (ρήτρα μηδενικού ελλείμματος) και την εγκαθίδρυση του διανεμητικού συστήματος καθορισμένων παροχών. Στην  κατεύθυνση αυτή απαιτείται  η υλοποίηση συγκεκριμένων  και αποτελεσματικών μέτρων, για την ουσιαστική αντιμετώπιση του δημογραφικού ελλείμματος και την ενίσχυση σταθεροποιητών, όπως η παραγωγικότητα της εργασίας και οι αναπτυξιακές πολιτικές. Από την άποψη αυτή, αξίζει  να  σημειωθεί  ότι η επίτευξη ενός μέσου ετήσιου ρυθμού ανάκαμψης 1,5% της ελληνικής  οικονομίας, σταθεροποιεί το συντελεστή αναπλήρωσης της επικουρικής σύνταξης στο επίπεδο του 13% μέχρι το 2060, ανακόπτοντας την στρατηγική των δανειστών που υλοποιείται με την πτωτική τάση του συντελεστή αναπλήρωσης στο επίπεδο του 8% και την περαιτέρω μείωση των επικουρικών συντάξεων.







Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Λίγες σκέψεις για την αυτοεικόνα των Γερμανών[i].



του Κώστα Μελά.

Η εικόνα του εθνικού παρελθόντος αποτελεί μέρος της αυτοεικόνας κάθε λαού.  Είναι  εντελώς συνηθισμένο, στα έθνη γενικά, οι άνθρωποι να γαλουχούνται με αντιλήψεις  αναφορικά με την αξία και τη σπουδαιότητα του έθνους τους οι οποίες πλειοδοτούσαν κατά πολύ έναντι κάθε νηφάλιας αποτίμησης στηριζομένης  στα αντικειμενικά δεδομένα. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά τα πράγματα στην Γερμανία.
 Όπως συμβαίνει  παντού, έτσι και στη Γερμανία, το ρεαλιστικό αίσθημα υπερηφάνειας για τα εθνικά επιτεύγματα και τα εθνικά χαρακτηριστικά τους  μεταλλάχθηκε ανεπαίσθητα σε μια υπερηφάνεια η οποία αφορούσε κατορθώματα και γνωρίσματα υπερμεγεθυμένα ή και εντελώς φανταστικά.
Όμως , στην Γερμανία, για  κοινωνιοεξελικτικούς  και πολιτισμικούς  λόγους δημιουργήθηκε μια κατάσταση στην οποία το επίπεδο της εθνικής αυτοσυνείδησης ανάμεσα στην υπερηφάνεια και στην αλαζονεία παρέμεινε σχετικά επισφαλής και ευάλωτη.
Η μετεξέλιξη της Γερμανίας, αρχικά σε ενιαίο απολυταρχικό  κράτος και κατόπιν σε ενιαίο εθνικό κράτος, συντελέστηκε με πολύ βραδείς ρυθμούς και με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με άλλα υπόλοιπα ευρωπαϊκά απολυταρχικά ή εθνικά κράτη.
Τα ανερχόμενα  γερμανικά μεσαία στρώματα , αισθανόμενα μειονεκτικά  έναντι των αντίστοιχων αγγλικών και γαλλικών,  λόγω της αργοπορημένης ανάπτυξής τους, στράφηκαν στην ανάδειξη ορισμένων συλλογικών επιτευγμάτων σε τομείς της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας, της μουσικής και άλλων τεχνών – δηλαδή σε αυτό που ονομάστηκε γερμανική Kultur (σε αντίθεση με τον όρο civilization που χρησιμοποιούν οι αγγλοσάξονες).
Σε σύγκριση με άλλες χώρες (πχ Αγγλία) οι Γερμανοί διέθεταν μια αόριστη εικόνα για την πατρίδα τους και τα εθνικά χαρακτηριστικά της. Δεν υπήρχε κάποιος «τρόπος ζωής» ο οποίος να λογίζεται στη σκέψη και στον λόγο ως χαρακτηριστικά γερμανικός. Το μόνο ειδικά γερμανικό ήταν μια γενική κοσμοθεώρηση, ένας ιδιαίτερος τύπος πεποιθήσεων, και τίποτε παραπάνω.
Έτσι  ο Γερμανός κυρίως αισθανόταν αυτή την αξία και ελάχιστα την βίωνε στην καθημερινή του πραγματικότητα.  Δεν απόρρεε δηλαδή, από την γερμανική αυτοεικόνα , τίποτε που να μπορεί να ληφθεί ως κανόνας πρακτικής καθοδήγησης στην καθημερινή ζωή , με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να βασίζονται μόνο στις ατομικές τους προσλήψεις.  Δεν συνδεόταν μ’ έναν συγκεκριμένο κώδικα διαγωγής που να παρέχει στα άτομα ένα μέτρο σχετικά σταθερό, εσωτερικευμένο υπό τη μορφή ενός στρώματος της ατομικής τους συνείδησης, με βάση το οποίο θα έκριναν τους άλλους και τον εαυτό τους.
Την εθνική συνείδηση εκτός από αίσθηση , η μεγάλη μάζα των Γερμανών, την βίωνε κυρίως σε εορτασμούς , επίσημες αργίες  και προπαντός σε κρίσεις και καταστάσεις κινδύνου. Σε αυτές τις στιγμές  ο γερμανικός λαός συνειρμικά οδηγούνταν σε μια εθνική ανάταση η οποία συνόρευε με το ιερό με έντονα μυστικιστικά στοιχεία. Κατά τη διάρκεια αιώνων απολυταρχικής εξουσίας, οι Γερμανοί είχαν καλλιεργήσει μια σιωπηρή λαχτάρα για εθνικά ιδεώδη, πεποιθήσεις , βασικές  αρχές και πρότυπα.
Σε ομαλές  περιόδους η μεγάλη ιδεατή εικόνα της Γερμανίας βρισκόταν στο παρασκήνιο. Έδινε λίγη απ’ τη λάμψη της στη ζωή του γερμανικού λαού τις μέρες γιορτής. Έριχνε όμως και μια βαριά σκιά. Η εικόνα αυτή ήταν τόσο εξυψωμένη, ώστε πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν τα καθημερινά δρώμενα της πολιτικής ζωής αποκρουστικά και ασήμαντα.
Το βαθύ χάσμα ανάμεσα στο ιδανικό και στην πραγματικότητα, ανάμεσα στο εξαιρετικό και στο κανονικό, είχε κι απ’ αυτή την άποψη ευρύτατες συνέπειες: η πραγματικότητα και η κανονικότητα απαξιώνονταν ως ασήμαντες και ανούσιες.
Την συγκεκριμένη  τάση των Γερμανών να αναζητούν ένα συλλογικό ιδανικό έξω από την καθημερινή ζωή την ενίσχυε και, στην πραγματικότητα, την αναπαρήγε η εικόνα ενός τάχα χαμένου εθνικού μεγαλείου.
Αυτό συνέβαινε διαμέσου της εξιδανικευμένης εικόνας του ισχυρού Ράιχ του παρελθόντος , την οποία κάθε Γερμανός και κάθε Γερμανίδα είχαν αφομοιώσει ως μέρος της ταυτότητάς τους και η οποία αποτελούσε μέρος της απάντησης στο ερώτημα: «Τι είμαι ως Γερμανός;».
Αυτό το Ράιχ, αυτή η ιδεατή εικόνα της Γερμανίας, επανερχόταν σταθερά ως σημείο αναφοράς για χειροπιαστή δράση σε κρίσιμες καταστάσεις. Αποτελούσε σύμβολο πίσω απ’ το οποίο συσπειρώνονταν οι Γερμανοί. Κινητοποιούσε ισχυρές συναισθηματικές δυνάμεις. Η πραγματική και η ιδεατή Γερμανία έρχονταν πιο κοντά. Κάποιες φορές, για σύντομο διάστημα, έφτασαν σχεδόν να ταυτιστούν. Σε τέτοιες καταστάσεις, η απολυτότητα και η αδιαλλαξία του γερμανικού εθνικού ιδανικού δικαιώνονταν πλήρως.
 Όταν το ζήτημα είχε να κάνει με την αποκατάσταση της παλαιάς δόξας της Γερμανίας η πραγματική πολιτική κατάσταση μπορούσε να παραγνωριστεί πλήρως. Ήταν αδιανόητο να υπάρξει η οποιαδήποτε υποχώρηση.
Ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Γερμανών, τα οποία έχουν θεωρηθεί ως επικίνδυνα (ισχυρή δόση επιθετικότητας και καταστρεπτικότητας) οφείλονται  περισσότερο σε μια τάση που έχει ενσταλαχτεί στους Γερμανούς, όχι μόνο από την παράδοση συμπεριφορών τους, αλλά και από την παράδοση συμπεριφορών τους, αλλά και την συνδυαστική επίδραση των επαναλαμβανόμενων ιστορικών βιωμάτων, της εκπαίδευσης και της προπαγάνδας- στην τάση τους, σε κρίσιμες καταστάσεις, όταν γινόταν επίκληση του υπερμεγεθυμένου ιδεατού «εμείς» τους , να ενεργούν στο όνομα της Γερμανίας τόσο τυφλά όσο το απαιτούσε το υψηλό ιδανικό τους, δηλαδή αδιαφορώντας για αυτό που οι άλλοι αποκαλούσα «σκληρή πραγματικότητα», δίχως να λογαριάζουν τις συνέπειες για τους υπόλοιπους και για τους εαυτούς τους. Στο βωμό της ιδεατής Γερμανίας τα πάντα φαίνονταν δυνατά κι επιτρεπτά.
Ο πατριωτισμός των Γερμανών είναι κατά βάση ρομαντικός.   Και για αυτό επικίνδυνος.


[i] Ίσως να συμβάλλει στην κατανόηση της σημερινής στάσης της Γερμανίας.

Ταγίπ Ρετζέπ Ερντογάν: ένας καλός εργοδότης



του Νίκου Μπινιάρη.

Όσοι ασχολούνται με τα ζητήματα της Τουρκίας, είτε διεθνολόγοι, είτε τουρκολόγοι, είτε πολιτικοί επιστήμονες, διατηρούν μια μόνιμη και «προσοδοφόρα» ενασχόληση, έχοντας εργοδότη τους τον Πρόεδρο της Γείτονος και «συμμάχου» Τουρκίας, Ερντογάν. Ο εν λόγω ψηλός, ξανθός και συχνά θυμωμένος κύριος τροφοδοτεί με ειδήσεις και σχόλια όσους παρακολουθούν τα έργα και τις ημέρες του. Το τελευταίο κατόρθωμά του ήταν η επίθεσή του στον Κεμάλ Ατατούρκ, τον ιδρυτή και θεμελιωτή της σύγχρονης Τουρκίας, δια μέσου της επιθέσεώς του κατά της Συνθήκης της Λοζάνης.
Στην Ελλάδα είθισται, διαχρονικά και υπό όλων των ειδών των κυβερνήσεων, οι εκάστοτε δηλώσεις των Τούρκων ηγετών να χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: αυτές οι οποίες απευθύνονται στο εσωτερικό της Τουρκίας και αυτές που απευθύνονται προς το εξωτερικό, Αμερική, ΝΑΤΟ, Ρωσία, κλπ.  Αυτή η διάκριση γίνεται με απώτερο σκοπό να καθησυχάσει  την εδώ κοινή γνώμη μια και επιθετικές δηλώσεις για το Αιγαίο, την ΑΟΖ την Κύπρο, την στήριξη των Σκοπίων ή των βλέψεων της Αλβανίας, μπορούν να ερμηνευθούν ως δηλώσεις για εσωτερική εθνικιστική κατανάλωση. Από την άλλη πλευρά οι συχνότατες επιθετικές ενέργειες στο Αιγαίο, σε θάλασσα και αέρα ερμηνεύονται ως φαινόμενα «ρουτίνας» μετά από τόσες δεκαετίες επαναληπτικά  καταθλιπτικές πρακτικές.
Η αντίδραση των Αθηνών, διαχρονικά, μπορεί να περιγραφεί ως στρουθοκαμηλισμός, το λιγότερο, αλλά και ως καθολική άρνηση της πραγματικότητας, εφόσον η ελληνική στάση σε όλα τα θέματα είναι ή να ομφαλοσκοπεί ή η καθολική επίρριψη των προβλημάτων στην αυλή των οποιοδήποτε άλλων. Επειδή οι βλέψεις και οι κινήσεις  της Τουρκίας είναι θέμα υπαρξιακό για τον ελληνισμό μετά την έμμεση αλλά σαφή αμφισβήτηση της Συνθήκη της Λοζάνης η επίρριψη του προβλήματος στους άλλους παίρνει την γνώριμη οδό η οποία οδηγεί  στους ακαθόριστους αλλά προσφιλείς ατραπούς του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών.
Είναι ήδη προφανές το πόσο οι πάντες σέβονται, τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο στο ζήτημα της Κύπρου. Είναι προφανές το πόσο σέβονται το διεθνές δίκαιο οι μεγάλες δυνάμεις, ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα όταν διακυβεύονται τα δικά τους συμφέροντα ή συμμαχίες όπως στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, τη Συρία, την Ουκρανία, τη θάλασσα της Κίνας. Καθίσταται, από όλα τα παραπάνω, πως το μόνο προφανές είναι πως ισχύει και πάλι το δίκαιο του ισχυροτέρου.  Θλιβερό και ανέντιμο, μια οπισθοδρόμηση η οποία όμως δεν έχει ποτέ αναιρεθεί από την ίδια την ιστορία.
Η περιγραφή της πραγματικότητας σε σχέση με την Τουρκία είναι ευδιάκριτη για όσους έχουν μάτια αλλά και θέλουν να δουν. Η Τουρκία πέραν της Κύπρου έχει στρατεύματα στη Συρία, στο Ιράκ, όπου ο Πρόεδρος δήλωσε πως η Τουρκία θα παίξει ρόλο στην ανακατάληψη της Μοσούλης, δηλαδή έμπρακτη αναίρεση της Συνθήκης της Λοζάνης, και μόλις χτες άνοιξε τη στρατιωτική της βάση στη Σομαλία η οποία έχει και την αποστολή της εκπαίδευσης του σομαλικού στρατού για την αντιμετώπιση των Σομαλών τζιχαντιστών αλλά και πειρατών. Προσφέρει δηλαδή η Τουρκία μια χείρα βοηθείας προς τους Δυτικούς ως προπύργιο κατά της τρομοκρατίας και της πειρατείας η οποία απειλεί το διεθνές εμπόριο.
Στο απάνθρωπο δε θέατρο συγκρούσεων της Συρίας, η περιγραφή τους ως «εμφύλιες» μας αναγκάζει να γίνουμε ευφάνταστοι αναλυτές του τί ακριβώς σημαίνει «εμφύλιος» όταν στη Συρία το ζήτημα δεν είναι το ποιος συμμετέχει στις συγκρούσεις αλλά το ποιος λείπει. Προφανώς η Ελλάς, οι νήσοι Φερόες και πιθανώς η Ισλανδία και η Μαδαγασκάρη. Οι τελευταίες αναλύσεις μάλιστα μιλούν για τον εξοπλισμό αντι-κινέζων ανταρτών κατά κινέζων οι οποίοι βρίσκονται στη Συρία αλλά και Ιουγούρων οι οποίοι βρίσκονται στην Κίνα από τους συνήθεις ύποπτους, τις ΗΠΑ. 
Δυστυχώς, για να επιστρέψουμε στην προσφιλή μας ανάλυση του απαράμιλλου Ισλαμιστή ηγέτη Ερντογάν, οι ευφυείς προσποιήσεις του ελληνικού ΥΠΕΞ, διαχρονικά, δεν έχουν πια το βάθος χρόνου που είχαν άλλοτε. Επί σειρά δεκαετιών η ελληνική εξωτερική πολιτική βασίζονταν στην υπόθεση της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ και ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα μιας τέτοιας κοσμογονικής αλλαγής στα τουρκικά πράγματα, θα έφερνε πιο «πολιτισμένες» και φιλικές λύσεις στις διεκδικήσεις της Τουρκίας. Ήδη όμως η Τουρκία κρατάει όμηρο την ΕΕ με το ζήτημα των προσφύγων και οικονομικών μεταναστών αλλά κυρίως κρατάει όμηρο την Ελλάδα η οποία, όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, θα βρεθεί να πληρώσει το μάρμαρο της άρνησης της ΕΕ να προχωρήσει στην ένταξη της Τουρκίας στους κόλπους της.
Η διαχρονική ελληνική πολιτική της ειρήνευσης με την Τουρκία ως αρχή δεν ήταν λάθος. Ούτε η δεξιά, ούτε η αριστερά, ούτε το βενιζελικό φιλελεύθερο κέντρο είχαν ποτέ ρεβανσιστικές βλέψεις κατά της Τουρκίας μετά το 1922. Η Ελλάδα γεωστρατηγικά δεν έχει δυνατότητες επίθεσης παρά μόνο άμυνας. Αυτό βέβαια δεν αλλάζει την αφόρητη πίεση μετά το 1974 κατά των ελληνικών κυβερνήσεων για την εξεύρεση λύσεων στα μέτρα του τουρκικού επεκτατισμού.
Ο φθόνος του Ερντογάν για τον Κεμάλ, και η αντικατάσταση της Συνθήκης της Λοζάνης από μια ανερχόμενη νέο-Οθωμανική Τουρκία με ήρωα τον Ερντογάν θα στοιχίσει ακριβά και στην Τουρκία και στους γείτονές της. Ένας από αυτούς είμαστε εμείς. Δεν κινδυνεύουμε από άμεση τουρκική επίθεση, κινδυνεύουμε όμως να βρεθούμε κάποια στιγμή υποχρεωμένοι να δεχτούμε όρους υπαρξιακά απαράδεκτους.