Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Ζητείται η απεικόνιση της διαχρονικά ενεργής πραγματικότητας της ελληνικής οικονομίας .

του Κώστα Μελά
Η σωστή απεικόνιση της φυσικής  και κυρίως κοινωνικής πραγματικότητας, αποτελεί διαχρονικά το ζητούμενο για όλες τις φιλοσοφικές και επιστημονικές θεωρήσεις. Θα προσέθετα αβίαστα ότι το ίδιο συμβαίνει και για την πολιτική πραγματικότητα. Αυτό αφορά σε όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς που επιδιώκουν κατ’ αρχάς την επιβίωσή τους ως απαραίτητης προϋπόθεσης «άσκησης της ελευθερίας τους στον κόσμο». Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στη ζωή από το να ανακαλύψεις το ακριβές σημείο, από το οποίο πρέπει να παρατηρούνται και να κρίνονται όλα τα πράγματα, και ύστερα να παραμείνεις σ’ αυτό το σημείο, υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο  von Clausewitz[1].  
Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πως θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι  είναι η πραγματικότητα. «Οι φιλόσοφοι αντιλαμβάνονται τα πάθη που μας βασανίζουν ως διαστροφές, στις οποίες οι άνθρωποι ενδίδουν από δικό τους φταίξιμο. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να τα περιγελούν, να τα οικτίρουν, να τα στηλιτεύουν ή (όσοι θέλουν να δείχνουν πιο ευσεβείς) να τα καταριώνται. Πιστεύουν ότι έτσι επιτελούν έργο θεάρεστο και αγγίζουν την υπέρτατη σοφία, εφόσον έμαθαν να εξυμνούν με χίλιους τρόπους μιαν ανθρώπινη φύση που δεν υπάρχει πουθενά και να κατακεραυνώνουν με τους λόγους των την πραγματική. Τούτο συμβαίνει επειδή αντιλαμβάνονται τους ανθρώπους όχι όπως είναι, αλλά όπως θα τους ήθελαν οι ίδιοι να είναι» [2].
Οι αναλύσεις τέτοιου είδους στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη,  γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θάπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θα ‘πρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται  μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί.»[3].
Το διάβασμα της πραγματικότητας σημαίνει αναζήτηση του ειδοποιού στοιχείου της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής και της ιδιόμορφης αιτιότητας που το διέπει.  Αυτό μεταφράζεται  ως συνεχή προσπάθεια  αναζήτησης  των κινήτρων με βάση τα οποία κινητοποιούνται τα ατομικά ή θεσμικά υποκείμενα (πάντοτε κοινωνικά), των μέσων που χρησιμοποιούν για την επίτευξη των στόχων τους οποίους έχουν επιλέξει.
Το διάβασμα και η κατανόηση της πραγματικότητας αποτελεί ως εκ τούτου, την αφετηρία εκδήλωσης όποιων ενεργειών αποβλέπουν στην αλλαγή και στην προσαρμογή της προς νέους στόχους. Πρόκειται για μια δύσκολη επιλογή απείρως πιο δύσκολη από αντίστοιχες επιλογές δεοντολογικού χαρακτήρα οι οποίες εύκολα αναφέρονται στο πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος.  
Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διέρχεται σήμερα η χώρα μας, αναδύονται ποικιλότροπες και πολύμορφες αντιλήψεις–ερμηνείες που  απέχουν από την καταγραφή και περιγραφή της «πραγματικότητας» όπως αυτή συλλαμβάνεται, με όλες τις επιφυλάξεις και τα εγγενή προβλήματα που έχουν εντοπισθεί στη λειτουργία της,  από την συστηματική ανθρώπινη δραστηριότητα που ονομάζεται «επιστήμη».   
Το ίδιο συμβαίνει με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην ελληνική οικονομία. Διαμορφώνονται και εκφράζονται απόψεις για την κατάσταση της, για την ιστορική της διαδρομή αλλά και για τις μελλοντικές της προοπτικές που όχι μόνο εμπεριέχουν συστηματικά λάθη και ανακρίβειες αλλά πολλές φορές και συνειδητές διαστρεβλώσεις με σκοπό την εξυπηρέτηση  ιδεολογικών αντιλήψεων  αλλά και ποταπών πολιτικών στοχεύσεων. 
Απαιτείται συστηματική  περιήγηση, κατ’ αρχάς, στην ιστορία της ελληνικής οικονομίας, επειδή η κρίση προβάλλεται (και σε γενικές γραμμές έτσι είναι) πρωτίστως ως οικονομική, ώστε να επέλθει η περιγραφική αποκατάσταση της πραγματικότητας ως μοναδικού αντιλόγου σε μια διαπάλη ιδεών και κοινωνικών διεργασιών που όλο και περισσότερο στερείται αισθητικής.
Η περιγραφική κατάσταση της ιστορίας της ελληνικής οικονομίας μπορεί να ξεκινήσει από απλές διαπιστώσεις μέσω των οποίων είναι δυνατόν να σχηματισθεί ένας ερμηνευτικός καμβάς ικανός να οδηγήσει  στην κατανόηση της.
Χρειάζεται να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίον  η ελληνική οικονομία (αλλά και η ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος) κατάφερε να  αναπτυχθεί έτσι ώστε η μικρή αγροτική οικονομία , η οποία επικρατούσε στον ελληνικό χώρο, να μετασχηματισθεί σε μια αναπτυγμένη οικονομία και παρά τα όσα μη ορθά της καταμαρτυρούν σχετικά με την λειτουργία της, κατάφερε μέχρι σήμερα, να εξασφαλίζει στους κατοίκους της ένα βιοτικό επίπεδο από τα υψηλότερα στον κόσμο.
Διότι περί αυτού ουσιαστικά πρόκειται. Παρά τα πολλά και περί του αντιθέτου λεγόμενα, η Ελλάδα αναπτύχθηκε με το δικό της τρόπο σε πείσμα όλων εκείνων των κανονιστικών αναλύσεων οι οποίες ορμώμενες από ξένα πρότυπα και ειδικά από αυτό της Δυτικής Ευρώπης, έδειχναν άλλους δρόμους.
 Η χρησιμοποίηση ενός «ιδανικού» αναπτυξιακού υποδείγματος ως προτύπου, ή ακόμη η χρησιμοποίηση ενός «ξένου» υποδείγματος αφενός αφαιρεί την αξία των ιδιομορφιών της πραγματικότητας αφετέρου επιβάλλει μέσα, τρόπους και μέτρα για τους  αναπτυξιακούς σκοπούς της  κοινωνίας που  είναι ακατάλληλα για την επίτευξη του στόχου, με φυσιολογικό αποτέλεσμα την πλήρη αποτυχία(καλή ώρα όπως το μνημόνιο).
Σύμφωνα με τη συλλογιστική που μόλις εκθέσαμε, χρειάζεται να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε ορισμένα βασικά ζητήματα τα οποία έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη τους στην ανάπτυξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Έτσι  χρειάζεται να δείξουμε τι ακριβώς σημαίνει ότι ελληνικός χώρος δεν εβίωσε ούτε την Αναγέννηση, ούτε την επιστημονική επανάσταση, ούτε τη φεουδαρχία, ούτε το απολυταρχικό κράτος. Αρκεί μόνο  να το αναφέρουμε και το ζήτημα θεωρείται λήξαν; Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της απουσίας; Προχωρώντας ακόμη ένα βήμα ρωτάμε: υπήρξε  κάποιος άλλος τρόπος μέσω του οποίου αυτές οι απουσίες υποκαταστάθηκαν;
Ποια είναι τα κοινωνικά υποκείμενα τα οποία υποκατέστησαν τα αντίστοιχα απουσιάζοντα τα οποία υπήρξαν οι φορείς των συγκεκριμένων πραγματοποιήσεων στην ιστορική διαδρομή της Δύσης. Με απλά λόγια ποια κοινωνικά στρώματα  κατέλαβαν  την θέση  των ανερχόμενων αστικών στρωμάτων της Δύσης; Ποια κοινωνικά στρώματα θα θεωρήσουμε ότι τα υποκατέστησαν στην ιστορική διαδρομή της ελληνικής κοινωνίας;
Όλο αυτό το συνονθύλευμα πατριαρχικών δυνάμεων, προεστών, καπεταναίων, μικροεμπόρων, ναυτικών, ομογενών, μικροεπιχειρηματιών, κτλ που συναπαρτίζουν τους δημιουργούς του νέου ελληνικού κράτους, με τις ιδιάζουσες και επαμφοτερίζουσες απόψεις, πως μπορούν να ταυτιστούν με τις απόψεις μιας δυναμικής αστικής τάξης;  Οι κοινωνικές διαδικασίες οι οποίες διαμορφώθηκαν με την παρουσία των συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων καθόρισαν σε μέγιστο βαθμό το πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε ολόκληρη την περίοδο υπάρξεως του ελληνικού κράτους η πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Μπορεί τα όρια του πλαισίου  να ήταν (είναι) ελαστικά ή και πολύ ελαστικά σε περιόδους «εκσυγχρονιστικών σπασμών» αλλά αυτό δεν μεταβάλλει τον σκληρό πυρήνα του συστήματος ο οποίος υπό μιαν έννοια, περιέχει ολόκληρη την «μεταφυσική» της αρχικής θεμελίωσης του ελληνικού κράτους. Θέλω να υπογραμμίσω εδώ ότι η «μεταφυσική» του συστήματος, ο σκληρός του πυρήνας, είναι δύσκολο να υποστεί μεταβολές οι οποίες προέρχονται από συγκυριακά ή τεχνικά ζητήματα αλλά και από απλές κοινωνικές διεργασίες. Όλες οι  πιέσεις και οι τριβές παροχετεύονται στα ελαστικά όρια του πλαισίου τα οποία πάντοτε βρίσκουν τρόπο να προσαρμόζονται προστατεύοντας τον σκληρό πυρήνα. Πρωτίστως οι πιέσεις προέρχονται από το διεθνές περιβάλλον, τον διεθνή καταμερισμό ισχύος και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Οι προσαρμογές σαφώς λαμβάνουν υβριδική μορφή αντανακλώντας τις ιδιαιτερότητες του σκληρού πυρήνα. Με απλά λόγια υποστηρίζουμε ότι μόνον οι κοινωνικές διαδικασίες μπορούν να μεταβάλλουν τα όρια του πλαισίου του κοινωνικού σχηματισμού, όχι όμως τον σκληρό πυρήνα. 
Εκτός των αναφορών στις πολλές  ιδιοτυπίες του πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι,   θα πρέπει να γίνει αναφορά στις ιδιομορφίες[4]  των  οικονομικών  διεργασιών όπως εμφανίζονται  στη βάση της υλικής παραγωγής.
Στο σημείο που χρειάζεται να ενσκήψει ο οποιοσδήποτε μελετητής είναι η κοινή πραγματολογική διαπίστωση, για την υπερτροφία του ελληνικού κράτους. Υπερτροφία πάντοτε σε σχέση με τις υπόλοιπες αναπτυγμένες χώρες της δύσης ίσως και με χώρες της Νότιας Ευρώπης. Η αποδεδειγμένη αυτή υπερτροφία του ελληνικού κράτους δηλώνει εξ’ αρχής ότι το αναπτυξιακό υπόδειγμα που ακολούθησε η ελληνική οικονομία είναι ex ante λανθασμένο; Ή μήπως θα πρέπει να εκληφθεί ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ελληνικού υποδείγματος και ως εκ τούτου να «κριθεί» με τα κριτήρια που απορρέουν από αυτή την ιδιαιτερότητα;  Τι είδους κριτήρια όμως θα μπορούσαν να είναι  αυτά ;
Προφανώς όχι μόνο κριτήρια που απορρέουν από την οικονομική θεωρία, ούτε μόνο κριτήρια που απορρέουν από την ιστορική πραγματικότητα των χωρών της Δυτικής Ευρώπης που εντάσσονται σε συγκεκριμένα υποδείγματα ανάπτυξης. Τότε πως; Νομίζουμε ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο ερμηνεύοντας. Η ερμηνεία περιέχει και την περιγραφή και την αξιολόγηση και τη σύγκριση και τη διαφοροποίηση. Επιβάλλει  δημιουργικότητα και απαιτεί πρωτότυπη σκέψη. Προκαλεί για τη δημιουργία νέων προτύπων. Αποφεύγει τον «άτεγκτο αλλά στείρο επιστημονισμό» της νέας κατεύθυνσης που έχει λάβει η οικονομική επιστήμη κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο οποίος εδράζεται στην α-παγωγική μέθοδο σύμφυτη της επιστήμης  των μαθηματικών μη επιδεχόμενης εμπειρικής διαψεύσεως [5] .   
Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο θα πρέπει να ερμηνευθεί ο τρόπος βιομηχανικής ανάπτυξης όχι όπως θα επιθυμούσαμε  να εξελιχθεί αλλά όπως πραγματικά εξελίχθηκε. Επίσης η φορολογική πολιτική ενταγμένη στο αναδιανεμητικό πλαίσιο λειτουργίας του ελληνικού κράτους.
 Μια ακόμη ιδιαιτερότητα της ελληνικής οικονομίας είναι οι διαχρονικές εισροές αδήλων και δάνειων πόρων. Οι συνεχείς εισροές πόρων στην ελληνική οικονομία ουσιαστικά δημιουργούν δομικές μεταβολές στο οικονομικό υπόδειγμα επιτρέποντας να υπάρχει αγοραστική δύναμη που δεν παράγεται εγχωρίως. Με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν πρωταρχικά στην κάλυψη των καταναλωτικών δαπανών, λόγω της φύσης τους (πρόκειται για άδηλες εισροές και όχι για Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) οι οποίες ενσωματώνουν τεχνολογία). Παράλληλα υπερκεράζουν την αδύναμη παραγωγική βάση διογκώνοντας τις εισαγωγές. Με τον τρόπο αυτό  σε μεγάλο μέρος του παραγωγικού πληθυσμού δημιουργείται η νοοτροπία του εισοδηματία, παρά του παραγωγού. Οι εισροές πόρων  προέρχονται από διεθνείς δραστηριότητες: τη ναυτιλία, τη μετανάστευση, τον τουρισμό, και τα δάνεια κεφάλαια (μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος). Παρότι το ποσοστό των εξωγενών πόρων στο σύνολο  του εισοδήματος είναι της τάξεως 10-20% (αναλόγως της χρονικής περιόδου), η συμβολή του στη διαμόρφωση της καταναλωτικής δαπάνης πρέπει να θεωρείται σημαντική.
Το μεγάλο ποσοστό  των αυτοαπασχολουμένων στην ελληνική οικονομία στο σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσοστά τα οποία διαπιστώνονται στις  δυτικές οικονομίες,  αποτελεί  εξίσου ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος ζήτημα διότι συνδέεται ευθέως, κατά την άποψή μας, με την διαχρονικά ισχνή και αδύναμη παρουσία του παραγωγικού ιστού  της χώρας, η οποία  δεν μπόρεσε ποτέ, να δημιουργήσει συνθήκες πλήρους απασχόλησης του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της.  Πάντοτε η μετανάστευση αποτελούσε τη σίγουρη διέξοδο στο πλεονάζον εργατικό δυναμικό. Άλλωστε αυτό γίνεται εμφανές και στις σημερινές δύσκολες συνθήκες που διέρχεται η χώρα. 
 Έχει σημασία να διαβασθεί  η ελληνική οικονομία pari passo με τις πολιτικές, τις κοινωνικές και πολιτιστικές εξελίξεις αν μπορώ να χρησιμοποιήσω μια βαριά έκφραση, χωρίς δεσμευτικές δεοντολογικές και ηθικοκανονιστικές απολήξεις. Η εξαρχής προσπάθεια έγκειται να επιτραπεί η σχεδόν 200 χρόνων ιστορική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας να αναδυθεί ως είναι χωρίς το πώς θα έπρεπε να είναι. Και τούτο διότι η ύπαρξη ενός  δεοντολογικού  πλαισίου του πως έπρεπε να είναι η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέπτης του πως πράγματι είναι. Με τον τρόπο αυτό όλες οι ιδιομορφίες και ιδιοτυπίες, τις οποίες   πολλοί αναλυτές  υπογραμμίζουν, θεωρούνται  επί της ουσίας σαν ασθένειες  και οι οποίες χρειάζεται να ιαθούν  προσαρμοζόμενες σύμφωνα με το δεοντολογικό προκατασκευασμένο πλαίσιο. Όμως εδώ συντελείται κάτι σαν θαύμα και ενώ επί 200 συναπτά έτη «μπαίνουν στην προκρούστια κλίνη  της προσαρμογής» πάντοτε υπάρχουν εκεί, ανιχνεύονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Μεταλλάσσονται;  Ξαναγεννιούνται;  Ενυπάρχουν πάντοτε και καταφέρνουμε να τις ανιχνεύουμε έστω και δύσκολα στην καθημερινότητά μας. Η ανάγνωση της  ελληνικής πραγματικότητας, η κατανόηση του είναι και του γίγνεσθαι της ελληνικής πραγματικότητας,  αποτελεί το πρώτο και βασικό καθήκον κάθε καλοπροαίρετου μελετητή.









[1] Καρλ Φίλιππ Γκότλιμπ φον Κλαούζεβιτς, Περί του Πολέμου, Βάνιας 1999.
[2] Μπαρούχ Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία, Εκδόσεις Πατάκη, 2003.
[3] N. Machiavelli, Ο Ηγεμόνας, στο: N. Machiavelli , Έργα, τομ. Ι, μτφ Τάκη Κονδύλη , Κάκτος , Αθήνα 1984, σελ. 266-267.
[4] Κ. Μελάς, Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία.: Ιδιομορφίες, Ο δρόμος προς το Μνημόνιο, Ύβρις και Νέμεσις, Εκδόσεις Πατάκη Απρίλιος 2013.
[5] Για τα ζητήματα αυτά δες: Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Ευρασία 2013.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Από πού προέρχεται το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών της Γερμανίας.


του Κώστα Μελά.

Οι εγχώριες μεταρρυθμίσεις στη Γερμανία επέδρασαν σημαντικά στον περιορισμό των μισθών , οδηγώντας σε σταθερό μοναδιαίο κόστος εργασίας ή και σε μειούμενο , αυξάνοντας το μερίδιο των κερδών και το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η Γερμανία επίσης ωφελήθηκε τα μέγιστα από τη δημιουργία της ευρωζώνης. Η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ είχε καθοριστικό ρόλο στην ύπαρξη του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Οι καθαρές εξαγωγές της επίσης είχαν σημαντική επίδραση στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Θα εξετάσουμε αναλυτικά τους παράγοντες αυτούς. Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με το ρόλο των μισθών.
Α. Ο ρόλος της μείωσης των μισθών

Στη Γερμανία, μετά την αρχική έκρηξη της επανένωσης , τα εργατικά συνδικάτα στο τέλος της δεκαετίας του 1990 , συμφώνησαν να διατηρήσουν το ρυθμό αύξησης  των μισθών χαμηλότερα από τον αντίστοιχο της παραγωγικότητας. Ακολούθησε η μεταρρύθμιση γνωστή ως Schroder Agenda 2010, με στόχο την αποφυγή εκροής των γερμανικών επενδύσεων στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Ιδιαίτερα , η λεγόμενη  μεταρρύθμιση  Hartz (από το όνομα του προέδρου της επιτροπής που τη διαμόρφωσε) και ειδικά η τέταρτη μεταρρύθμιση , στις αρχές της δεκαετίας του 2000 μείωσε τον καταβαλλόμενο φόρο  για τους χαμηλόμισθους , μείωσε την ανεργία και κατεύθυνε όλες τις ωφέλειες της αύξησης της απασχόλησης στην γερμανική οικονομία. Ως συνέπεια των παραπάνω το μοναδιαίο κόστος εργασίας τελμάτωσε ή μειώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 μέχρι και το μέσον της δεκαετίας του 2000.  Η εξέλιξη αυτή ενδυνάμωσε την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών του βιομηχανικού τομέα  Η εισαγωγή του ευρώ καθόρισε, ουσιαστικά, ως μοναδικό κριτήριο της ανταγωνιστικότητας ,στην ευρωζώνη στην οποία κατευθύνονται περίπου το 50-60% των γερμανικών εξαγωγών , την εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας . Αν ληφθεί υπόψη ότι το μοναδιαίο κόστος εργασίας των υπολοίπων χωρών την ίδια περίοδο αυξάνεται ενώ το αντίστοιχο γερμανικό μειώνεται τότε γίνεται εύκολο αντιληπτό γιατί αυξήθηκαν οι εξαγωγές της Γερμανίας. Τα στοιχεία αφήνουν ανοικτό το ζήτημα του κατά πόσον αυξήθηκε η παραγωγικότητα ως συνέπεια των μεταρρυθμίσεων , ή ήταν οι εγχώριες μεταρρυθμίσεις οι οποίες επέκτειναν την πραγματική προσφορά εργασίας και διατήρησαν χαμηλά τους ονομαστικούς μισθούς. Πράγματι η Γερμανία , κέρδισε ανταγωνιστικότητα εντός της ευρωζώνης μέχρι το 2007, παρότι την μέτρια αύξηση της παραγωγικότητας της. Αυτό που διαχώρισε την γερμανική οικονομία από τις υπόλοιπες οικονομίες της ευρωζώνης ήταν η ασθενής αύξηση των μισθών στην Γερμανία.  
Οι συγκεκριμένες εξελίξεις στην αγορά εργασίας μετέβαλλαν την κατανομή του εισοδήματος από τους μισθούς προς τα κέρδη.  Αυτό δεν είναι μόνο συνέπεια της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας αλλά και της μειωμένης εγχώριας απορρόφησης. Η μείωση της εγχώριας κατανάλωσης αυξάνει την εγχώρια αποταμίευση. Για ένα δεδομένο επίπεδο  εγχώριου σχηματισμού κεφαλαίου , πάντως, το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξάνει.  Πάντως η μείωση του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ δεν συνοδεύεται από μείωση του λόγου ιδιωτική κατανάλωση/ ΑΕΠ την ίδια περίοδο.
Το χαμηλότερο μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ οδήγησε σε  αυξημένο μερίδιο των αποταμιεύσεων  (εταιριών και συνολικό).   Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι οι επενδύσεις στην Γερμανία μειώθηκαν παρότι όχι σημαντικά οι επενδύσεις συμβάλλοντας στο άνοιγμα μεταξύ αποταμιεύσεων – επενδύσεων το οποίο ως γνωστό είναι η άλλη όψη του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Στη Γερμανία ο επιχειρηματικός τομέας από δανειζόμενο κατά 6,0% του ΑΕΠ  στις αρχές του 2000 μεταβλήθηκε σε δανειστή κατά 2-3% του ΑΕΠ στα τέλη της δεκαετίας του 2000, βοηθώντας στην επέκταση του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διότι δεν επένδυσε στην εγχώρια αγορά αλλά τοποθέτησε την αποταμίευσή του στη συσσώρευσή του σε ξένα στοιχεία ενεργητικού . Με τον τρόπο αυτό οι καθαρές τοποθετήσεις της Γερμανίας σε ξένα περιουσιακά στοιχεία έγινε θετική.

Μοναδιαίο κόστος εργασίας . 2005=100
Κόκκινη γραμμή : σύνολο οικονομίας.
Μπλε γραμμή: ορυχεία και μεταποίηση.
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών Γερμανίας

Ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας την περίοδο ύπαρξης του ευρώ.
1998= 100 . Σύνολο οικονομίας.
Πηγή: Eurostat data.


Σωρευτική αύξηση της παραγωγικότητας στην ευρωζώνη

Σωρευτική αύξηση μισθών στην ευρωζώνη

Πηγή: OECD, Economic Outlook 92, December 2012.


Ακαθάριστη Εθνική Αποταμίευση και Επενδύσεις.
Κόκκινη γραμμή : ακαθάριστη εθνική αποταμίευση
Μπλε γραμμή: επενδύσεις.
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών Γερμανίας
Πίνακας
Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών ως % ΑΕΠ
1982
-2,4
1987
+4,0
1992
-1,0
1997
-0,5
2002
+2,3
2007
+7,5
2012
+6,5
Πηγή: Deutsche  Bundesbank



Β. Η συμμετοχή των αλλαγών της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Τα τελευταία 15 έτη το γερμανικό μάρκο και στη συνέχεια το γερμανικό ευρώ κέρδισαν 15% σε ονομαστικούς όρους αλλά, δεδομένου του περιορισμού των τιμών κατανάλωσης, στην πραγματικότητα εξασθένισε περισσότερο από 15% σε πραγματικούς όρους στη διάρκεια της συνολικής περιόδου. 

Πίνακας 1.
Πραγματική Συναλλαγματική Ισοτιμία μάρκου/ευρώ
Έτος βάσης 2010=100

1992
112
1995
118
1998
110
2001
100
2004
109
2007
107
2010
100
2012
94
2013
96
Πηγή : BIS

Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 η ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία της Γερμανίας και η πραγματοποιηθείσα πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία ανατιμήθηκε μόνο την περίοδο 2012-2013. Αυτή η  παρατήρηση ενδυναμώνεται αν για τον υπολογισμό της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας χρησιμοποιηθεί το κόστος ανά μονάδα εργασίας.

Γ. Η δημιουργία του ευρώ.

Είναι κοινή πεποίθηση ότι η δημιουργία του ευρώ (με τη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική) επέτρεψε στην Γερμανία να επιτύχει και να διαχειριστεί ένα πολύ μεγαλύτερο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Πριν από το ευρώ η γερμανική οικονομία ήταν πολύ δύσκολο να διαχειριστεί και να ανακυκλώσει μεσοπρόθεσμα ένα πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών υψηλότερο του 4% του ΑΕΠ. Οι γερμανικές τράπεζες ήταν βασικά ανίκανες να κτίσουν μακροχρόνιες διεθνείς θέσεις όταν το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έφθανε σε αυτό το ύψος δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις (χρηματοπιστωτικές και πραγματικής οικονομίας) δεν ήταν έτοιμες να το δεχτούν. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την περιοδική ανατίμηση του μάρκου.  

Αυτό θα οδηγούσε σε εγχώρια ανακύκλωση των πλεονασμάτων , σε υψηλότερους πραγματικούς μισθούς , στην απώλεια ανταγωνιστικότητας, σε χαμηλότερα κέρδη και αποταμιεύσεις. Αυτή η εξέλιξη διακόπηκε με την ενοποίηση όταν οι επενδύσεις εκτοξεύτηκαν και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετατράπηκε σε αρνητικό, «εξαφανίζοντας» το καθαρό πλεόνασμα των ξένων στοιχείων ενεργητικού που είχε συσσωρεύσει η γερμανική οικονομία για μια γενιά.

Η ύπαρξη του ευρώ επέτρεψε στη γερμανική οικονομία να ανακυκλώσει τα πλεονάσματα της στην ευρωζώνη χωρίς το τραπεζικό της σύστημα να αναλάβει ιδιαίτερο συναλλαγματικό κίνδυνο . Αυτό της επέτρεψε να διαχειριστεί πλεονάσματα ύψους 7,5% του ΑΕΠ (2007). Από ην άλλη πλευρά οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης δέχθηκαν μια καταιγίδα χρηματοδοτικών πόρων χαμηλού κόστους κάτι που εκτόξευσε τα ελλείμματα των ισοζυγίων πληρωμών τους. Βεβαίως η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έδειξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει τραπεζική επένδυση χωρίς κίνδυνο με αποτέλεσμα το γερμανικό τραπεζικό σύστημα να βρεθεί αντιμέτωπο με σοβαρά προβλήματα. Η έκθεσή του πρωταρχικά στο χρέος των περιφερειακών κρατών της ευρωζώνης είναι μια ένδειξη. Όμως η Γερμανία κατάφερε να δημιουργήσει ένα μηχανισμό διάσωσης στα μέτρα της, με στόχο να διασώσει το τραπεζικό της σύστημα από αυτή την έκθεση χωρίς η ίδια μέχρι τώρα να επιβαρυνθεί ως οικονομία , αλλά αντιθέτως να αποκομίσει και σημαντικό κέρδος.

Δ. Η μεγέθυνση του ΑΕΠ εξαρτάται από τις καθαρές εξαγωγές.

Η γερμανική οικονομία στη δεκαετία του 2000 εξαρτάται από τις καθαρές εξαγωγές . Η ανάλυση των παραγόντων  που συνέβαλαν στη μεγέθυνση του ΑΕΠ , τη συγκεκριμένη περίοδο, το επιβεβαιώνει με σαφήνεια.  Το 2012 η σύνθεση του ΑΕΠ ήταν η ακόλουθη: Ιδιωτική Κατανάλωση 57,4%, Δημόσια Κατανάλωση 19,3%, Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου 18,1%, Εξαγωγές Αγαθών και Υπηρεσιών 50,2%, Εισαγωγές Αγαθών και Υπηρεσιών 45,1 (Καθαρές Εξαγωγές 5,1%). 

Συμμετοχή στη μεγέθυνση του ΑΕΠ
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών Γερμανίας

Το διεθνές χρηματοοικονομικό ισοζύγιο της Γερμανίας.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία το διεθνές χρηματοοικονομικό ισοζύγιο της Γερμανίας είναι παγκοσμίως το τρίτο μεγαλύτερο , μετά από το αντίστοιχο των ΗΠΑ και της ΜΒ , και μπροστά από το αντίστοιχο της Ιαπωνίας. Η διεθνής επενδυτική θέση (άθροισμα παθητικού και ενεργητικού)  της Γερμανίας έχει φθάσει ,το 2012, στο 500% του ΑΕΠ της χώρας. Επομένως κυμαίνεται  σε περίπου 12,3 τρις ευρώ. Από την πλευρά του ενεργητικού: Δάνεια , καταθέσεις κτλ 2,6 δις ευρώ, Επενδύσεις χαρτοφυλακίου 2,3 τρις ευρώ, ΑΞΕ 1,4 τρις ευρώ, Συναλλαγματικά  διαθέσιμα 0,7 τρις ευρώ. Από την πλευρά του παθητικού: Επενδύσεις χαρτοφυλακίου 2,5 τρις ευρώ, ΑΞΕ 2,3 τρις ευρώ, Δάνεια, καταθέσεις κτλ 0,8 τρις ευρώ. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση ανέρχεται περίπου στο 1,4 τρις ευρώ.  Από τα παραπάνω στοιχεία φαίνεται ότι από την πλευρά του ενεργητικού το γερμανικό τραπεζικό σύστημα παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της παραπάνω κατάστασης μαζί με τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου. Αντιθέτως από την μεριά των υποχρεώσεων οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου είναι αυτές που έχουν τη μεγαλύτερη συμβολή και αφορούν σε επενδύσεις χρεογράφων του γερμανικού κράτους.
Η καθαρή εξωτερική θέση της Γερμανίας έφθασε σε 1,4τρις δολάρια το 2012, κυρίως λόγω της αύξησης του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τα τελευταία έτη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας ήταν ελλειμματικό. Από το 1981 μέχρι και το 1991 μετατρέπεται σε θετικό αγγίζοντας το 5,0% του ΑΕΠ την περίοδο 1986-1988 που αποτελεί και το υψηλότερο σημείο της περιόδου. Το 1991 μετατρέπεται σε ελλειμματικό μέχρι και το 2001 (κατά μ.ο -2,0% του ΑΕΠ).
Από το 2002 μέχρι και το 2012 γίνεται πάλι πλεονασματικό αγγίζοντας το 7,5% το 2007 που αποτελεί και το υψηλότερο σημείο. Παρά την μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας παραμένει υψηλό , περίπου στο 6,0% του ΑΕΠ δείχνοντας με σαφήνεια ότι η χώρα κερδίζει από την κρίση.
Τα  σημαντικότατα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας σύμφωνα με όλες τις οικονομικές θεωρίες αποτελούν δείγμα ανισορροπίας της παγκόσμιας οικονομίας με σαφείς αρνητικές επιδράσεις στη μεγέθυνσή της.
Επίσης ως πιστώτρια  χώρα η Γερμανία ανήλθε παγκοσμίως στην τρίτη θέση , μετά την Ιαπωνία και την Κίνα.
 Σε σχέση με τα επενδυτικά πιστωτικά εργαλεία τα οποία επιλέγει η Γερμανία για να τοποθετήσει τα πλεονάσματά της παρατηρείται διαχρονικά μια διαφοροποίηση συναρτώμενη με την ωρίμανση και την ενδυνάμωση της οικονομίας της. Κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970 η Γερμανία διακρατούσε μακροχρόνια χρεόγραφα του υπολοίπου κόσμου στοχεύοντας στις αποδόσεις τους. Άρχισε να μεταβάλει την επενδυτική της στρατηγική μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου.  Άρχισε να κτίζει απαιτήσεις επί μετοχικού κεφαλαίου  ενώ συγχρόνως οι απαιτήσεις χρέους έγιναν αρνητικές λόγω των πληρωμών τις μεταφορές πόρων για την ενοποίηση της χώρας αλλά και για το κόστος της φούσκας ακινήτων . Όταν περιορίστηκαν οι μισθοί στο τέλος της δεκαετίας του 1990 και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετατράπηκε πάλι σε θετικό , οι γερμανικές καθαρές απαιτήσεις χρέους έγιναν πάλι θετικές στην αρχή της δεκαετίας του 2000.
 Σήμερα η Γερμανία παρουσιάζει θετικό καθαρό εξωτερικό ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών στο οποίο οι απαιτήσεις χρέους είναι υψηλότερες από τις απαιτήσεις σε μετοχικό κεφάλαιο και συναφή  .
Φυσικά τα κέρδη από όλες αυτές τις τοποθετήσεις είναι σημαντικά. Για την Γερμανία, το καθαρό εισόδημα από τις καθαρές διεθνείς επενδύσεις κυμαίνεται μεταξύ 6,0%-8,0%  των ετήσιων καθαρών διεθνών επενδύσεων της.
Οι  παραπάνω εξελίξεις πιστοποιούν με ακρίβεια ότι η Γερμανία έχει μεταβληθεί την τελευταία δεκαετία (ύπαρξη του ευρώ) σε παράγοντα που δεν συμβάλλει, όσο απορρέει από τη θέση της , στην σταθεροποίηση και στη μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας παρότι έχει κάνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση σε σχέση με τις δεκαετίες 1960 και 1970.