Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Λίγες σκέψεις για την αυτοεικόνα των Γερμανών[i].



του Κώστα Μελά.

Η εικόνα του εθνικού παρελθόντος αποτελεί μέρος της αυτοεικόνας κάθε λαού.  Είναι  εντελώς συνηθισμένο, στα έθνη γενικά, οι άνθρωποι να γαλουχούνται με αντιλήψεις  αναφορικά με την αξία και τη σπουδαιότητα του έθνους τους οι οποίες πλειοδοτούσαν κατά πολύ έναντι κάθε νηφάλιας αποτίμησης στηριζομένης  στα αντικειμενικά δεδομένα. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά τα πράγματα στην Γερμανία.
 Όπως συμβαίνει  παντού, έτσι και στη Γερμανία, το ρεαλιστικό αίσθημα υπερηφάνειας για τα εθνικά επιτεύγματα και τα εθνικά χαρακτηριστικά τους  μεταλλάχθηκε ανεπαίσθητα σε μια υπερηφάνεια η οποία αφορούσε κατορθώματα και γνωρίσματα υπερμεγεθυμένα ή και εντελώς φανταστικά.
Όμως , στην Γερμανία, για  κοινωνιοεξελικτικούς  και πολιτισμικούς  λόγους δημιουργήθηκε μια κατάσταση στην οποία το επίπεδο της εθνικής αυτοσυνείδησης ανάμεσα στην υπερηφάνεια και στην αλαζονεία παρέμεινε σχετικά επισφαλής και ευάλωτη.
Η μετεξέλιξη της Γερμανίας, αρχικά σε ενιαίο απολυταρχικό  κράτος και κατόπιν σε ενιαίο εθνικό κράτος, συντελέστηκε με πολύ βραδείς ρυθμούς και με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με άλλα υπόλοιπα ευρωπαϊκά απολυταρχικά ή εθνικά κράτη.
Τα ανερχόμενα  γερμανικά μεσαία στρώματα , αισθανόμενα μειονεκτικά  έναντι των αντίστοιχων αγγλικών και γαλλικών,  λόγω της αργοπορημένης ανάπτυξής τους, στράφηκαν στην ανάδειξη ορισμένων συλλογικών επιτευγμάτων σε τομείς της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας, της μουσικής και άλλων τεχνών – δηλαδή σε αυτό που ονομάστηκε γερμανική Kultur (σε αντίθεση με τον όρο civilization που χρησιμοποιούν οι αγγλοσάξονες).
Σε σύγκριση με άλλες χώρες (πχ Αγγλία) οι Γερμανοί διέθεταν μια αόριστη εικόνα για την πατρίδα τους και τα εθνικά χαρακτηριστικά της. Δεν υπήρχε κάποιος «τρόπος ζωής» ο οποίος να λογίζεται στη σκέψη και στον λόγο ως χαρακτηριστικά γερμανικός. Το μόνο ειδικά γερμανικό ήταν μια γενική κοσμοθεώρηση, ένας ιδιαίτερος τύπος πεποιθήσεων, και τίποτε παραπάνω.
Έτσι  ο Γερμανός κυρίως αισθανόταν αυτή την αξία και ελάχιστα την βίωνε στην καθημερινή του πραγματικότητα.  Δεν απόρρεε δηλαδή, από την γερμανική αυτοεικόνα , τίποτε που να μπορεί να ληφθεί ως κανόνας πρακτικής καθοδήγησης στην καθημερινή ζωή , με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να βασίζονται μόνο στις ατομικές τους προσλήψεις.  Δεν συνδεόταν μ’ έναν συγκεκριμένο κώδικα διαγωγής που να παρέχει στα άτομα ένα μέτρο σχετικά σταθερό, εσωτερικευμένο υπό τη μορφή ενός στρώματος της ατομικής τους συνείδησης, με βάση το οποίο θα έκριναν τους άλλους και τον εαυτό τους.
Την εθνική συνείδηση εκτός από αίσθηση , η μεγάλη μάζα των Γερμανών, την βίωνε κυρίως σε εορτασμούς , επίσημες αργίες  και προπαντός σε κρίσεις και καταστάσεις κινδύνου. Σε αυτές τις στιγμές  ο γερμανικός λαός συνειρμικά οδηγούνταν σε μια εθνική ανάταση η οποία συνόρευε με το ιερό με έντονα μυστικιστικά στοιχεία. Κατά τη διάρκεια αιώνων απολυταρχικής εξουσίας, οι Γερμανοί είχαν καλλιεργήσει μια σιωπηρή λαχτάρα για εθνικά ιδεώδη, πεποιθήσεις , βασικές  αρχές και πρότυπα.
Σε ομαλές  περιόδους η μεγάλη ιδεατή εικόνα της Γερμανίας βρισκόταν στο παρασκήνιο. Έδινε λίγη απ’ τη λάμψη της στη ζωή του γερμανικού λαού τις μέρες γιορτής. Έριχνε όμως και μια βαριά σκιά. Η εικόνα αυτή ήταν τόσο εξυψωμένη, ώστε πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν τα καθημερινά δρώμενα της πολιτικής ζωής αποκρουστικά και ασήμαντα.
Το βαθύ χάσμα ανάμεσα στο ιδανικό και στην πραγματικότητα, ανάμεσα στο εξαιρετικό και στο κανονικό, είχε κι απ’ αυτή την άποψη ευρύτατες συνέπειες: η πραγματικότητα και η κανονικότητα απαξιώνονταν ως ασήμαντες και ανούσιες.
Την συγκεκριμένη  τάση των Γερμανών να αναζητούν ένα συλλογικό ιδανικό έξω από την καθημερινή ζωή την ενίσχυε και, στην πραγματικότητα, την αναπαρήγε η εικόνα ενός τάχα χαμένου εθνικού μεγαλείου.
Αυτό συνέβαινε διαμέσου της εξιδανικευμένης εικόνας του ισχυρού Ράιχ του παρελθόντος , την οποία κάθε Γερμανός και κάθε Γερμανίδα είχαν αφομοιώσει ως μέρος της ταυτότητάς τους και η οποία αποτελούσε μέρος της απάντησης στο ερώτημα: «Τι είμαι ως Γερμανός;».
Αυτό το Ράιχ, αυτή η ιδεατή εικόνα της Γερμανίας, επανερχόταν σταθερά ως σημείο αναφοράς για χειροπιαστή δράση σε κρίσιμες καταστάσεις. Αποτελούσε σύμβολο πίσω απ’ το οποίο συσπειρώνονταν οι Γερμανοί. Κινητοποιούσε ισχυρές συναισθηματικές δυνάμεις. Η πραγματική και η ιδεατή Γερμανία έρχονταν πιο κοντά. Κάποιες φορές, για σύντομο διάστημα, έφτασαν σχεδόν να ταυτιστούν. Σε τέτοιες καταστάσεις, η απολυτότητα και η αδιαλλαξία του γερμανικού εθνικού ιδανικού δικαιώνονταν πλήρως.
 Όταν το ζήτημα είχε να κάνει με την αποκατάσταση της παλαιάς δόξας της Γερμανίας η πραγματική πολιτική κατάσταση μπορούσε να παραγνωριστεί πλήρως. Ήταν αδιανόητο να υπάρξει η οποιαδήποτε υποχώρηση.
Ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Γερμανών, τα οποία έχουν θεωρηθεί ως επικίνδυνα (ισχυρή δόση επιθετικότητας και καταστρεπτικότητας) οφείλονται  περισσότερο σε μια τάση που έχει ενσταλαχτεί στους Γερμανούς, όχι μόνο από την παράδοση συμπεριφορών τους, αλλά και από την παράδοση συμπεριφορών τους, αλλά και την συνδυαστική επίδραση των επαναλαμβανόμενων ιστορικών βιωμάτων, της εκπαίδευσης και της προπαγάνδας- στην τάση τους, σε κρίσιμες καταστάσεις, όταν γινόταν επίκληση του υπερμεγεθυμένου ιδεατού «εμείς» τους , να ενεργούν στο όνομα της Γερμανίας τόσο τυφλά όσο το απαιτούσε το υψηλό ιδανικό τους, δηλαδή αδιαφορώντας για αυτό που οι άλλοι αποκαλούσα «σκληρή πραγματικότητα», δίχως να λογαριάζουν τις συνέπειες για τους υπόλοιπους και για τους εαυτούς τους. Στο βωμό της ιδεατής Γερμανίας τα πάντα φαίνονταν δυνατά κι επιτρεπτά.
Ο πατριωτισμός των Γερμανών είναι κατά βάση ρομαντικός.   Και για αυτό επικίνδυνος.


[i] Ίσως να συμβάλλει στην κατανόηση της σημερινής στάσης της Γερμανίας.

Ταγίπ Ρετζέπ Ερντογάν: ένας καλός εργοδότης



του Νίκου Μπινιάρη.

Όσοι ασχολούνται με τα ζητήματα της Τουρκίας, είτε διεθνολόγοι, είτε τουρκολόγοι, είτε πολιτικοί επιστήμονες, διατηρούν μια μόνιμη και «προσοδοφόρα» ενασχόληση, έχοντας εργοδότη τους τον Πρόεδρο της Γείτονος και «συμμάχου» Τουρκίας, Ερντογάν. Ο εν λόγω ψηλός, ξανθός και συχνά θυμωμένος κύριος τροφοδοτεί με ειδήσεις και σχόλια όσους παρακολουθούν τα έργα και τις ημέρες του. Το τελευταίο κατόρθωμά του ήταν η επίθεσή του στον Κεμάλ Ατατούρκ, τον ιδρυτή και θεμελιωτή της σύγχρονης Τουρκίας, δια μέσου της επιθέσεώς του κατά της Συνθήκης της Λοζάνης.
Στην Ελλάδα είθισται, διαχρονικά και υπό όλων των ειδών των κυβερνήσεων, οι εκάστοτε δηλώσεις των Τούρκων ηγετών να χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: αυτές οι οποίες απευθύνονται στο εσωτερικό της Τουρκίας και αυτές που απευθύνονται προς το εξωτερικό, Αμερική, ΝΑΤΟ, Ρωσία, κλπ.  Αυτή η διάκριση γίνεται με απώτερο σκοπό να καθησυχάσει  την εδώ κοινή γνώμη μια και επιθετικές δηλώσεις για το Αιγαίο, την ΑΟΖ την Κύπρο, την στήριξη των Σκοπίων ή των βλέψεων της Αλβανίας, μπορούν να ερμηνευθούν ως δηλώσεις για εσωτερική εθνικιστική κατανάλωση. Από την άλλη πλευρά οι συχνότατες επιθετικές ενέργειες στο Αιγαίο, σε θάλασσα και αέρα ερμηνεύονται ως φαινόμενα «ρουτίνας» μετά από τόσες δεκαετίες επαναληπτικά  καταθλιπτικές πρακτικές.
Η αντίδραση των Αθηνών, διαχρονικά, μπορεί να περιγραφεί ως στρουθοκαμηλισμός, το λιγότερο, αλλά και ως καθολική άρνηση της πραγματικότητας, εφόσον η ελληνική στάση σε όλα τα θέματα είναι ή να ομφαλοσκοπεί ή η καθολική επίρριψη των προβλημάτων στην αυλή των οποιοδήποτε άλλων. Επειδή οι βλέψεις και οι κινήσεις  της Τουρκίας είναι θέμα υπαρξιακό για τον ελληνισμό μετά την έμμεση αλλά σαφή αμφισβήτηση της Συνθήκη της Λοζάνης η επίρριψη του προβλήματος στους άλλους παίρνει την γνώριμη οδό η οποία οδηγεί  στους ακαθόριστους αλλά προσφιλείς ατραπούς του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών.
Είναι ήδη προφανές το πόσο οι πάντες σέβονται, τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο στο ζήτημα της Κύπρου. Είναι προφανές το πόσο σέβονται το διεθνές δίκαιο οι μεγάλες δυνάμεις, ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα όταν διακυβεύονται τα δικά τους συμφέροντα ή συμμαχίες όπως στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, τη Συρία, την Ουκρανία, τη θάλασσα της Κίνας. Καθίσταται, από όλα τα παραπάνω, πως το μόνο προφανές είναι πως ισχύει και πάλι το δίκαιο του ισχυροτέρου.  Θλιβερό και ανέντιμο, μια οπισθοδρόμηση η οποία όμως δεν έχει ποτέ αναιρεθεί από την ίδια την ιστορία.
Η περιγραφή της πραγματικότητας σε σχέση με την Τουρκία είναι ευδιάκριτη για όσους έχουν μάτια αλλά και θέλουν να δουν. Η Τουρκία πέραν της Κύπρου έχει στρατεύματα στη Συρία, στο Ιράκ, όπου ο Πρόεδρος δήλωσε πως η Τουρκία θα παίξει ρόλο στην ανακατάληψη της Μοσούλης, δηλαδή έμπρακτη αναίρεση της Συνθήκης της Λοζάνης, και μόλις χτες άνοιξε τη στρατιωτική της βάση στη Σομαλία η οποία έχει και την αποστολή της εκπαίδευσης του σομαλικού στρατού για την αντιμετώπιση των Σομαλών τζιχαντιστών αλλά και πειρατών. Προσφέρει δηλαδή η Τουρκία μια χείρα βοηθείας προς τους Δυτικούς ως προπύργιο κατά της τρομοκρατίας και της πειρατείας η οποία απειλεί το διεθνές εμπόριο.
Στο απάνθρωπο δε θέατρο συγκρούσεων της Συρίας, η περιγραφή τους ως «εμφύλιες» μας αναγκάζει να γίνουμε ευφάνταστοι αναλυτές του τί ακριβώς σημαίνει «εμφύλιος» όταν στη Συρία το ζήτημα δεν είναι το ποιος συμμετέχει στις συγκρούσεις αλλά το ποιος λείπει. Προφανώς η Ελλάς, οι νήσοι Φερόες και πιθανώς η Ισλανδία και η Μαδαγασκάρη. Οι τελευταίες αναλύσεις μάλιστα μιλούν για τον εξοπλισμό αντι-κινέζων ανταρτών κατά κινέζων οι οποίοι βρίσκονται στη Συρία αλλά και Ιουγούρων οι οποίοι βρίσκονται στην Κίνα από τους συνήθεις ύποπτους, τις ΗΠΑ. 
Δυστυχώς, για να επιστρέψουμε στην προσφιλή μας ανάλυση του απαράμιλλου Ισλαμιστή ηγέτη Ερντογάν, οι ευφυείς προσποιήσεις του ελληνικού ΥΠΕΞ, διαχρονικά, δεν έχουν πια το βάθος χρόνου που είχαν άλλοτε. Επί σειρά δεκαετιών η ελληνική εξωτερική πολιτική βασίζονταν στην υπόθεση της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ και ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα μιας τέτοιας κοσμογονικής αλλαγής στα τουρκικά πράγματα, θα έφερνε πιο «πολιτισμένες» και φιλικές λύσεις στις διεκδικήσεις της Τουρκίας. Ήδη όμως η Τουρκία κρατάει όμηρο την ΕΕ με το ζήτημα των προσφύγων και οικονομικών μεταναστών αλλά κυρίως κρατάει όμηρο την Ελλάδα η οποία, όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, θα βρεθεί να πληρώσει το μάρμαρο της άρνησης της ΕΕ να προχωρήσει στην ένταξη της Τουρκίας στους κόλπους της.
Η διαχρονική ελληνική πολιτική της ειρήνευσης με την Τουρκία ως αρχή δεν ήταν λάθος. Ούτε η δεξιά, ούτε η αριστερά, ούτε το βενιζελικό φιλελεύθερο κέντρο είχαν ποτέ ρεβανσιστικές βλέψεις κατά της Τουρκίας μετά το 1922. Η Ελλάδα γεωστρατηγικά δεν έχει δυνατότητες επίθεσης παρά μόνο άμυνας. Αυτό βέβαια δεν αλλάζει την αφόρητη πίεση μετά το 1974 κατά των ελληνικών κυβερνήσεων για την εξεύρεση λύσεων στα μέτρα του τουρκικού επεκτατισμού.
Ο φθόνος του Ερντογάν για τον Κεμάλ, και η αντικατάσταση της Συνθήκης της Λοζάνης από μια ανερχόμενη νέο-Οθωμανική Τουρκία με ήρωα τον Ερντογάν θα στοιχίσει ακριβά και στην Τουρκία και στους γείτονές της. Ένας από αυτούς είμαστε εμείς. Δεν κινδυνεύουμε από άμεση τουρκική επίθεση, κινδυνεύουμε όμως να βρεθούμε κάποια στιγμή υποχρεωμένοι να δεχτούμε όρους υπαρξιακά απαράδεκτους.