Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Παραγωγή και Παραγωγικότητα : μια σχέση που χρειάζεται διερεύνηση;


του Κώστα Μελά.


1.
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία για την ελληνική οικονομία ,υπάρχει (ισχυρή) θετική συσχέτιση ,μεταξύ αύξησης του προϊόντος και αύξησης της παραγωγικότητας [1]. Όμως ποια είναι η σχέση αιτίου –αιτιατού; Η αύξηση ξεκινά από την παραγωγή και κατευθύνεται στην παραγωγικότητα ή το αντίθετο; Σύμφωνα με όλες τις αναλύσεις  η σχέση αιτίου και αιτιατού λειτουργεί από την αύξηση της παραγωγής προς την αύξηση της παραγωγικότητας , όχι το αντίστροφο. Δηλαδή , βραχυπρόθεσμα, η αύξηση στην παραγωγή οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας [2]. Αυτό οφείλεται πρωταρχικά στη λειτουργία του νόμου του Okun[3].  .  Η εξήγηση είναι απλή:  σε  δύσκολους περιόδους οι επιχειρήσεις προβαίνουν σε αποθεματοποίηση εργασίας – κρατούν περισσότερους εργαζόμενους από όσους χρειάζονται για την τρέχουσα παραγωγή.  Όταν η ζήτηση αγαθών αυξηθεί για οποιονδήποτε λόγο, οι επιχειρήσεις ανταποκρίνονται αυξάνοντας εν μέρει την απασχόληση και εν μέρει έχοντας τους υπάρχοντες εργαζόμενους να δουλεύουν σκληρότερα. Αυτός είναι ο λόγος  που οι αυξήσεις στην παραγωγή οδηγούν σε αυξήσεις στην παραγωγικότητα. Δηλαδή οι διοικούντες τις επιχειρήσεις ασκούν διοίκηση , απολύοντας τους κατά την άποψή τους λιγότερο αποδοτικούς εργαζομένους και διατηρώντας στην εργασία έναν αριθμό εργαζομένων υψηλότερο από αυτόν που τους είναι χρήσιμος στην παρούσα συγκυρία, με στόχο την άμεση ανταπόκριση σε αυξημένη ζήτηση. Η αρχή αυτή δυστυχώς δεν εφαρμόστηκε ούτε κατά το ελάχιστο στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας. Ουσιαστικά διαπιστώνεται άρνηση διοίκησης εκ μέρους της Τρόικας αλλά και του ελληνικού κράτους. Οι οριζόντιες περικοπές επί δικαίων και αδίκων , οι μονομερείς και βίαιες αποδιαρθρώσεις των αγορών εργασίας και προϊόντων, δεν συνιστούν άσκηση οικονομικής πολιτικής αλλά απλά διαδικασίες μονόπλευρου γκρεμίσματος και υποβάθμισης όλου του πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας των τελευταίων 40 ετών για να μην πούμε περισσότερο. Είναι αφελές να πιστεύει ο οποιοσδήποτε ότι αυτή η τόσο βίαιη διάλυση του πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας και της κοινωνίας  θα δημιουργήσει ένα νέο ισχυρό πλαίσιο λειτουργίας όπως θεωρούν οι θιασώτες αυτών των απόψεων και ότι  δεν θα οδηγήσει  βραχυχρονίως  σε διαλυτικά γεγονότα και μακροχρονίως στην επαναφορά εκείνων των λειτουργιών και  καταστάσεων  τις οποίες το κοινωνικό σύνολο θεωρεί οικείες και ασφαλείς.  




Πίνακας 1
Σχέσεις μεταξύ Παραγωγικότητας , Ανεργίας , Πληθωρισμού και Ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Ελληνική Οικονομία.


Ρυθμός Μεγέθυνσης ΑΕΠ
Παραγωγικότητα Εργασίας
% Ανεργίας
Πληθωρισμός (Αποπληθωριστής ΑΕΠ)
Ρυθμός μεταβολής Ανεργίας
1961-1973
8,5
9,0
4,4
4,4
-
1974-1985
1,7
0,7
3,8
19,1

1986-1990
1,2
0,5
6,6
17,2

1991-1995
1,2
0,6
8,3
13,9

1996-2000
3,4
2,9
10,7
5,1

2001-2005
4,0
2,7
10,2
3,2

2006
5,5
3,6
8,9
2,5

2007
3,0
1,4
8,3
3,5

2008
-0,2
-0,9
7,7
4,7

2009
-3,2
-3,0
9,5
2,8

2010
-3,5
-1,7
12,6
1,7

2011
-5,5
0,2
16,6
0,2

2012






Πηγή: European Economic Forecast – Autumn 2011.   

2.

Για να μπορέσουμε να σκεφτούμε σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη ανταπόκριση της παραγωγής σε μια αλλαγή στην παραγωγικότητα βραχυπρόθεσμα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ένα θεωρητικό υπόδειγμα. Χρησιμοποιούμε για το ζήτημα αυτό το υπόδειγμα συνολικής προσφοράς (σπ) και συνολικής ζήτησης (σζ). Τα βασικά χαρακτηριστικά του οποίου είναι τα ακόλουθα:
-          Το σημείο τομής των δύο καμπυλών (σπ. – σζ) καθορίζει το επίπεδο της παραγωγής.
-          Η σχέση σζ δίνει την παραγωγή για ένα δεδομένο επίπεδο τιμών. Έχει αρνητική κλίση. Μια αύξηση των τιμών οδηγεί σε μείωση του επιπέδου παραγωγής. Η εξήγηση είναι: μια αύξηση στο επίπεδο τιμών οδηγεί σε μείωση του αποθέματος πραγματικού χρήματος. Αυτό οδηγεί σε αύξηση του ύψους του επιτοκίου και σε μείωση της παραγωγής.

Ας θεωρήσουμε ότι αυξάνει η παραγωγικότητα. Η επίπτωση μιας αύξησης της παραγωγικότητας είναι η μείωση του όγκου της εργασίας που απαιτείται για την επίτευξη μιας μονάδας παραγωγής , μειώνοντας το κόστος για τις εταιρίες. Αυτό οδηγεί τις εταιρίες να μειώσουν την τιμή που χρεώνουν σε κάθε επίπεδο της παραγωγής. Αυτά είναι τα αναμενόμενα αποτελέσματα από την πλευρά της συνολικής καμπύλης προσφοράς.
Τώρα τίθεται η ακόλουθη ερώτηση : μια αύξηση στην παραγωγικότητα αυξάνει ή μειώνει τη ζήτηση αγαθών σε ένα δεδομένο επίπεδο τιμών; Δεν υπάρχει γενική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Η απάντηση εξαρτάται από το τι πυροδότησε εξαρχής την αύξηση της παραγωγικότητας.
-          Αν αυτό ήταν από την εκτεταμένη εφαρμογή μιας νέας τεχνολογικής εφεύρεσης ή από τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό (επενδύσεις σε μηχανήματα και ηλεκτρονικά μέσα) ή ακόμα από έργα υποδομής που αποτελούν προϋπόθεση για την πραγμάτωση των επενδύσεων μπορεί να παρουσιαστεί αύξηση της ζήτησης  με δεδομένο το επίπεδο τιμών. Συνεπώς η  επενδυτική δαπάνη (γενικά και ειδικά) μπορεί να αυξήσει τη ζήτηση και να δημιουργήσει θετικές προσδοκίες μεγέθυνσης της οικονομίας 
-          Αν όμως αυτό προέρχεται από την «αποτελεσματική» χρήση των υφισταμένων τεχνολογιών και τις αναδιοργανώσεις – διαρθρωτικές αλλαγές που επί της ουσίας επιβάλλουν «συρρίκνωση» στην οικονομία τότε δεν υπάρχει προϋπόθεση αύξησης της ζήτησης.  Η αναδιοργάνωση- συρρίκνωση δεν απαιτεί σχεδόν καθόλου νέες επενδύσεις. Βασική συνέπεια των αναδιοργανώσεων τέτοιου είδους είναι η απώλεια θέσεων εργασίας και η αύξηση της ανεργίας. Ουσιαστικά επιχειρείται αύξηση της παραγωγικότητας με φθίνοντες ρυθμούς μεταβολής τόσο του παραγόμενου προϊόντος όσο και του αριθμού των απασχολουμένων με τη διαφορά μόνο ότι οι ρυθμοί μείωσης της απασχόλησης  είναι (ή θα πρέπει να είναι) μεγαλύτεροι από τους αντίστοιχους του παραγόμενου προϊόντος.






3.
Κατά τα έτη 1995-2002, η παραγωγικότητα αυξανόταν στην Ελλάδα με πολύ υψηλότερους ρυθμούς σε σύγκριση με τις περιοχές αναφοράς, και εν συνεχεία, μέχρι και το 2008, η απόσταση που χωρίζει την παραγωγικότητα στην Ελλάδα από την μέση παραγωγικότητα στην ευρωζώνη, την ΕΕ-15 ή την Γερμανία,  σταθεροποιήθηκε. Με άλλα λόγια, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας στην Ελλάδα παρέμενε περίπου ίσος με το αντίστοιχο μέσο μέγεθος στις περιοχές αναφοράς. Το άλμα που πραγματοποίησε η ελληνική οικονομία, σε ό, τι αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας κατά την περίοδο 1995-2008, αναβάθμισε την θέση της στην κατάταξη των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ευρώπης με κριτήριο την παραγωγικότητα. Σε σχέση με την ΕΕ των 15 "παλαιών" χωρών μελών, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ανερχόταν το 2009 σε 89% του μέσου όρου, ενώ σε σχέση με την Ευρώπη των 27, το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν σε 97%. Ο ρυθμός μεγέθυνσης της παραγωγής  την ίδια περίοδο ήταν πολύ μεγαλύτερος από την αύξηση της παραγωγικότητας.









Πίνακας 2

     Παραγωγικότητα Εργασίας στην Ελλάδα, ΕΕ-15, ΕΕ-27.


ΕΕ-15
ΕΕ-27
Ελλάδα

1991-95
2.0

0.6

1996-00
1.5
2.5
2.9

2001
1.0 (μέσος όρος περιόδου 20 01-2005)
1.4
2.7 (μέσος όρος περιόδου 20 01-2005)

02

1.5


03

1.2


04

2.0


05

1.1


06
1.8
1.8
 3.6

07
1.4
1.4
 1.4

08
-0.6
-0.6
-0,9

09
-2.4
-2.4
-3,0

10
2.3
2.6
-1.7

11
1.1
1.1
  0.2

12
0.5
0.5



Πηγή: European Economic Forecast – Autumn 2011.   


4.
Τι συμβαίνει σήμερα στην ελληνική οικονομία . Απλά επιβάλλεται μια «αναδιάρθρωση» της ελληνικής οικονομίας μέσω «συρρίκνωσης» μάλιστα με τέτοιο βίαιο τρόπο που αποκλείεται να αυξηθεί  η ζήτηση στο προσεχές μέλλον. Η επιζητούμενη αύξηση της παραγωγικότητας προέρχεται από εσωτερικές συρρικνωτικές «αναδιαρθρώσεις».  Το τεράστιο εναλλακτικό κόστος είναι η δραματική αύξηση της ανεργίας. Αν δεν αυξηθεί η ζήτηση (επενδυτική αλλά και καταναλωτική)  η οικονομία θα συρθεί σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο «ισορροπίας» που δεν γνωρίζουμε  ποιο θα είναι , δεδομένου ότι τα υφεσιακό σπιράλ το οποίο καθοδηγεί την οικονομία θα συνεχίσει να κάνει απρόσκοπτα  τη δουλειά του . Η αναμενόμενη και μη εμφανιζόμενη μεγέθυνση της οικονομίας δεν μπορεί να γεννηθεί από την πλευρά της προσφοράς. Απλά καθηλώνεται η οικονομία , διαλύεται ο κοινωνικός ιστός , μεγαλώνει η ανεργία , μικραίνει αισθητά η ευημερία , εξαφανίζεται η όποια αποτελεσματικότητα της οικονομικής δράσης στην δημιουργία ενός πολύ χαμηλού επιπέδου ισορροπίας το οποίο υποτίθεται θα αντανακλά τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες της. Όλα αυτά υποτίθεται θα αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και παράλληλα θα προκαλέσουν εισροή πόρων ικανών να καλύψουν το χάσμα χρηματοδότησης της διευρυμένης αναπαραγωγής του εισοδήματος. Επομένως όλα θα πάνε κατ’ ευχή αρκεί να βρεθεί η ελληνική οικονομία στο  «άριστο» σημείο ισορροπίας ως προς ποιο μέγεθος; Μάλλον το ζητούμενο επί του παρόντος , μπορούμε να υποθέσουμε ότι  θα πρέπει να είναι το πρωτογενές πλεόνασμα . Όμως ακόμη και η πιθανολογούμενη  δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος , μόνη της, δεν λύνει το πρόβλημα της ισορροπίας της οικονομίας.
 Το δημόσιο χρέος το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί το υπ’ αριθμό ένα πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ,σύμφωνα πάντοτε με το οικονομικό πρόγραμμα που εφαρμόζεται από την Τρόικα,  δεν μπορεί να μπει σε μια ισορροπημένη πορεία όσο δεν μεγεθύνεται το ΑΕΠ και όσο τα παραγόμενα  πρωτογενή πλεονάσματα δεν είναι διαρκή και ενός ορισμένου ύψους. Το πόσο σημαντική είναι η πορεία του ΑΕΠ φαίνεται από τις συζητήσεις που γίνονται σήμερα στο Υπουργείο Οικονομικών με την Τρόικα σχετικά με τις εξελίξεις αυτού του μεγέθους. Το μακροοικονομικό σενάριο έχει χειροτερεύσει δραματικά από το Μάρτιο. Διαπιστώνεται  μεγαλύτερη ύφεση για το 2012 ,και προβλέπεται επίσης μεγαλύτερη ύφεση για το 2013 κάτι  που σημαίνει ότι για να υπάρξει  πρωτογενές πλεόνασμα το 2016  της τάξης του  4,5% του ΑΕΠ δεν φτάνουν μέτρα 11,5 δισ. ευρώ. Συγκεκριμένα υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν  στη διετία 2013-2014  18 δισ. ευρώ. Παράλληλα δεν πρέπει να λησμονούμε  ότι ήδη έχουμε καταστεί μάρτυρες μιας πρώτης απομείωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους η οποία σημειωτέον ήταν έξω από την λογική του προγράμματος  η οποία παρόλα αυτά δεν στάθηκε ικανή  να ποδηγετήσει το ελληνικό δημόσιο χρέος.  
 Επομένως οδεύουμε σε μια κατάρρευση του παραγομένου εισοδήματος αλλά κυρίως σε μια απαξίωση του παραγωγικού ιστού της χώρας την οποία η τρόικα και η κυβέρνηση επιχειρούν να παρουσιάσουν ως αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας .






[1] Το ίδιο παρατηρείται και για την οικονομία των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας κτλ.
[2] Δες : O.Blanchard, Μακροοικονομική. Επίκεντρο 2006. Επίσης :R. Dornbusch- S.Fischer, Μακροοικονομική, Κριτική 1993. Ακόμα: J.StiglitzC.Walsh , Αρχές της Μακροοικονομικής , Παπαζήση 2009.
[3] Ο συγκεκριμένος νόμος συσχετίζει τη μεταβολή του ποσοστού ανεργίας με τον αρνητικό ρυθμό μεταβολής του προϊόντος.  

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Η Ελλάδα στη Σύνοδο της ΕΕ /18-19.10.2012

του Κώστα Μελά.


Τι  θα κερδίσει  και τι θα χάσει η Ελλάδα  στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ; 

Αυτό που φαίνεται πιθανό ότι μπορεί να κερδίσει  η Ελλάδα από τη Σύνοδο Κορυφής είναι η εμπέδωση της άποψης ότι η αποχώρηση της  από την ζώνη του ευρώ δεν είναι τόσο πιθανή όπως πολλοί πίστευαν στον παρελθόντα χρόνο . Επομένως με βάση αυτές τις πιθανότητες θα πρέπει να περιμένουμε και μια πιθανή αλλαγή στην αντιμετώπισή της από τους ξένους αναλυτές . Δεν ομιλώ για τις χρηματοπιστωτικές αγορές διότι είμαστε ακόμη πολύ μακριά από μια τέτοια περίπτωση. Όμως η αλλαγή αυτή δεν πρέπει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι πλέον οι εξελίξεις θα είναι ευκολότερες για την ελληνική οικονομία. Χρειάζεται γενικότερη αλλαγή στον τρόπο που οι Ευρωπαίοι και κυρίως οι Γερμανοί θα αντιμετωπίσουν τα συσσωρευμένα προβλήματα της ευρωζώνης και αυτό απαιτεί χρόνο. Παράλληλα το είδος των προβλημάτων δημιουργεί και έντονο σκεπτικισμό για τον αν είναι δυνατή η επίλυσή τους. Βλέπετε ότι υπάρχουν προβλήματα χαμηλής πολιτικής ισχύος ( πχ. η ενοποίηση του τραπεζικού χώρου ) τα οποία θα μπορούσαν να προχωρήσουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις  και άλλα υψηλής πολιτικής  ισχύος  ( πολιτική ενοποίηση και συναφή προβλήματα ) που κατά την άποψή μου είναι σχεδόν αδύνατο να προχωρήσουν με «δημοκρατικό» τρόπο.

Κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η άποψη ότι εάν δεν ψηφιστεί το σκληρό πακέτο μέτρων η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει;

Αν χρησιμοποιήσουμε τη ρήση «Συν Αθηνά και χείρα κίνει» φαντάζει ότι η απάντηση θα πρέπει να είναι καταφατική. Μέχρι και τον προηγούμενο μήνα δεν υπήρχε η Αθηνά . Η ΕΕ ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο από την Ελλάδα.  Επομένως η όποια δράση από την Ελλάδα (χείρα κίνει) ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία ανεξαρτήτως της θέλησης της Ελλάδος να εφαρμόσει κατά γράμμα το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, το οποίο κανείς δεν έλεγξε αν μπορεί να εφαρμοστεί ή αν πραγματικά δεν εφαρμόζεται επειδή δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Παράλληλα είμαστε μάρτυρες εφαρμογής ενός προγράμματος που εξασθενεί σε βαθμό επικίνδυνο την παραγωγική ικανότητα της χώρας και διαλύει την κοινωνική συνοχή. Ως εκ τούτου κατά την άποψή μου πρόκειται για ένα απολύτως αναποτελεσματικό πρόγραμμα με την οικονομική έννοια του όρου. Όμως πέρα από αυτή τη διαπίστωση η απάντηση στο ερώτημα  δεν μπορεί να είναι παρά πολιτική και ως εκ τούτου πιθανολογική και ποτέ σίγουρη. Η αδυναμία μιας εναλλακτικής πειστικής λύσης σε μια άρνηση εφαρμογής ενός καταστροφικού προγράμματος συνάδει με ένα άλμα στο κενό. Τότε κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι θα συμβεί. Τώρα απλά και καθαρά θα πρέπει να πούμε ευθέως ότι  χωρίς τα χρήματα της οικονομικής βοήθεια  η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της . Επομένως θα εξαναγκασθεί σε άλλες λύσεις . Οι λύσεις θα πρέπει να κατατεθούν στον ελληνικό λαό. Το τι σημαίνουν και που οδηγούν . Παρεμπίπτοντος  το επιχείρημα που στηρίζεται σε εκβιαστικά διλλήματα τύπου «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων»  προερχόμενα από τον αδύνατο κρίκο της σύγκρουσης  έχουν ελάχιστη έως μηδαμινή πιθανότητα επιτυχίας. Για πολλούς λόγους:
Πρώτον, δεν αποτελεί  αξιόπιστη επιλογή  δεδομένου ότι δεν έχουμε υπολογίσει ως κοινωνία το αναλογούν κόστος μιας τέτοιας ενέργειας   για εμάς στην περίπτωση που τελεσφορήσει. Δεν γνωρίζουμε τι θα συμβεί.
Δεύτερον,   οδηγεί σε μια αντίληψη που δεν συνάδει κατ’ αρχάς με την έννοια της οικειοθελούς εντάξεως  σε μια ένωση : κάθε μέλος θα μπορεί να εγείρει την ίδια απειλή στο μέλλον, κάτι που θα καταστήσει τα συμφωνηθέντα  εν τοις πράγμασι άνευ νοήματος καθώς δεν θα υπάρχουν στοιχειώδεις κανονιστικές αρχές.

 Μην βαυκαλιζόμαστε με ψεύτικες και απατηλές αντιλήψεις:  η Ελλάδα έχει ανάγκη από χρηματοδότηση με στόχο την αναπαραγωγή του εισοδήματός της έστω και σε πολύ χαμηλό επίπεδο  . Αν δεν τα λάβει θα πρέπει να βρει άλλες λύσεις για την εξεύρεση των χρημάτων.  Το τραπεζικό σύστημα με οποιαδήποτε μορφή ιδιοκτησίας  και αν βρεθεί θα πρέπει να ανακεφαλαιοποιηθεί  προκειμένου να λειτουργήσει  με στόχο να παίξει το ρόλο για τον οποίο έχει ταχθεί. Επομένως χρειάζονται κεφάλαια. Αν τώρα, μετά από αυτό,  το τραπεζικό σύστημα δεν ανταποκριθεί στο ρόλο του το ελληνικό κράτος , όπως όλα τα κράτη στο δυτικό κόσμο , έχουν τα μέσα να επιβάλλει την άποψή του προς την απαιτούμενη κατεύθυνση της μεγέθυνση της οικονομίας. 

Ποια είναι η εκτίμησή σας στο ερώτημα εάν οι εταίροι θα μας δώσουν τελικά τη δόση των 31,5 δις. ευρώ μέσα στον Νοέμβριο;

Θεωρώ ότι δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα όσον αφορά την εκταμίευση της δόσης. Ούτε  είχα ακόμη και όταν οι συζητήσεις έφθαναν σε αδιέξοδο. Από τη στιγμή που για την ώρα έχει αποφασιστεί η παραμονή της Ελλάδας στην ζώνη του ευρώ η χορήγηση της δόσης είναι εκ των ών ουκ άνευ. Βεβαίως η χορήγηση της δόσης είναι κάτι που απορρέει και  από το ότι η Ελλάδα έχει πλήρως  αποδεχτεί τις απαιτήσεις του προγράμματος του Μνημονίου. Συνεπώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην δοθεί η δόση. Τα πράγματα εξελίσσονται συνεπώς όπως έχουν συνομολογήσει τα δύο αντισυμβαλλόμενα  μέρη με βάση ακριβώς τις απαιτήσεις του Μνημονίου.


Ποια είναι αλήθεια και ποιο το ψέμα ως προς το εάν ελλοχεύει κίνδυνος στάσης πληρωμών;

Αθέτηση πληρωμών  του Ελληνικού Κράτους δεν νομίζω ότι ελλοχεύει προς το παρόν με την κλασική έννοια του όρου. Το ελληνικό δημόσιο δεν προτίθεται να αθετήσει τις υποχρεώσεις του προς τους «επίσημους» δανειστές και όσο αυτό εξαρτάται από το ίδιο δεν θα συμβεί. Το ελληνικό κράτος ή σωστότερα η ελληνική κυβέρνηση ,ως προς μια πιθανή  απομείωση του χρέους, θεωρώ ότι θα υποταχθεί για ακόμα μια φορά στις θελήσεις των δανειστών και εταίρων.   Όμως παράλληλα , παρατηρούμε ότι το ελληνικό κράτος έχει προχωρήσει σε μια άτυπη αθέτηση πληρωμών προς το εσωτερικό , προς την εγχώρια πραγματική οικονομία όπου οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του πλησιάζουν τα 8 δις ευρώ. Πρόκειται για μια κατάσταση που δείχνει περίτρανα προς τα πού οδηγούνται οι εξελίξεις με βάση το απαράδεκτο οικονομικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που έχει επιβληθεί στην χώρα.



Σʼ αυτό το εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον, είναι δεδομένη η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ;



Σε ένα εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον όπως είναι το σημερινό τίποτε δεν μπορεί να αποκλεισθεί . Όλες οι εξελίξεις επομένως  δεν μπορεί παρά να εκτιμώνται ως πιθανότητες. Στη σημερινή φάση οι πιθανότητες εξόδου της Ελλάδος από το Ευρώ έχουν περιορισθεί αρκετά δεδομένης της πρόσφατης «αλλαγής» στάσης της Γερμανίας . Φαίνεται ότι οι βρυχηθμοί  της κ Μέρκελ έχουν καταλαγιάσει μπροστά στην αδήριτη πραγματικότητα που δείχνει το τεράστιο οικονομικό κόστος μιας πιθανής εξόδου ενός κράτους μέλους από την ευρωζώνη (οι μελέτες που επικεντρώνονται να δείξουν τις οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας απόπειρας πολλαπλασιάζονται και είναι όλες προς την ίδια κατεύθυνση) αλλά και τις τεράστιες γεωπολιτικές συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε μια περιοχή κυριολεκτικά σε αναβρασμό και ασταθή ( οι γεωπολιτικές συνέπειες συνεχώς ξεχνιούνται από τους πάσης φύσεως… οικονομολογούντες). Όμως   εκείνο που διαπιστώνεται πιθανολογικά ότι κινδυνεύει περισσότερο είναι το ίδιο το ευρώ , λόγω των δομικών του προβλημάτων τα οποία κάθε τόσο επιβαρύνουν της αδυναμίες των εθνικών οικονομιών. Η κρίση στην Ισπανία παραμένει χωρίς λύση. Το ίδιο και στην Ιταλία . Πιθανά μετά από λίγο και στην Γαλλία.


Τι σημαίνει για τα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων η υπόθεση με τις συγχωνεύσεις τραπεζών;

Δεν νομίζω ότι οι συγχωνεύσεις των τραπεζικών ιδρυμάτων θα αλλάξει τις ανάγκες τους σε ρευστότητα  . Συνεπώς δεν βλέπω σημαντικές διαφοροποιήσεις στο ύψος των επιτοκίων . Βεβαίως οι τράπεζες θα επιχειρήσουν να διαχειριστούν προς όφελός τους τις συγχωνεύσεις επικοινωνιακά , αλλά επί της ουσίας δεν θα έχουμε σημαντικές διαφοροποιήσεις στη ρευστότητά τους και επομένως και στα προσφερόμενα επιτόκια.  
Αυτό θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης και των τραπεζών επιβεβαιωθούν σε σχέση με την ανακεφαλαιοποίηση και την αποκατάσταση της ρευστότητάς τους σε επίπεδα ικανά ώστε η ζήτηση πόρων (πρωτίστως αποταμιεύσεων) να καλυφθεί από την προσφορά. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί είτε με την επιστροφή καταθέσεων που έχουν φύγει στο εξωτερικό είτε με την αύξηση των εγχώριων αποταμιεύσεων. Το πιο πιθανό να συμβεί βεβαίως είναι το πρώτο  σημείο. Το δεύτερο σημείο χρειάζεται χρόνο και προϋποθέτει την επανεκκίνηση  της οικονομίας. Το πλέον πιθανό είναι ότι δεν θα έχουμε αύξηση του επιτοκίου των καταθέσεων.




Ποια είναι η εκτίμησή σας ως προς το ενδεχόμενο νέας μείωση του επιτοκίου από την ΕΚΤ και τι θα σηματοδοτήσει μια τέτοια εξέλιξη;

Στην παρούσα φάση δεν θεωρώ πιθανή μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ τουλάχιστον μέχρι το Δεκέμβριο . Παρότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν είναι σημαντικές (2,6%) η ΕΚΤ φαίνεται ότι έχει επιλέξει άλλα μέσα  για να καταστήσει τη νομισματική της πολιτική διευκολυντική  και αποτελεσματική στη μεγέθυνση της οικονομίας (αγορά ομολόγων κτλ). 


Κώστας Μελάς