Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Ευρωπαϊκή Ένωση :προβλήματα, αντιθέσεις και δομικά αδιέξοδα της πραγματοποιούμενης ενωσιακής διαδικασίας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κώστα Μελά , «Η Σαστισμένη Ευρώπη». Εκδόσεις Εξάντας 2009.

Υπάρχουν κατ’ αρχάς, ορισμένα βασικά ερωτήματα που χρειάζεται να τεθούν αναφορικά με την δικαιολογητική επιχειρηματολογία που προβάλλεται για τον επιλεχθέντα τρόπο κτισίματος της του μορφώματος που ονομάζεται ΕΕ.
Η μελέτη του ιστορικού χώρου Ευρώπη μας επιτρέπει να συνάγουμε στοιχεία ιστορικής ενότητας που να τα χρησιμοποιήσουμε ως συγκολλητικούς παράγοντες τις παρούσης ενωσιακής διαδικασίας ; Είναι πράγματι αληθές ότι η επιχειρούμενη ενοποίηση αποτελεί αποτέλεσμα της κοινής συνείδησης των ευρωπαϊκών λαών; του κοινού της αξιακού συστήματος ; Ότι οφείλεται στη συνείδηση , μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο , η ανάγκη κατάργησης του πολέμου ως μέσου επίλυσης των διακρατικών διαφορών; Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ισχύουν όλα αυτά γιατί δεν είναι ικανά να προκαλέσουν την πολυπόθητη υπέρβαση και να οδηγήσουν στη δημιουργία της «ευρωπαϊκής πολιτείας» ;
Σε αυτά χρειάζεται να δοθούν ορισμένες απαντήσεις με στόχο την αποκατάσταση της αλήθειας
……………


Η μέχρι σήμερα πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πραγματοποιήθηκε χωρίς ποτέ να αντιμετωπισθούν οι θεμελιώδεις αντιθέσεις (όπως αναφέρθησαν παραπάνω) στο εσωτερικό της ΕΕ. Θεμελιώδεις και πάγιες αντιθέσεις , όχι απλές αποκλίσεις θέσεων , ποικιλία απόψεων ή έστω ιδεολογικές συγκρούσεις. Τις αντιθέσεις αυτές οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ με την μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν θέλησαν να αντιμετωπίσουν. Παραμερίστηκαν με επιμέλεια , κρύφτηκαν κάτω από το χαλί. Η προώθηση της ολοκλήρωσης ουσιαστικά στηρίχθηκε σε «μη-λύση» των βασικών προβλημάτων. Αυτή η λογική της ολοκλήρωσης ήταν απολύτως σύμφωνη με τη «μέθοδο Μονέ» η οποία στηρίζεται ως γνωστό ,στην αλληλουχία κρίσεων. Με τα ίδια τα λόγια του Μονέ «Η Ευρώπη θα συντίθεται μέσω κρίσεων και δεν θα είναι παρά το άθροισμα των λύσεων που η ίδια θα φέρει στις λύσεις αυτές» Η κρίση αποτέλεσε πάντοτε ανάγκη γιατί μόνο έτσι η λύση , ο τελικός συμβιβασμός επεκτεινόταν και σε άλλους τομείς , διευρύνοντας το φάσμα των τομέων της από κοινού δράσης , βαθαίνοντας την ολοκλήρωση . Αποτέλεσμα αυτής της νεολειτουργικής λογικής ήταν και η διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με προεξάρχουσα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε προϊόν μιας συνωμοσίας των πολιτικών ελίτ .
Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ αντελήφθησαν εγκαίρως ότι η επέκταση της ενοποίησης σε χώρους που παράγουν σύγκρουση και όχι συναίνεση , εκεί δηλαδή όπου διακυβεύεται η ίδια η αυτονομία των κρατών , όπως στους χώρους της «υψηλής πολιτικής» θα υπονόμευε την επιχειρησιακή ικανότητα της υπερεθνικής μεθόδου να ορίσει το κοινό συμφέρον και να το αναδείξει μέσα από συντονισμένες μορφές συλλογικής δράσης .
Βασίσθηκε στην παθητική συναίνεση των πολιτών των ευρωπαϊκών χωρών , οι οποίοι θεώρησαν κατ’ αρχάς αδιάφορα τα γενόμενα λόγω της σαφούς έλλειψης ενημέρωσης δεδομένου ότι οι διαδικασίες προώθησης της ολοκλήρωσης γίνονταν (και γίνονται ) «εξ’ υφαρπαγής» , δευτερευόντως επειδή φαίνεται ότι «πείσθηκαν» μέσω μιας βασικής υπόσχεσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα έχει θετικές οικονομικές επιδράσεις στην καθημερινότητά τους και στην γενικότερη ευημερία τους φθάνει να εγκαταλειφθεί κάθε είδος «λαϊκισμού» που δημιουργεί μόνο προβλήματα στην οικονομία.


Αυτή η «πειθώ» οφείλεται πρωταρχικά στα ΜΜΕ και στην ηγεμονία που αυτά ασκούν στη διαμόρφωση των επιθυμητών αντιλήψεων. Η αίσθηση αυτή ήταν καταλυτικά κυρίαρχη στις νεοεισερχόμενες χώρες οι οποίες εμφανίζονται «βασιλικότερες του βασιλέως».
Όμως παρόλα αυτά , η ΕΕ , αυτό το ιδιαίτερο μόρφωμα, κατάφερε να δημιουργήσει, με το πέρασμα του χρόνου και παρά το τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα , ένα δικό του πολιτικό σύστημα , ιδιόμορφο, με τους δικούς του κανόνες και τα δικά του θεσμικά όργανα που νομοθετούν σ’ ένα εξαιρετικά ευρύ πεδίο, ξεκινώντας από την Οικονομία και φθάνοντας μέχρι τον χώρο της Δικαιοσύνης , του Περιβάλλοντος και της Μετανάστευσης. Με τη διαδικασία αυτή και στα «μουλωχτά» δημιουργήθηκε ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο , ένα νομικό δίχτυ που απλώθηκε πάνω από τα εθνικά κράτη υποτάσσοντας σημαντικά κομμάτια της κυριαρχίας τους. Επομένως είναι λίγο παράδοξο σήμερα να ομιλούμε για απουσία πολιτικής πρακτικής εκ μέρους των πολιτικών ελίτ των ευρωπαϊκών χωρών. Το Πολιτικόν αναπόφευκτα είναι πάντοτε παρών στις ανθρώπινες και ως εκ τούτου και στις κοινωνικές διεργασίες. Όμως όπως έχουμε αναλύσει πρόκειται για το Πολιτικόν χαμηλής εντάσεως που κατευθύνεται σε σφαίρες όπως η οικονομία και ο πολιτισμός. Αλλά και σε αυτά τα επίπεδα οι επιτυχίες ως προς τους αρχικούς σκοπούς δεν ήταν μεγάλες στον αριθμό αλλά ούτε και ουσιαστικές.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η «πολιτική» έκφραση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτέλεσε τη συνισταμένη των «διακυβερνητικών» βουλήσεων των εθνικών κυβερνήσεων. Οι βουλήσεις αυτές ,παρότι διαθλούμενες σε ένα βαθμό από την ιστορικότητα του κάθε εθνικού κράτους, ουσιαστικά συγκλίνουν στην εγκαθίδρυση και στην διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς ως βασικού εργαλείου της ολοκλήρωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η «κοινή υπόθεση» της Ευρώπης αποτέλεσε μέχρι την περίοδο αυτή, στόχο «διακρατικών» συμφωνιών ελλείψει μιας ενιαίας(;) πολιτικής βούλησης .

Η κατάσταση μεταβάλλεται τυπικά από την ημερομηνία ψήφισης της Ενιαίας Πράξης (1986). Από την ημερομηνία αυτή ουσιαστικά βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο και της «πολιτειακής» δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έννομη συγκρότηση της – τυπικά- μετά τη συνθήκη του Μάαστριχ άρχισε να μη βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στις κατηγορίες του διεθνούς δικαίου. Αυτό συνεχίστηκε με τις συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας. Επίσης και με το απορριφθέν Ευρωπαϊκό Σύνταγμα αλλά και την απορριφθείσα (;) Ευρωπαϊκή Συνθήκη . «Εκείνο που αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ότι η μορφή που λαμβάνει η ενωσιακή διαδικασία συνιστά (ειδικά μετά το Συμβούλιο Κορυφής των Βρυξελλών 21/22.6.2007) μια νέα ιστορική φάση. Η ύλη της ενωσιακής διαδικασίας παρουσιάζει πλέον, και μάλιστα σε εντεινόμενο βαθμό , χαρακτηριστικά πολιτειακής υφής…η ενωσιακή τάξη αποκτά μια μερική συνταγματική ποιότητα…Τούτο διαπιστώνεται από το γεγονός της άμεσης υποταγής στις αποφάσεις της τόσο των κρατών μελών όσο και των πολιτών επιστρατεύοντας τις αρχές οι οποίες στο πλαίσιο του κράτους νομιμοποιούν την εξουσία. Γι’ αυτό ακριβώς και γίνεται δεκτό ότι η ευρωπαϊκή ενωσιακή τάξη αποκτά μια μερική συνταγματική ποιότητα. Έτσι εξηγείται η προσφυγή του ενωσιακού νομοθέτη σε έννοιες και ρυθμίσεις που ανάγονται σε κατηγορίες του κρατικογενούς ευρωπαϊκού συνταγματικού λόγου… » .
Το παρόν στάδιο , αν και παραμένει κρατικοκεντρικής έμπνευσης , στο βαθμό κατά τον οποίο τα κράτη , μέσα από συνεργατικές νόρμες διακυβέρνησης , διατηρούν το συνολικό πολιτικό έλεγχο σχετικά με τις εξελίξεις του κοινού συστήματος, θεωρείται ότι αποτελεί ένα στάδιο μετάβασης προς μια ευρωπαϊκή πολιτεία.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 καθίσταται ολοένα και πιο εμφανές ότι η ΕΕ βρίσκεται εγγύτερα στη μορφή ενός πολιτικού συστήματος –παρά ενός , έστω και ιδιότυπου, διεθνούς οργανισμού, - με αξιοσημείωτη ικανότητα διακυβέρνησης , στα πλαίσια του οποίου διαμορφώνονται και εφαρμόζονται πολιτικές όπως συμβαίνει στο εσωτερικό των συστατικών μερών . Προβάλλεται έτσι η θεώρηση της ΕΕ ως πολιτείας σε αντίθεση με τη μορφή της περιφερειακής ένωσης που ασχολείται κυρίως με τη ρύθμιση θεμάτων που εμπίπτουν στη σφαίρα της λειτουργικής διακυβέρνησης.

Η λειτουργία αυτού του μηχανισμού ουσιαστικά σηματοδοτεί μια νέα διάσταση άσκησης της πολιτικής : το Συμβούλιο Αρχηγών (οι 27 πρωθυπουργοί των χωρών-μελών) αποτελεί ένα αυτονομημένο σώμα (από την εκλογική τους βάση) το οποίο αποφασίζει πολιτικά και νομοθετεί μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο όνομα του ήδη υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου( που το ίδιο είχε θεσπίσει σε παλαιότερες διαδικασίες) ενδύοντας το βεβαίως με το ένδυμα ενός φυσικού νόμου που είναι δεδομένος και άτεγκτος. Οι ενέργειές του είναι ουσιαστικά ανεξέλεγκτες. Ούτε τα Εθνικά Κοινοβούλια ούτε και το Ευρωκοινοβούλιο μπορούν να ελέγξουν τις αποφάσεις αυτού του περίεργου μορφώματος το οποίο διαθέτει νομοθετικές , εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες. Έτσι επί της ουσίας έχει δημιουργηθεί ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο που ορίζει εγγενώς , μονοδιάστατα και απαρέγκλιτα τις διαχειριστικές πολιτικές για την εκπλήρωση ενός στόχου , την πραγμάτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στην πραγματικότητα η ΕΕ κυβερνάται υπό μιαν έννοια με ένα υπερεθνικό τρόπο , αλλά με καθοριστική συμμετοχή των αρχηγών των εθνικών κρατών , τα οποία αντιπροσωπεύουν ορισμένους κύκλους των ελίτ των κοινωνιών τους. Χωρίς να υφίστανται άμεσες πιέσεις , τα εθνικά κράτη της ΕΕ συγχωνεύονται απαλά από τους αρχηγούς τους σε μια «σχετικά ανεξέλεγκτη» πολιτεία. Παρατηρείται στην πράξη μια συνεχής διάδραση μεταξύ των πολιτικοοικονομικών σχέσεων των συστατικών κρατών , οι οποίες διευθύνονται όμως από τους κεντρικούς θεσμούς. Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν χάσει ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού ελέγχου που διέθεταν παλαιότερα. Οι εκπορευόμενες διαδικασίες από το αυτονομημένο κέντρο, διαπερνά τα κρατικά σύνορα , διεισδύοντας στις εσωτερικές πτυχές της εθνικής πολιτικής.
Η εγγενής αδυναμία ελέγχου αυτής της διαδικασίας λόγω απουσίας ενός ευρωπαϊκού «δήμου» την καθιστά όχι μόνο δημοκρατικά έωλη στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών αλλά , όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί της θεωρίας της καρτελοποίησης της πολιτικής, την κατατάσσουν στην κατηγορία ενός καρτέλ το οποίο επικυριαρχεί στα πολιτικά συστήματα των εθνικών κρατών-μελών. Ελάχιστες δυνατότητες υπάρχουν να ασκηθούν άλλες πολιτικές από κυβερνήσεις που θα έχουν έναν διαφορετικό προσανατολισμό. Μάλιστα η επικυριαρχία επί των πολιτικών συστημάτων των εθνικών κρατών είναι καθοριστική και στο ποια κόμματα θα εκλεγούν στη διακυβέρνηση της χώρας. Η εναλλαγή των κομμάτων που αποδέχονται και εφαρμόζουν τις πολιτικές του «ευρωπαϊκού μορφώματος »» στην εξουσία, αποτελεί και την ασφαλιστική δικλείδα λειτουργίας του όλου συστήματος. Παράλληλα όμως αυτή η λειτουργία προπλάσματος του «ευρωπαϊκού κράτους» οδηγεί σε σοβαρούς περιορισμούς της δημοκρατίας – ακόμα και της μορφής που η τελευταία λαμβάνει μέσα στα πλαίσια των δυτικών μαζικοδημοκρατικών κοινωνιών.
Είναι σημαντικό επίσης να σημειωθεί ότι οι αλλαγές επεκτείνονται πλέον και σε επίπεδο λειτουργίας της ΕΕ και του τρόπου λήψης των αποφάσεων. Με βάση τις αλλαγές αυτές τα μεγαλύτερα κράτη αποκτούν περισσότερη ισχύ ενώ τα μικρά και μεσαία κράτη βλέπουν να περιορίζεται η ισχύς τους στη διαμόρφωση των νόμων της ΕΕ. Αυτό θα επιτευχθεί καθιστώντας το μέγεθος του πληθυσμού ένα βασικό στοιχείο στις αποφάσεις για τους ευρωπαϊκούς νόμους και επομένως μειώνοντας το σχετικό βάρος των ψήφων και την επιρροή των μικρών και μεσαίων κρατών σε σύγκριση με τα μεγάλα κράτη, εκ των οποίων η Γερμανία είναι το μεγαλύτερο. Προϋπόθεση επιτυχίας αυτής της προσπάθειας η κατάργηση του καθεστώτος ομοφωνίας σχεδόν σε όλα τα ζητήματα (εκτός της εισόδου νέου μέλους στην ένωση) .

Παράλληλα παύει το δικαίωμα του κάθε κράτους-μέλους να αντιπροσωπεύεται μονίμως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το σώμα που έχει το μονοπώλιο στις προτάσεις νόμων της ΕΕ, κάνοντας τον αριθμό των επιτρόπων μικρότερο από αυτό των κρατών-μελών. Αυτό ενδιαφέρει λιγότερο τα μεγάλα κράτη γιατί το πολιτικό και οικονομικό τους βάρος εξασφαλίζει ότι μπορούν να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους μέσα στις διαδικασίες διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής πολιτικής ακόμα και αν δεν διαθέτουν κατά καιρούς αντιπροσώπευση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή .
Αυτές οι αλλαγές έχουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις στη δυνατότητα των μικρότερων χωρών να υπερασπισθούν ισότιμα τα ζητήματα των λαών τους.
Το συμπέρασμα που αβίαστα συνάγεται είναι ότι στην ΕΕ οι μεγάλες δυνάμεις είναι αυτές που και τυπικά πλέων καθορίζουν τις εξελίξεις. Σιγά-σιγά αποκαθίσταται και στο ευρωπαϊκό κοινωνικό επιφαινόμενο η λογική της κυριαρχίας των ισχυρότερων χωρών ,οι οποίες μέχρι και σήμερα βεβαίως επέβαλαν τις απόψεις τους ,στο πλαίσιο όμως τις ομοφωνίας. Ως τέτοιες μόνο η Γερμανία ,η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία μπορούν να θεωρηθούν. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι χώρες όπως η Λιθουανία , η Λετονία ,η Εσθονία, η Μάλτα , το Λουξεμβούργο ,η Κύπρος , η Δανία ,η Ελλάδα , το Βέλγιο , η Ολλανδία , η Ιρλανδία αλλά και η Ιταλία μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων όχι μόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις αλλά και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανέκαθεν οι μεγάλες δυνάμεις καθόριζαν τις εξελίξεις και δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να μεταβληθεί σήμερα αλλά και στο προσεχές μέλλον. Οι ανέξοδες διακηρύξεις των πολιτικών ηγεσιών των μικρών και μεσαίων ευρωπαϊκών χωρών ,ότι μπορούν να παίξουν ουσιαστικό ρόλο στην κατεύθυνση που πρέπει να λάβει η ΕΕ αποτελούν απλώς αυταπάτες , αν πράγματι είναι αυταπάτες, και δεν αποσκοπούν στην χειραγώγηση και στον επηρεασμό της κοινής γνώμης των χωρών τους για πολύ ευνόητους λόγους. Αν πράγματι είναι αυταπάτες , αυτό συμβαίνει ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι η ευόδωση των επιδιώξεών τους εξαρτιέται από την εκάστοτε ισορροπία μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων , από τις κρίσεις που διαπερνούν αυτές τις σχέσεις , αλλά και από τις ανάγκες της εσωτερικής πολιτικής τους οι οποίες τις περισσότερες φορές είναι άλλης φύσεως από τις ανάγκες των μικρών ή μεσαίων, από άποψης δυνάμεως, χωρών. Επομένως οι χώρες αυτές ενώ αποτελούν μέρος του παιχνιδιού , ουσιαστικά αδυνατούν να συμμετάσχουν με ίσους όρους. Εμπλέκονται σε παιχνίδια υπέρτερα των δυνάμεων τους , αναμένοντας μόνο τη στιγμή που θα υπάρξει, αν υπάρξει, η προσοδοφόρος , για αυτές ,ευνοϊκή συγκυρία
Στην ιστορία της ανθρωπότητας πάντοτε τα θεσμικά υποκείμενα , όποια μορφή και αν έχουν, εισέπρατταν ανάλογα με την ισχύ τους. Κανένας δεν χαρίζει σε κανένα τίποτε . Όλα κατακτούνται.


Κώστας Μελάς 05.12.2011

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Μια ακόμη συζήτηση χωρίς νόημα.

Στην Ελλάδα διεξάγεται μια συζήτηση γύρω από ένα ερώτημα το οποίο προτάθηκε κατ’ αρχάς ως δικαιολογητικό επιχείρημα της Κυβέρνησης του ΓΑΠ για την ασκούμενη πολιτική του Μνημονίου: πρόκειται για το επιχείρημα ότι χωρίς τα χρήματα της Δανειακής Σύμβασης δεν θα μπορούσαν να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις.
Στο επιχείρημα αυτό βάλθηκαν να απαντήσουν και φυσικά να το ανατρέψουν , διάφορες φωνές που κυρίως προέρχονται από τον χώρο της αριστεράς , υποστηρίζοντας ότι τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης φτάνουν και περισσεύουν για την πληρωμή των μισθών και συντάξεων. Μάλιστα η αποστολή τους είναι εύκολη δεδομένου η απλή παράθεση των στοιχείων που αφορούν στο μέγεθος των μισθών και συντάξεων και του αντίστοιχου μεγέθους των εσόδων της Γενικής Κυβέρνησης επιλύει αμέσως το πρόβλημα.
Είναι προφανές ο προπαγανδιστικός χαρακτήρας του επιχειρήματος από τη μεριά των κυβερνητικών και άλλων παραγόντων με στόχο τον εκφοβισμό των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων αλλά και γενικότερα των ελλήνων πολιτών. Νομίζω όμως ότι υπάρχει μια σκόπιμη παρεξήγηση στο συγκεκριμένο ζήτημα την οποία και τα δύο μέρη αφήνουν να υπάρχει παραπλανώντας όσους επιθυμούν να αντιληφθούν την πραγματικότητα.
Το ελληνικό κράτος , όπως όλα τα κράτη , για να λειτουργήσουν πραγματοποιούν δαπάνες τις οποίες χρηματοδοτούν από τα έσοδά τους και αν αυτά δεν αρκούν με δανεισμό . Μπορούμε να ομαδοποιήσουμε αυτές τις δαπάνες ως εξής:
1. Μισθοί και Συντάξεις.
2. Μεταβιβαστικές Πληρωμές
3. Λειτουργικές Δαπάνες
4. Άλλες Δαπάνες του Κράτους
5. Τόκοι
6. Χρεολύσια
7. Δαπάνες ΠΔΕ
Τα Χρεολύσια ως συνήθως χρηματοδοτούνται με νέο δανεισμό ολόκληρη αυτή την περίοδο .
Οι τόκοι αποτελούν έξοδα που πρέπει να πληρωθούν . Οι πηγές αποπληρωμής προέρχονται από τις λειτουργικές πηγές του κράτους (έσοδα του κράτους) ή μέσω δανεισμού.
Τα Κράτος λειτουργεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο καλύπτοντας σειρά αναγκών του. Για να λειτουργήσει δαπανά ένα ποσό χρημάτων . Το ποσό αυτό προέρχεται από τα έσοδα του (φόροι κτλ). Οι λειτουργικές δαπάνες του αφορούν στα μεγέθη 1,2,3,4,7 . Αν τα έσοδά του καλύπτουν τις δαπάνες του (ακριβώς) έχουμε ισοσκελισμένο πρωτογενή αποτέλεσμα. Αν υπάρξει πλεόνασμα λέμε ότι έχουμε πρωτογενή πλεονάσματα . Με αυτά μπορούμε να καλύψουμε μέρος ή των σύνολο των τόκων και έτσι να μην έχουμε έλλειμμα στον Κρατικό Προϋπολογισμό. Επομένως αν υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα (ή ισοσκελισμένο πρωτογενές αποτέλεσμα) το ελληνικό κράτος λειτουργεί πληρώνοντας τις δαπάνες του χωρίς να χρειάζεται δανειακούς πόρους.
Το ελληνικό κράτος την περίοδο 1976-2010 , παρουσιάζει συνεχώς πρωτογενή ελλείμματα εκτός από την περίοδο 1996-2002. Επομένως την περίοδο της συμμετοχής της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη το ελληνικό κράτος παρουσιάζει συνεχή πρωτογενή ελλείμματα. Συνεπώς το ελληνικό δημόσιο με τα έσοδά του δεν μπορεί να καλύψει τις δαπάνες λειτουργίας του. Το ύψος των εσόδων του υπολείπεται κατά το πρωτογενές έλλειμμα τις πρωτογενείς δαπάνες του. Χρειάζεται αυτό το έλλειμμα να καλυφθεί . Προφανώς μέσω δανεισμού. Προσοχή!!! ανεξαρτήτως ότι πρέπει να πληρώσει τους ληξιπρόθεσμους τόκους και επομένως πρέπει να δανειστεί εκ νέου .
Από το 2003 μέχρι και το 2011 το ελληνικό δημόσιο επειδή έχει πρωτογενή ελλείμματα χρειάζεται να δανειστεί για να τα καλύψει. Την περίοδο που η Ελλάδα εισήρθε στο Μνημόνιο είχε πρωτογενές έλλειμμα ύψους 2009: 24320 δις ευρώ. Και το 2010: 11360 δις ευρώ. Επαναλαμβάνω για ακόμα μια φορά : η λειτουργία του ελληνικού κράτους προκαλούσε ελλείμματα που για να χρηματοδοτηθούν έπρεπε να χρησιμοποιηθούν δάνειοι πόροι.
Τα έσοδα του ελληνικού κράτους την περίοδο της μεταπολίτευσης (αλλά και σε άλλες ιστορικές περιόδους) ήταν αρκετά για την πληρωμή των Μισθών και Συντάξεων αν θεωρήσουμε ότι μόνο αυτές αποτελούσαν τις δαπάνες του . Όπως ήταν αρκετά για την πληρωμή των Τόκων του ή και να πληρώσει τις Μεταβιβαστικές του Πληρωμές ή και τα Γενικά Λειτουργικά του έξοδα με την προϋπόθεση ότι κατέβαλε κάθε κονδύλι των δαπανών του ξεχωριστά. Όμως αυτή η προσέγγιση είναι άνευ νοήματος ή έχει νόημα μόνο όταν χρησιμοποιείται για λόγους προπαγανδιστικούς.
Το ελληνικό δημόσιο αποτελεί έναν οργανισμό που λειτουργεί ενιαία και συνεπώς η κάθε του λειτουργία συσχετίζεται με την άλλη. Δεν μπορείς να πληρώνεις πχ. Μισθούς και Συντάξεις και να μην δαπανάς για τις Λειτουργικές ανάγκες του Κράτους. Ή να πληρώνεις τους Τόκους και να μην δαπανάς πάλι για τις Λειτουργικές ανάγκες του Κράτους.

Συνεπώς η συζήτηση για αν τα έσοδα του ελληνικού κράτους αρκούν για την πληρωμή των Μισθών και Συντάξεων δεν έχει αντικείμενο και αποτελεί μια ακόμα έκφραση ενός απίστευτου «λαϊκισμού» για όσους την επικαλούνται ή συμμετέχουν (ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης και απαντήσεως ) και αποβλέπει στην παράκαμψη της πραγματικότητας.
Το ζήτημα είναι αν χρειάζεται Δημοσιονομική Προσαρμογή πως επιτυγχάνεται , σε τι χρονικό διάστημα , ποιοι είναι οι υπάρχοντες περιορισμοί, πως τους υπερβαίνουμε εντός του υπάρχοντος συγκεκριμένου διεθνούς οικονομικού πλαισίου ….εκτός αν είμαστε σε θέση να το ανατρέψουμε και να δημιουργήσουμε … κάτι άλλο.
Όσο το ελληνικό δημόσιο παρουσιάζει πρωτογενή ελλείμματα χρειάζεται δάνειους πόρους.



ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ 10.11.2011

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Τι να κάνουμε.

του Κώστα Μελά


Χρειαζόμαστε απαραιτήτως μια πρόταση που να δείχνει αχνά το δρόμο για την έξοδο από την κρίση. Η κραυγή αγωνίας του ελληνικού λαού γίνεται όλο και δυνατότερη. Η απόγνωση και η οργή συμπλέκονται με το φόβο προκαλώντας παράλυση και αδυναμία αναλυτικής σκέψης γεγονός που εξασθενίζει στο έπακρο τη σφαιρική σύνθεση και συνεπώς την αναμενόμενη δράση. Η ανέχεια , η δυστυχία και η πείνα θολώνουν τη σκέψη και κάνουν τη σκέψη ανεξέλεγκτη.
Όμως αυτή η πρόταση δεν φαίνεται να υπάρχει. Όλες οι μέχρι τώρα διατυπωθείσες προτάσεις αναδεικνύουν τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί με την ασκούμενη οικονομική πολιτική με βάση το επιβληθέν μνημόνιο από την ΕΕ-ΕΟΚ-ΔΝΤ. Πρόκειται όμως για προτάσεις διαπιστωτικού χαρακτήρα. Αλλά και αυτές είναι κατά βάση αποσπασματικές. Προηγουμένως όμως και πριν προχωρήσουμε σε μια εξήγηση θα πρέπει να προβούμε σε ένα κατ΄ αρχάς διαχωρισμό μεταξύ αυτών που in senso lato υποστηρίζουν τη λογική του μνημονίου και σε αυτούς που την αρνούνται . Σε αυτούς τους τελευταίους οι υφιστάμενες διαφοροποιήσεις που υπάρχουν μεταξύ τους ως προς το πώς ο καθένας είναι σημαντικότατες .Φθάνει να σκεφθούμε ότι σε αυτή την ομάδα συμπεριλαμβάνονται η Νέα Δημοκρατία στη μια πλευρά και το ΚΚΕ και άλλες ομάδες της Αριστεράς στην ακριβώς αντίθετη . Γίνεται άμεσα αντιληπτό επομένως ότι οι ιδεολογικές αφετηρίες όλων αυτών αλλά και η πολιτική στόχευση τους είναι εντελώς διαφορετική. Μετά την απαιτούμενη παρένθεση ας επανέλθουμε στο θέμα μας.
Οι ανήκοντες στην πρώτη ομάδα αναδεικνύουν μόνο τους εξωτερικούς οικονομικούς καταναγκασμούς ,οι οποίοι είναι μεν σχεδόν εξ αντικειμένου πραγματικοί, και από αυτό συνάγουν και υιοθετούν μια και μόνο λύση η οποία επιβάλλεται από τους δανειστές- εταίρους. Αδιαφορούν πλήρως για τις συνέπειες που η συγκεκριμένη λύση έχει στην οικονομία της χώρας και επειδή οικονομία χωρίς κοινωνία δεν υπάρχει , άρα και στην κοινωνία. Κανείς από όλους αυτούς δεν αναφέρεται στο τι σημαίνει στην πραγματικότητα η «εσωτερική υποτίμηση της τάξεως του 30 -35%» για τους έλληνες πολίτες. Στο τι σημαίνει η «εσωτερική υποτίμηση» για τους μισθούς , τις συντάξεις, την ανεργία, τον παραγόμενο πλούτο, τη λειτουργία των πανεπιστημίων , των νοσοκομείων, των δήμων, όλων των λειτουργιών του κράτους γενικά. Κανείς δεν αναδεικνύει ότι η Ελληνική οικονομία στηριζόμενη σε μεγάλο βαθμό στο κράτος για την αναπαραγωγή της (από της ιδρύσεως του ελληνικού κράτους) θα σέρνεται επί σειρά ετών κυριολεκτικά με ρυθμούς μεγέθυνσης που προσομοιάζουν σε στασιμότητα. Κανένας από αυτούς δεν ομολογεί ότι το σχέδιο του μνημονίου οδηγεί στην βαλκανιοποίηση της οικονομίας και σε μεγάλη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των ελλήνων πολιτών. Κανείς δεν ομολογεί ότι μέχρι σήμερα οι πιστωτές μας δεν έχουν υποστεί απώλειες που νομίμως ενυπάρχουν σε μια «ελεύθερη» οικονομία. Κανείς από όλους αυτούς δεν ομολογεί ότι οι υπάρχοντες εξωτερικοί οικονομικοί καταναγκασμοί μπορούσαν και μπορούν να αντιμετωπισθούν με άλλους τρόπους (αναδεικνύοντας τις ιδιομορφίες της ελληνικής οικονομίας, ζητώντας χρόνο για τις δημοσιονομικές προσαρμογές –δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο για τη μείωση ενός δημοσιονομικού ελλείμματος από 15,5% κάτω από 3,0% σε τρία χρόνια).
Ένα πρόγραμμα οικονομικής σταθεροποίησης δεν εξουθενώνει την κοινωνία. Δεν την καθιστά ανήμπορη . Δεν τη βγάζει στους δρόμους. Κανένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής του ΔΝΤ δεν οδήγησε σε λύση.
Από την άλλη πλευρά η άλλη ομάδα επιχειρεί ένα άλμα στο κενό. Ενώ αναδεικνύει όλα όσα δεν ομολογεί η πρώτη ομάδα αρνείται κατηγορηματικά να αναγνωρίσει τους εξωτερικούς υφιστάμενους οικονομικούς καταναγκασμούς. Ή δεν αναφέρεται καθόλου στα υπάρχοντα δημοσιονομικά ελλείμματα , στο υπάρχον δημόσιο χρέος , στο υπάρχον έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ή προστρέχει για βοήθεια σε ιδεολογικούς ή ηθικούς όρους ,όπως δεν χρωστάμε δεν πληρώνουμε , δεν αναγνωρίζουμε κανένα χρέος ή το χρέος είναι απεχθές , την κρίση να πληρώσουν οι πλούσιοι κτλ . Με τον τρόπο αυτό έχουν την αίσθηση ότι προτείνουν κάποια λύση. Παράλληλα με το να αρνούνται ή να μην αναγνωρίζουν τους οικονομικούς καταναγκασμούς (διεθνείς και εγχώριους) οι προτάσεις που κατατίθενται στο τραπέζι , εκτός ελαχίστων, είναι απλά μη πραγματοποιήσιμοι στον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων. Η συντεχνιακή διάσταση υπερισχύει απολύτως της πολιτικής. Απλώς όπως και οι της πρώτης ομάδας ψαρεύουν σε θολά νερά προς άγραν ψήφων.Αυτό διότι κανένας από αυτή την ομάδα δεν ομολογεί προς όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων που έχουν υποστεί όλες αυτές τις συρρικνώσεις μισθών, συντάξεων και εισοδημάτων ότι θα τους τα εξασφαλίσει με την εφαρμογή του προγράμματός του.
Δυστυχώς δεν υπάρχει από καμιά ομάδα συγκροτημένο σχέδιο που να λαμβάνει υπόψη του όλους τους υφιστάμενους περιορισμούς , τα δημιουργούμενα προβλήματα από τη εφαρμογή του μνημονίου αλλά και τους υπάρχοντες βαθμούς ελευθερίας στη συγκεκριμένη περίοδο.
Είναι κοινή πεποίθηση ότι η κυβέρνηση ΓΑΠ αδυνατεί να κυβερνήσει . Δεν αντιλαμβάνομαι ειλικρινά γιατί συνεχίζει να πολιτεύεται με τον συγκεκριμένο τρόπο. Το ότι δεν λαμβάνει σχεδόν καθόλου υπόψη της τον στοιχειώδη κανόνα της αυτοσυντήρησης της καθιστά σαφές ότι έχει «σώας τας φρένας» ή κατά το κοινώς λεγόμενο «έχει χάσει την μπάλα».
Το τι να κάνουμε εξακολουθεί να παραμένει για την ώρα αναπάντητο . Όμως με βάση τα παραπάνω λεχθέντα θα επιχειρήσουμε να το προσεγγίσουμε στο επόμενο άρθρο μας.
Κώστας Μελάς. 20.10.2011

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Αραβική Άνοιξη: η αρχή του τέλους ή το τέλος της αρχής;

Του Νίκου Μπινιάρη

Σε μια προηγούμενη ανάλυση μας (12/3/2011) είχαμε κάνει ορισμένες πιθανές προβλέψεις για την εξέλιξη των Αραβικών Εξεγέρσεων. Εκεί είχαμε αναδείξει τη ρευστότητα και αβεβαιότητα στο κατά πόσον η κοινωνική αυτή έκρηξη θα μπορέσει να εδραιώσει μια νέα κοινωνική-πολιτική-οικονομική πραγματικότητα στον κομβικό γεωστρατηγικό και ενεργειακό αυτό σημείο του πλανήτη. Η μέθοδος της ανάλυσης μας θα είναι περιγραφική και θα εστιάζεται στις εξελίξεις της κάθε χώρας ξεχωριστά. Τώρα έχουμε περισσότερα στοιχεία για να καταλήξουμε σε πιο συγκεκριμένα συμπεράσματα αν και όπως θα δούμε ο χώρος αυτός έχει να παρουσιάσει πολλές και επικίνδυνες αλλά και ελπιδοφόρες εξελίξεις. Βέβαια δεν θα καλύψουμε σε βάθος τις κοινωνικές πολιτικές ζυμώσεις ή αρχικές συνθήκες από τις οποίες ξεκίνησε μια τέτοια ιστορική έκρηξη. Θα προσπαθήσουμε όμως εν συντομία να δώσουμε τις βασικές διαστάσεις των εξελίξεων σε μια περιοχή η οποία δεν έχει ακόμα αποκτήσει κάποια ταυτότητα πέραν της «Αραβικής» η οποία στην πραγματικότητα κρύβει παρά επεξηγεί το χαρακτήρα και τις διεργασίες της ιστορικής αυτής περιοχής. Οι κρατικές οντότητες της περιοχής Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτος, Συρία, Λίβανος, Ιορδανία, Σαουδική Αραβία, και ακόμα Μαυριτανία, Σομαλία, Σουδάν, Υεμένη, κράτη του Κόλπου, η Παλαιστίνη και τέλος το Ιράκ είναι ακόμα ένας κόσμος υπό διαμόρφωση. Η ιδεολογική τοποθέτηση της Αλ-Κάιντα, θεωρεί ξένη επέμβαση τη διαίρεση αυτή και έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός Σουνιτικού Χαλιφάτου με έδρα τη Μέκκα. Μπροστά στο δίλημμα να αντιμετωπίσουμε το χώρο αυτό ως ενιαίο ή ως διαιρεμένο σε ξεχωριστά κράτη με συγκρουόμενα αλλά και κοινά συμφέροντα προτιμήσαμε τη δεύτερη λύση. Η ανάλυση της Αραβικής Άνοιξης ως ένα γενικό φαινόμενα σε ολόκληρο αυτό το χώρο δεν μπορεί να γίνει λόγω των τεραστίων οικονομικών και πολιτικών διαφορών μεταξύ των κρατών αλλά και της σχέσης τους με τη Δύση, και το Ισραήλ. Η Άνοιξη μπορεί να έθεσε κοινά αιτήματα των λαών λόγω της ομοιότητας των προβλημάτων αλλά αυτή τη στιγμή τα αιτήματα παραμένουν αιτήματα προς μια ξεχωριστή πολιτική δομή σε κάθε κράτος και δεν περιλαμβάνουν την συνένωση τους ή την συγκρότηση μιας κάποιας Αραβικής πολιτικής συνομοσπονδίας. Αν αυτό συμβεί στο μέλλον, τότε η Αραβική Άνοιξη θα πρέπει να κατανοηθεί ως μια μεγάλη ιστορική επανάσταση.

Τυνησία

Στην Τυνησία έχει δικαστεί ο πρώην ισχυρός ηγέτης Μπεν Άλι και έχει ξεκινήσει μια διαδικασία για βουλευτικές εκλογές. Λίγες μέρες πριν υπήρξαν συγκρούσεις λαϊκών και θρησκευτικών ομάδων στην Τύνιδα. Το ισλαμικό κόμμα το οποίο ήταν εκτός νόμου βρίσκεται μάλλον στην πρώτη θέση στην προσεχή εκλογική αναμέτρηση. Πέραν αυτών η Τυνησία λόγω της γειτονικής Λιβύης και της εκεί επέμβασης του ΝΑΤΟ στον εμφύλιο πόλεμο Κυρηναϊκής-Τριπολίτιδας βρίσκεται σε μια κατάσταση εγρήγορσης για ένοπλες συγκρούσεις στα σύνορα καθώς και φυγή προσφύγων από τη Λιβύη προς Τυνησία. Σήμερα η Τυνησία βρίσκεται στην οπισθοφυλακή των εξελίξεων και έχει μάλλον περιέλθει στην πρότερη περιθωριακή πολιτική κατάσταση που βρισκόταν πριν την εξέγερση. Για τους πάρα πάνω λόγους η οικονομία της Τυνησίας βρίσκεται σε δύσκολη θέση με μείωση των εξαγωγών στη Λιβύη, στέγαση 250,000 προσφύγων, αύξηση των καυσίμων, και μείωση των εισπράξεων από τον τουρισμό. Η δοκιμασία της οικονομίας της Τυνησίας θα παίξει σημαντικό ρόλο στα αποτελέσματα των εκλογών όποτε αυτά γίνουν. Ανάμεσα στην Αλγερία και την Λιβύη, χώρες με πετρέλαιο η Τυνησία περιμένει τις εξελίξεις στο χώρο των «μεγάλων», της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας.

Αίγυπτος

Η Αίγυπτος αποτελεί το κλειδί της τροπής της Αραβικής Άνοιξης. Η πλατεία Ταχρίρ βρίσκεται πάλι στο προσκήνιο με διαδηλώσεις κατά της ηγεσίας του στρατού. Τώρα οι διαδηλωτές ζητάνε την παραίτηση του αρχηγού του στρατιωτικού συμβουλίου και την άμεση απόδοση δικαιοσύνης για τις δολοφονίες των διαδηλωτών και τη διαφθορά του καθεστώτος Μουμπάρακ. Μια επίσης σημαντική εξέλιξη είναι η συνομιλίες ΗΠΑ και Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Η Υπουργός Κλίντον ανακοίνωσε στις 30/6 την πρόθεση των ΗΠΑ να συνομιλήσουν με την Ισλαμική αυτή οργάνωση. Οι συνομιλίες αυτές θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις για την πορεία της Αιγύπτου στις προσεχείς εκλογές και στις σχέσεις Αιγύπτου Ισραήλ. Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ θέλουν να προλάβουν και να μετέχουν των εξελίξεων οι οποίες θα έρθουν μετά από μια εκλογική νίκη των Ισλαμιστών. Η νίκη αυτή δεν θα είναι ολοκληρωτική ούτε θα σηματοδοτήσει την μετατροπή της Αιγύπτου σε θεοκρατία. Θα αλλάξει όμως τον πολιτικό προσανατολισμό της χώρας και εσωτερικά και εξωτερικά. Μια άλλη εξέλιξη είναι το απόλυτο χάος από πλευράς ασφάλειας στο Σινά. Η περιοχή βρίσκεται στο έλεος των Βεδουίνων με σαμποτάζ και εκτεταμένο λαθρεμπόριο όπλων για τη Χαμάς και για τη Χεζμπολάχ. Αυτό συνέβη λόγω της αποχώρησης της αστυνομίας από την περιοχή και την απροθυμία του στρατού να την αντικαταστήσει. Ήδη έγινε η πέμπτη δολιοφθορά στον αγωγό φυσικού αερίου Αιγύπτου Ισραήλ. Η εφημερίδα Χααρέτζ αναφέρει στις 14/7 ότι το Ισραήλ δεν μπορεί να βασίζεται στην παροχή αερίου από την Αίγυπτο και πρέπει να βρει άλλους τρόπους για την κάλυψη των αναγκών του. Η σχέση Αιγύπτου Ισραήλ δεν βρίσκεται στο καλύτερο σημείο και αυτό θα έχει επιπτώσεις στη γενικότερή πολιτική συμπεριφορά του Ισραήλ απέναντι στις εξελίξεις.
Από οικονομικής πλευράς η Σαουδική Αραβία έχει δώσει 4 δις δολάρια στην Αίγυπτο και το ΔΝΤ προσέφερε3.6 δις για τις ανάγκες της χώρας μετά την οικονομική αναταραχή η οποία ακολούθησε την πολιτική ανατροπή του Μουμπάρακ. Η κυβέρνηση δεν αποδέχτηκε αυτό το δάνειο από φόβο μήπως οι όροι του δανείου δεν γίνουν αποδεκτοί από τους διαδηλωτές της πλατείας Ταχρίρ. Τα συνδικάτα βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με την κυβέρνηση για το ύψος των αμοιβών και τους όρους εργασίας. Το παραγωγικό δυναμικό της Αιγύπτου δεν έχει αποκατασταθεί στην προ αναταραχής εποχή. Ο χειμώνας που έρχεται θα είναι δύσκολος οικονομικά για την Αίγυπτο μετά και από την απώλεια εσόδων από τον τουρισμό. Οι τιμές των τροφίμων θα παίξουν επίσης καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των αντιδράσεων των χαμηλόμισθων οι οποίοι ζουν με δύο δολάρια της ημέρα. Στις 12/7 υπήρξε άρθρο στους Asia Times το οποίο είχε τον τίτλο: «Πότε θα πτωχεύσει η Αίγυπτος;» Η ανάλυση παρουσίαζε μια εξαιρετικά αρνητική εικόνα για την Αιγυπτιακή οικονομία η οποία έχει χάσει το 40% των συναλλαγματικών αποθεμάτων της με συνεχείς εξαγωγές κεφαλαίων από τη χώρα. Η ρευστή πολιτική κατάσταση δεν επιτρέπει μακροχρόνιες επενδυτικές προσεγγίσεις από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο με το πρώτο να βρίσκεται ουσιαστικά σε φυγή από την Αίγυπτο έως ότου γίνουν βουλευτικές και προεδρικές εκλογές και υπάρξει ένα πιο ορατό πλαίσιο οικονομικών προτεραιοτήτων από την νέα πολιτική τάξη. Η οικονομική κατάσταση της Αιγύπτου, αν αυτά τα σενάρια επαληθευτούν, θα φτάσει σε οριακό σημείο στο τέλος του χρόνου θέτοντας το όλο εγχείρημα του εκδημοκρατισμού σε κατάρρευση. Η κυβέρνηση προσπαθεί να καθησυχάσει τους διαδηλωτές αλλάζοντας το υπουργικό συμβούλιο και ο Πρωθυπουργός γράφει στο Facebook του πως «θα προσπαθήσω να ικανοποιήσω τις απαιτήσεις σας». Από την άλλη πλευρά η στρατιωτική ηγεσία προσπαθεί να παγιώσει συνταγματικά την παρέμβαση του στρατού στην πολιτική ζωή. Η διελκυστίνδα μεταξύ απαιτήσεων των διαδηλωτών, του στρατού και της πολιτικής ελίτ της Αιγύπτου με φόντο την οικονομική κατάρρευση δεν έχει τελειώσει. Οι αντιμαχόμενες δυνάμεις παίρνουν θέσεις παραχωρώντας μέρος της επιρροής τους στους αντιπάλους προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο και να πάρουν καλύτερες θέσεις για τις εκλογές. Πέρα από αυτός τους παίχτες υπάρχει στην Αίγυπτο μια τεράστια μάζα 40 εκατομμυρίων χωρικών οι οποίοι δεν μπορούν να θρέψουν πλέον τη χώρα και οι οποίοι, αν ψηφίσουν μαζικά, θα καθορίσουν στις εκλογές το μέλλον της.
Στον τομέα των διεθνών σχέσεων το άνοιγμα της διόδου τους Ράφα προς τη Γάζα έδειξε μια διαφορετική τοποθέτηση της στρατιωτική κυβέρνησης ως προς το Παλαιστινιακό, καθώς και η προσπάθεια για την συμφιλίωση Φατάχ και Χαμάς. Η προσπάθεια δεν έχει καρποφορήσει ακόμα με την αδυναμία των δύο πλευρών να συμφωνήσουν σε κοινά αποδεκτό πρωθυπουργό. Οι κινήσεις της Αιγύπτου ως προς το Παλαιστινιακό και το Ισραήλ είναι μέχρι στιγμής προσεκτικές και μελετημένες. Δεν έχουν δημιουργήσει ζητήματα ασφαλείας στο γείτονα τους και παρόλη την αρχική προσέγγιση τους με το Ιράν η οικονομική βοήθεια από την Σαουδική Αραβία έχει μάλλον παγώσει την υπέρμετρη ανάπτυξη των σχέσεων Αιγύπτου Ιράν. Η Αίγυπτος δεν έχει χαράξει μια καινούργια γεωστρατηγική γραμμή πλεύσης. Οι οποιεσδήποτε αποφάσεις της όμως θα έχουν ως κύριο εμπνευστή τη Σαουδική Αραβία λόγω την οικονομικής εξάρτησης της Αιγύπτου από τη δεύτερη.
Η πτώση του Μουμπάρακ είχε άμεσο αντίκτυπο στην Αίγυπτο. Αλλά αυτό το γεγονός είχε καθοριστικό αντίκτυπο σε μια άλλη χώρα, τη Σαουδική Αραβία στην οποία θα στρέψουμε την προσοχή μας.

Σαουδική Αραβία

Είχαμε μιλήσει για το Βατικανό του Ισλάμ στο προηγούμενο σημείωμά μας. Σήμερα η Σαουδική Αραβία αποτελεί το σοβαρότερο σημείο αναφοράς των επιπτώσεων της Αραβικής Άνοιξης. Η βασιλική οικογένεια πρωτοστατεί πλέον στην αντί-επαναστατική κίνηση των Αραβικών χωρών. Στην κίνηση αυτή έχει δύο εργαλεία, τα 550 δις δολάρια αποθεματικό και τα δέκα εκατομμύρια βαρέλια πετρέλαιο τα οποία εξάγει ημερησίως. Ήδη έχει μοιράσει 50 και πλέον δις σε επιχορηγήσεις και δάνεια εντός της χώρας προσπαθώντας να καθησυχάσει τις εσωτερικές αντιδράσεις. Το δεύτερο το οποίο έκανε είναι να οργανώσει το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ) δηλαδή τα εμιράτα Μπαχρέιν, Κατάρ, Ομάν, Ντουμπάι, Κουβέιτ σε έναν όμιλο ο οποίος ανέλαβε πρώτον την διάλυση της Λιβύης και κατά δεύτερον την άμυνα της περιοχής κατά Σιιτικών εξεγέρσεων και κυρίως κατά του Ιράν. Ήδη το Αλ-Γκαζίρα ανέφερε ότι το ΣΣΚ θα αυξήσει τα στρατεύματά του από 40,000 σε 100,000 για την εσωτερική και εξωτερική του ασφάλεια. Το Ριάντ έχει έτοιμο ένα σχέδιο κατασκευής 16 εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας με κόστος 300 δις δολαρίων.
Μια αξιοσημείωτη εξέλιξη για μας στο κοινωνικό πεδίο στη Σαουδική Αραβία είναι το κίνημα των γυναικών να ζητήσουν την άδεια να οδηγούν αυτοκίνητο. Το κίνημα αυτό, όσο και αν φαίνεται ασήμαντο μπροστά στα τεράστια κοινωνικά αιτήματα των Αραβικών λαών, είναι μια εξέλιξη η οποία ανατρέπει μια καθεστηκυία τάξη στο Βασίλειο η οποία αλλάζει τη θέση των γυναικών και συνεπώς τις σχέσεις στην οικογένεια ως μια πάγια πατριαρχική-ιεραρχική συνιστώσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι του πολιτιστικού αυτού παραδείγματος. Το αίτημα των γυναικών για χειραφέτηση ήταν έντονο και στην Αίγυπτο και μάλιστα είχε ιδιαίτερα προβληθεί. Σήμερα δεν ακούγεται κάτι πάνω σε αυτό και αυτό είναι μάλλον μια οπισθοδρόμηση από τον αρχικό ενθουσιασμό της πλατείας Ταχρίρ. Αλλά και στη Σαουδική Αραβία η κοινωνική αντίδραση δεν έχει τελείως κοπάσει. Μόλις στις 3/7 υπήρξε μια μικρή διαδήλωση εναντίον του καθεστώτος.
Η πτώση του Μουμπάρακ ήταν ένα ισχυρό σοκ για τη βασιλική οικογένεια διότι διαπίστωσαν με πόση ευκολία ένας πιστός σύμμαχός των ΗΠΑ επί τριάντα χρόνια μπορούσε να εγκαταλειφθεί από τους συμμάχους του αλλά και συμμάχους των Σαουδαράβων. Για πολλούς αναλυτές η Σαουδική Αραβία έχει διπλωματικά αυτονομηθεί από τις ΗΠΑ: «όταν τα πράγματα γίνουν δύσκολα, η Σαουδική Αραβία θα ακολουθήσει τις δικές της πολιτικές, άσχετα από το τι θέλουν οι ΗΠΑ ή άλλοι», είπε ο αναλυτής Θεόδωρος Κάρασικ, του Ινστιτούτου Στρατιωτικών Μελετών της Εγγύς Ανατολής και του Κόλπου. (αναφέρεται στο Bloomberg 18/7/2011). Η αντεπανάσταση την οποίαν έχουν κηρύξει στο Ριάντ αλλά κυρίως η δεδηλωμένη πλέον αντιπαράθεσή του με το Σιιτικό Ιράν ως οι θεματοφύλακες του Σουνιτικού Ισλάμ τους έχει απομακρύνει από τον Αμερικανικό σχεδιασμό, αν όχι από πλευράς στόχων αλλά από πλευράς τακτικής. Οι στόχοι της Σαουδικής Αραβίας είναι να αποτρέψουν την περεταίρω εξάπλωση της εξέγερσης και την εκδημοκρατικοποίηση των Αράβων και η αντιμετώπιση του Σιιτικού κινδύνου. Ο πρώτος στόχος δεν βρίσκει σύμφωνη τις ΗΠΑ η οποία δεν θα ήθελε να φανεί ως μια δύναμη αντίδρασης και υποστήριξης δικτατοριών. Ο δεύτερος στόχος είναι βέβαια παράλληλος με τους στόχους του Ισραήλ αλλά και της Αμερικής, με τη διαφορά ότι το πρόβλημα των Σιιτικών πληθυσμών σε χώρες του Κόλπου ή της ίδιας της Σαουδικής Αραβίας ή της Υεμένης δεν εντάσσεται στον Ιρανικό κίνδυνο των πυρηνικών όπλων αλλά σε κοινωνικούς μετασχηματισμούς κοινωνιών οι οποίες επί δεκαετίες έχουν αποκλείσει μεγάλα μέρη του πληθυσμού τους λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων από τα κέντρα αποφάσεων και επιρροής. Για τους Σαοουδάραβες όμως, όπως στην περίπτωση του Μπαχρέιν, οι Σιίτες αποτελούν πηγή αποσταθεροποίησης των καθεστώτων τους και με λίγα λόγια πράκτορες του Σιιτικού Ιράν. Αυτή η θέση, την οποίαν μπορεί κανείς να αναγάγει σε παράνοια, έχει μετασχηματίσει τις προτεραιότητες ωε αναφορά τη συμπεριφορά της Σαουδικής Αραβίας σε άλλα κινήματα στον Αραβικό κόσμο.
Και το παράδειγμα είναι η Συρία. Αυτή τη στιγμή στη χώρα αυτή υπάρχει ένα κίνημα κατά του Άσαντ για το οποίο έχουν σκοτωθεί ίσως χιλιάδες άνθρωποι. Η Συρία είναι Σουνιτική χώρα αν και η ελίτ είναι Αλεβίτες (είναι κλάδος του σιιτισμού), ένα ισλαμικό δόγμα το οποίο υπάρχει και στην Τουρκία και σε άλλες ισλαμικές χώρες. Οι εξεγερμένοι της Συρίας είναι βέβαια άνθρωποι με δημοκρατικές προσδοκίες αλλά ανάμεσά τους υπάρχει ταυτόχρονα και η Συριακή Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία ήταν πάντα εκτός νόμου και θεωρούσε την οικογένεια Άσαντ εχθρούς της. Ο Άσαντ είναι σήμερα σύμμαχος του Ιράν για λόγους πολιτικής απέναντι στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Επίσης συνεργάζεται με τη Λιβανική Χεζμπολά την οποία προμηθεύει με Ιρανικά όπλα. Η συνεργασία Συρίας Ιράν Χεζμπολά είναι μια συνεργασία σιιτικού περιεχομένου γεγονός το οποίο κάνει το Ριάντ να τοποθετείται κάθετα εναντίον της. Σε αυτόν το «άξονα του κακού» για τους Σαουδάραβες εντάσσεται και η Χαμάς στη Γάζα η οποία παίρνει βοήθεια από το Ιράν. Για πολλούς αναλυτές ένα μέρος της Συριακής εξέγερσης υποδαυλίζεται από το Ριάντ το οποίο θέλει να σπάσει αυτόν το άξονα συνεργασίας τον οποίον θεωρεί κίνδυνο για αυτήν. Το Μάρτιο το Αλ Τζαζίρα μετέδωσε μια ομιλία του Σεΐχη Κουαραντάουι από το Κατάρ ο οποίος σήκωσε τη σημαία της κυριαρχίας των Σουνιτών στη Συρία. Συνέχισε ο Σαουδάραβας ιερωμένος Σαλέχ-Αλ-Λουχαϊντάν λέγοντας «σκοτώστε το ένα τρίτο τον Σύριων για να ζήσουν τα υπόλοιπα δύο τρίτα».
Οι Σαουδάραβες ηγούνται μιας διεθνούς κίνησης για να αδυνατίσουν την Ιρανική οικονομία και να σταματήσουν το πυρηνικό του πρόγραμμα. «Ενώ είναι οι Αμερικανοί οι οποίοι εφαρμόζουν απαγορεύσεις σε διάφορους τομείς, οι Σαουδάραβες στοχεύουν στην καρωτίδα» όπως λέει ο Μαίρ Τζαβεντανφάρ αναφερόμενος στη προσπάθεια του Ριάντ ακόμα και να υπονομεύσει την πετρελαϊκή πολιτική του Ιράν παίρνοντας τους πελάτες του και μειώνοντας τις πωλήσεις του.
Ο πρίγκιπας Τουρκί αλ Φαιζάλ μιλώντας στη βάση Molesworth στην Αγγλία μπροστά σε αμερικανούς και άγγλους στρατιωτικούς εξέφρασε ένα εθνικό δόγμα εθνικής ασφάλειας για τη Σαουδική Αραβία. Το κύριο σημείο της ομιλίας του ήταν ότι: «είναι αδιανόητο ότι κάποια μέρα το Ιράν θα έχει πυρηνικά όπλα και η Σαουδική Αραβία δεν θα έχει», όπως ανέφερε ανώτατος στρατιωτικός σε δημοσιογράφο του Guardian.
Ο πρίγκιπας ήταν Πρέσβης στην Ουάσινγκτον και πολύ καλά δικτυωμένος διεθνώς για να θεωρηθεί η ομιλία του μια απόλυτα προσωπική διατριβή. Είναι πλέον ή βέβαιον ότι η Σαουδική Αραβία έχει θέσει ορισμένες προτεραιότητες τις οποίες δύσκολα θα ακυρώσει μέσα στην συνεχή αναταραχή της περιοχής και την πρόκληση του Ιράν.
Το θέμα της Συρίας είναι μέσα στο μεγάλο αυτό παιγνίδι το οποίο αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη. Για την Αμερική και την Ευρώπη οι αιματηρές συγκρούσεις στη Συρία είναι μια πρόκληση η οποία ακυρώνει την περίφημη επέμβαση στη Λιβύη για ανθρωπιστικούς λόγους. Είναι προφανές ότι Δυτικές υπηρεσίες έχουν εμπλακεί στο κίνημα κατά του Άσαντ μαζί με την παρέμβαση της Σαουδικής Αραβίας. Στην πραγματικότητα όμως η πτώση του Άσαντ δεν είναι ξεκάθαρο αν θα βοηθήσει στη σταθεροποίηση της περιοχής ή θα φέρει στο προσκήνιο τη Μουσουλμανική Αδελφότητα με απρόβλεπτες συνέπειες για την Ισραηλινή-Συριακή σύγκρουση. Ο Άσαντ παραμένει ακόμη όρθιος παρ’ όλες τις πιέσεις. Η εσωτερικές ισορροπίες μεταξύ λαϊκών και θεοκρατών δεν έχουν ανατραπεί. Η λαϊκή παράταξη ξέρει ότι μια πολιτική εμφάνιση των Ισλαμιστών θα τους αναγκάσει να αυτό-εξαιρεθούν από την πολιτική σκηνή ή και πολλοί να φύγουν από τη χώρα. Η πτώση του Άσαντ είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα στη Συρία, εκτός αν το Ιράν προκαλέσει μια κάποια σύγκρουση μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ χρησιμοποιώντας τη Χεζμπολά.
Οι ισορροπίες μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Συρίας, Κόλπου, και Ιράν εξελίσσονται στο επίπεδο εσωτερικών κινήσεων αλλά υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες μιας σύγκρουσης εάν ένας από τους δύο βρεθεί να χάνει πολύτιμο έδαφός στη διελκυστίνδα αυτή.
Στην περιγραφή αυτή δεν πρέπει να λείψει η Υεμένη, αν και η ίδια αυτή χώρα δεν αποτελεί ένα μέρος των μεγάλων του Αραβικού κόσμου. Παρ’ όλα αυτά αποτελεί μια πιθανή πηγή μεγάλου κινδύνου και αναταραχής για τη Σαουδική Αραβία η οποία προσπαθεί μήνες τώρα να βρει μία λύση στο θέμα. Μέχρι στιγμής λύση δεν έχει βρεθεί αλλά ήδη υπάρχουν βομβαρδισμοί στόχων στη χώρα από μη-επανδρωμένα αεροπλάνα των ΗΠΑ για την εξόντωση πιθανών κέντρων της Αλ-Κάιντα. Η αναταραχή στην Υεμένη είναι μια υπόθεση οικονομικής και πολιτικής αποτυχίας μιας χώρας με 25 εκατομμύρια κατοίκους οι οποίοι μπορούν να μεταφέρουν τις συγκρούσεις τους στη γειτονική Σαουδική Αραβία. Ήδη υπάρχουν πληροφορίες για μετακινήσεις από την Υεμένη φυλών και ομάδων με σιιτική προέλευση. Η φοβία του Ριάντ για το Ιράν και της κοινωνικής αναταραχής στον περίγυρό του μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική σύγκρουση, περιφερειακή μεν αλλά με τέτοιες οικονομικές επιπτώσεις σε μια παγκόσμια οικονομία η οποία δεν έχει βρει το βηματισμό της, ώστε να μιλάμε για πραγματικό Αρμαγεδδώνα.

Συμπεράσματα

Είναι προσωπική μας άποψη ότι βρισκόμαστε στο τέλος της αρχής της Αραβικής Άνοιξης. Παρ’ όλη την αντεπανάσταση των παραδοσιακών καθεστώτων της Χερσονήσου και της επιρροής τους λόγω του πετρελαίου η αναταραχή θα συνεχιστεί. Ο Καντάφι θα ανατραπεί με κάποιο τρόπο. Είναι χαρακτηριστική η αλλαγή στάσης της Τουρκίας η οποία από αντίθετη στην παρέμβαση του ΝΑΤΟ ανεγνώρισε στις 4/7 την κυβέρνηση της Βεγγάζης. Εάν ο Καντάφι παραμείνει ενεργός ηγέτης, τότε η όλη κατάσταση θα πάρει μια τροπή δίχως προηγούμενο. Θα είναι μια ευθεία αποτυχία του ΝΑΤΟ με απρόβλεπτες συνέπειες για τη συμμαχία αλλά και για το μέλλον της ίδιας της Αραβικής Άνοιξης. Ο Άσαντ είναι επίσης πιθανό ότι θα ανατραπεί με κάποιο τρόπο αν και αυτό θα είναι πιο δύσκολο και μάλλον αιτία πολέμου στην περιοχή. Πολλοί θα ήθελαν την πτώση του Άσαντ, δηλαδή το Ριάντ, οι ΗΠΑ, η ΕΕ αλλά κανείς δεν είναι σε θέση να φανταστεί ποιος και τι καθεστώς θα πάρει τη θέση του. Στην Αίγυπτο οι εκλογές θα γίνουν αυτόν το χρόνο (το Νοέμβριο αντί για το Σεπτέμβριο) με πιθανότητες την εκλογή ενός Προέδρου με κύριο υποστηρικτή το στρατό. Αυτό το οποίο είναι όμως καίριο ζητούμενο είναι η εξέλιξη των κινημάτων προς εκδημοκρατισμό και λαϊκή συγκρότηση των Αραβικών κοινωνιών. Αν αυτό δεν επιτευχθεί, η Αραβική Άνοιξη θα εκτραπεί σε μια νέα αιτία συγκρούσεων κρατών για ανακατατάξεις στις θέσεις ισχύος μεταξύ τους και ταυτόχρονα βέβαια σε νέα φάση συγκρούσεων μεταξύ Δύσης, Ασίας και Αράβων με επίκεντρο το πετρέλαιο και το ρόλο του Ισλάμ στην πολιτική της περιοχής. Η πάρα πάνω ανάλυση είναι μερική διότι δεν καλύπτει την Τουρκία, το Ισραήλ και το Ιράκ. Η δύο πρώτες είναι η εξωτερικοί παράγοντες οι οποίοι ως οι ισχυροί παίκτες της περιοχής θα καθορίσουν και θα καθοριστούν από τις εξελίξεις. Το Ιράκ αποτελεί μια άλλη πηγή αστάθειας, το οποίο με τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου τα οποία διαθέτει θα προκαλέσει το πιθανότερο τη σύγκρουση Ριάντ-Τεχεράνης με την συμμετοχή του Ισραήλ με την πλευρά του Ριάντ.
Η κάθε πρόβλεψη για τις εξελίξεις στην περιοχή είναι ανατρέψιμη από πολλούς και αστάθμητους παράγοντες. Το βέβαιο είναι πως η περιοχή δεν θα επιστρέψει στο προηγούμενο status quo. Η Αραβική Άνοιξη μακροχρόνια θα πετύχει τους στόχους του εκδημοκρατισμού και της απόδοσης ευθυνών στους κυβερνώντες. Το ζητούμενο είναι, μπροστά σε μια συγκρουσιακή εξέλιξη, να μην οδηγηθεί σε εμφυλίους και διάλυση των κοινωνιών σε φατρίες, φυλές και αποτυχημένα κράτη. Μια τέτοια εξέλιξη θα δυναμιτίσει την ασφάλεια της Τουρκίας και του Ισραήλ καθώς και της Ελλάδος και της Ευρώπης στο σύνολό της. Θεωρούμε ότι η ασφάλεια της Ευρώπης θα απειληθεί ουσιαστικά και όχι μόνον όσον αφορά την οικονομική της σταθερότητα.

Νικόλαος Α. Μπινιάρης. Συγγραφέας 18/7/2011

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Νέο-Οθωμανισμός, Ισλαμισμός, και Εξωτερική Πολιτική. Το πέρασμα από το Δυτικό στο Ισλαμικό Παράδειγμα

του Νίκου Μπινιάρη.

Προλεγόμενα.
Έχοντας την εμπειρία των καλών και των κακών από την Δύση, το λαϊκό κράτος και την δημοκρατία, η Τουρκία μπορεί να είναι…ικανή να ηγηθεί του Ισλάμ. Αλλά για να το κάνει αυτό θα πρέπει να αποκηρύξει την παράδοση του Ατατούρκ πληρέστερα από ότι η Ρωσία απέρριψε τον Λένιν. Χρειάζεται επίσης έναν ηγέτη του βεληνεκούς του Ατατούρκ ο οποίος να συνδυάζει την θρησκευτική και πολιτική νομιμοποίηση ώστε να ανασυστήσει την Τουρκία από μια χώρα διάρρηξης σε μια χώρα πυρήνα.
Σάμουελ Χάντιγκτον Η σύγκρουση των πολιτισμών και η επανασύσταση της παγκόσμιας τάξης.
Το παρελθόν δεν είναι ποτέ νεκρό. Δεν είναι καν παρελθόν
Γουίλιαμ Φόκνερ.



Εισαγωγή

Τα τελευταία δύο χρόνια παρουσιάζεται όλο και πιο συχνά σε άρθρα και μελέτες πάνω στις διεθνείς σχέσεις, για την Μέση Ανατολή και την Τουρκία ο όρος Νέο-Οθωμανισμός. Είναι ένας όρος ο οποίος έχει δημιουργήσει ερωτηματικά σε διεθνή think tanks, σε φόρα διεθνών σχέσεων και πάμπολλα άρθρα και αντεγκλήσεις. Επίκεντρο όλων αυτών είναι το βιβλίο του Τούρκου Υπέξ Αχμέτ Ντοβούτογλου, «Στρατηγικό Βάθος» αλλά και οι κινήσεις της κυβέρνησης Ερντογκάν σε επίπεδο διεθνών σχέσεων. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζεται μια εμπεριστατωμένη ανάλυση του σχεδιασμού της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας υπό τη σκιά της ηγεσίας του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ). Το κόμμα αυτό προήλθε από την διαίρεση του Ισλαμικού κόμματος της Ευημερίας του Ερμπακάν το οποίο τέθηκε εκτός νόμου από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας το 1999. Το ΚΔΑ «ήταν μια μοναδική σύνθεση ρεφορμισμού και συντηρητισμού το οποίο διαπερνά ταξικά όρια». Αυτή η περιγραφή είναι μια υπενθύμιση του Κεμαλικού κορπορατισμού και έρχεται να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν σε μια αναίρεση του Δυτικού πολιτικού φαντασιακού.
Η Ισλαμική αναγέννηση στην Τουρκία είχε ξεκινήσει κατά την διάρκεια της Προεδρίας Οζάλ και είχε ως σημείο εκκίνησης την περιοχή της Ανατολίας. «Εκεί αναπτύχθηκε η νέα μπουρζουαζία «οι Τίγρεις της Ανατολίας», η οποία αποτελείτο από ακαδημαϊκούς, οικογενειακές επιχειρήσεις και μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις. Είναι μια γρήγορα αυξανόμενη τάξη η οποία πιστεύει στο Ισλάμ αλλά δίχως να αρνείται τις δυτικές αξίες ή την σπουδαιότητα της φιλελεύθερης οικονομίας. Αυτό η ομάδα διατυπώνει παραλληλισμούς μεταξύ του Ισλάμ και του Προτεσταντικής ηθικής της εργασίας καθώς και του Καλβινισμού λέγοντας ότι αυτοί έπαιξαν ρόλο στην έλευση της Βιομηχανικής Επανάστασης αλλά και στην άνοδο της Ευρώπης και της Αμερικής…σύμφωνα με αυτήν την άποψη η θρησκεία μπορεί να γίνει κινητήριος δύναμης της προόδου, δηλαδή, η ενδυνάμωση της Ισλαμικής ταυτότητας μπορεί να βελτιώσει την πρόοδο του τουρκικού κράτους και της οικονομίας».
Η Ισλαμική αξιακή αναλογία με την Προτεσταντική ή Καλβινιστική είναι μια σύγχρονη πρόκληση στην Δυτική κοινωνιολογία. Αν η συνειδητοποίηση του Ισλάμ στην Τουρκία αναδύεται ως ένα κοινωνικό ανάλογο με την εξέλιξη του αξιακού-θρησκευτικού παραδείγματος ως οικονομική πραγμάτωση του στην Ευρώπη, αυτή η διαπίστωση, αν έχει αντίκρισμα και δεν είναι αποτέλεσμα της λήψης του ζητουμένου, οδηγεί σε μια επανεξέταση του ρόλου της θρησκείας γενικότερα στο κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι κοινωνιών πέραν της Δυτικής αλλά και των κοινωνιών γενικότερα. Θα εξετάσουμε το θέμα στο δεύτερο μέρος αυτής της εργασίας.

Μέρος Πρώτο

Μεθοδολογικές και θεωρητικές παρατηρήσεις

Κάθε όρος με το πρόσφυμα «νέο» όπως νέο-φιλελευθερισμός, νέο- συντηρητισμός έχει ενδογενή ελαττώματα. Κατά τη γνώμη μας το πρόσφυμα αυτό σε ήδη γνωστούς όρους (έννοιες) προσδίδει μια χροιά επιδαψιλεύματος και ηθελημένης ασάφειας σε έναν ήδη γνωστό και εξαντλημένο εννοιολογικά όρο: και αυτό συμβαίνει λόγω της δυσκολίας να εμφανίσουμε μια νέα επεξεργασμένη έννοια, και συγκεκριμένα στο πεδίο της πολιτικής, της εθνικής ταυτότητος και των διεθνών σχέσεων. Είναι αλήθεια ότι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Έννοιες οι οποίες έχουν αναπτυχθεί στην διάρκεια της ιστορίας και με τη βάσανο της ιστορίας των ιδεών δεν είναι εύκολο να αντικατασταθούν ή να αποκτήσουν ένα καινούργιο εύρος νοήματος με μόνη την επεξεργασία της φαντασίας ενός επιστήμονα ή διανοητή. Προφανώς, ο όρος Νέο-Οθωμανισμός στοχεύει στο να προσθέσει στο εύρος της έννοιας του Οθωμανισμού. Εκτός αν στον παλιό όρο προσδίδει νέες ιδιότητες οπότε αυτός αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Είναι προφανές πάντως, όπως θα δούμε πιο κάτω, ότι ο νέος όρος εγκολπώνεται ιδιότητες του παλιού όρου και αποκτά τις δικές του αυτόνομες ιδιότητες οι οποίες κατασκευάζονται και προστίθενται από την θεωρία όχι περί στρατηγικού βάθους αλλά από το νέο παράδειγμα το οποίο επεξεργάζεται ο φιλόσοφος Νταβούτογλου. Έτσι ο νέος όρος αποκτά διττό βάθος. Χρειάζεται βέβαια πρώτα να διερευνήσουμε αν το πλάτος του καλύπτει την ίδια οντολογία της έννοιας του Οθωμανισμού.
Πάντως οι μεταφορές τις οποίες είναι δυνατόν να αποκτήσουν οι λέξεις στον ιστορικό χρόνο μπορεί να έχουν εξαντληθεί από την ίδια την χρήση τους στο ιστορικό γίγνεσθαι. Μπορεί να είναι νεκρές μεταφορές όπως λέει ο Νίτσε. Και στην συγκεκριμένη περίπτωση συμβαίνει, όπως θα δούμε ακριβώς αυτό. Ο όρος Νέο-Οθωμανισμός και Οθωμανισμός είναι ισοδύναμοι όροι.
Η κατάληξη –ισμός σηματοδοτεί μια δεδομένη ιδεολογική αντίληψη και μια οντολογία της. Είναι αρκετό να παρατηρήσουμε ότι κάθε τι το οποίο περιβάλλεται από τη χροιά του ιδεολογήματος έχει να απαντήσει σε μια σειρά από οντολογικά και επιστημολογικά ερωτήματα ως προς την σχέση του με την πραγματικότητα την οποίαν προσπαθεί να περιγράψει, να διαμορφώσει ή και να επιβάλλει, εάν μπορεί να την γνωρίσει.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το υποκείμενο το οποίον έχει την αποστολή, την προδιάθεση ή την υποχρέωση να εκφράσει το ιδεολόγημα του νέο-Οθωμανισμού είναι η σημερινή Τουρκία και η εξωτερική της πολιτική, με εκφραστές του την Κυβέρνηση και το θεωρητικό της, Υπέξ Νταβούτογλου.
Στις κοινωνικές επιστήμες οι μεθοδολογικές αρχές είναι μέσα έρευνας για την απάντηση ερευνητικών ερωτήσεων. Ποια είναι η ερευνητική ερώτηση του Νταβούτογλου; Προφανώς η θέση της Τουρκίας στην διεθνή γεωπολιτική σκηνή. Αυτή η ερώτηση ανήκει στο γνωστικό πεδίο της επιστήμης των διεθνών σχέσεων. Υπάρχει και μια δεύτερη ερώτηση η οποία θα αναδειχθεί μέσα από το θεωρητικό έργο του καθηγητή. Αν και πώς συγκροτείται μια θεωρία διεθνών σχέσεων με βάση την οντολογία του Ισλάμ; Ο Νταβούτογλου προσπαθεί να απαντήσει και στο δύο ερωτήματα τα οποία όμως δεν διαχωρίζονται αρκετά και δημιουργούν σύγχυση για το θεωρητικό έργο του.
Στις διεθνείς σχέσεις έχουμε δύο τουλάχιστον κυρίαρχα μεθοδολογικά ερευνητικά εργαλεία. Το ένα είναι η κλασσική θεωρία της ρεαλιστικής πολιτικής, δηλαδή η μελέτη της ισχύος την οποίαν εκπέμπει ή διαχέει μια συγκεκριμένη κρατική ή εθνική οντότητα ασχέτως των εσωτερικών διεργασιών σε αυτήν. Αυτός ο τρόπος ανάλυσης εντάσσει την μονάδα αυτή στο πλαίσιο ή στην δομή όλων των άλλων κρατικών μονάδων οι οποίες ενεργούν και αλληλοεπιδρούν στο διεθνές γίγνεσθαι των σχέσεων τους.
Το άλλο μεθοδολογικό εργαλείο είναι η ποιοτική ανάλυση, δηλαδή η ανάλυση των πολιτιστικών(θρησκευτικών), ιδεολογικών, νομικών, οικονομικών συνιστωσών, της κρατικής ή εθνικής αυτής μονάδας σε σχέση με αντίστοιχα άλλων μονάδων ή και συνόλων. Σε αυτό το εργαλείο συνάδει και η ρεαλιστική αλλά και η κατασκευαστική ή η ερμηνευτική θεώρηση, η οποία πιστεύει ότι κάθε κοινωνικό φαινόμενο είναι απόρροια νοητικής κατασκευής και όχι μιας αντικειμενικής πραγματικότητας εκεί έξω την οποία μπορούμε να γνωρίσουμε. Οι θωρήσεις αυτές περιέχουν και την παραδοχή συγκεκριμένης οντολογίας, και επιστημολογίας. Η οντολογία τους είναι θεμελιακή ή αντιθεμελιακή, δηλαδή υπάρχει ή όχι ένας κόσμος ανεξάρτητος από εμάς. Η επιστημολογία τους μπορεί να είναι ο θετικισμός, ο επιστημονικός ρεαλισμός ή ο ερμηνευτισμός.
Στην συγκεκριμένη σύντομη ανάλυση του Νέο-Οθωμανισμού κατ’ αρχάς θα λάβουμε ως δεδομένο ότι η θεωρία Νταβούτογλου εκφράζει τη σχολή σύμφωνα με την οποίαν διαμορφώνει και ενεργοποιεί τις πρακτικές της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Θα έλεγα μάλιστα ότι εφόσον ο ίδιος αναζητά την ταυτότητα της Τουρκίας, τα εθνικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά της, η κατασκευαστική μέθοδος είναι και η κυρίαρχή μέθοδος ανάλυσης της θέσης του. Η παρούσα μελέτη θα χρησιμοποιήσει την συγκριτική μέθοδο με την οποίαν θα αξιολογήσει τη θεωρία Νταβούτογλου ως προς τις κινήσεις της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, την σχέση τους με την πραγματικότητα στο διεθνές σκηνικό και στην συνοχή ή μη μεταξύ μεθόδων και λειτουργικών αρχών και πραγματικών ενεργειών στην διεθνή σκηνή.

Οθωμανική Αυτοκρατορία

Ο Οσμάν ή Οθμάν ανακήρυξε το μπεϊλίκι του, μέσα στην Αυτοκρατορία των Σελτζούκων Τούρκων το 1299, σε ανεξάρτητο κράτος. Αυτή ήταν η κίνηση η οποία στην εξέλιξη της άλλαξε την ιστορία του Ισλάμ, της Μικράς Ασίας και της παγκόσμιας ιστορίας. Από το όνομα αυτού του εξαιρετικού οργανωτή και τολμηρού ηγέτη προήλθε το όνομα των Οθωμανών Τούρκων. Οι φυλή αυτή, μία από τις Τουρανικές φυλές με σαμανιστικές πολιτιστικές καταβολές, κινήθηκε από την Ασιατική ενδοχώρα προς τον Καύκασο και στη συνέχεια στις Περσικές, Αραβικές περιοχές και τελικά στα πεδία της Ανατολίας. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι Τούρκοι μισθοφόροι εμφανίστηκαν στις περιοχές αυτές από τον 6ο αιώνα αλλά όχι ως Μουσουλμάνοι.
Οι Οθωμανοί ήσαν οι καλύτεροι γκαζί, (τουρκικά: ιεροί πολεμιστές, επιδρομείς), οι οποίοι διεξήγαγαν τον Ιερό Πόλεμο εναντίον των απίστων. Πίστευαν ότι ο γκάζα ( τουρκικά: πόλεμος κατά τον απίστων) έπρεπε να διεξάγεται αδιάκοπα και χωρίς τέλος κατά του βασιλείου του πολέμου, των απίστων, (νταρ αλ χαρμπ) μέχρις ότου αυτοί υποκύψουν. «Ο πόλεμος κατά των απίστων συνιστούσε την βασική αρχή της Οθωμανικής πολιτικής και διοίκησης» .
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως οι Οθωμανοί συνέχισαν την κατακτητική πολιτική τους. Οι κατακτήσεις αυτές έγιναν πιο εύκολες με πολιτικές οι οποίες επέτρεπαν στους χριστιανούς ηγεμόνες να διοικούν τις περιοχές τους εάν εδέχοντο να υποταχθούν, να πληρώνουν φόρους και να προμηθεύουν στρατιώτες για τους κατακτητικούς πολέμους της Οθωμανικής διοίκησης χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να γίνουν Μουσουλμάνοι.
Από τότε και μέχρι το 1683, μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την δεύτερη πολιορκία της Βιέννης, η Αυτοκρατορία βασίζονταν στην συνεχή εξάπλωση σε Αφρική, Ασία και Ευρώπη. Η εξάπλωση αυτή έληξε με την συνθήκη του Κάρλοβιτς το 1699 οπότε και ο Σουλτάνος αποδέχθηκε για πρώτη φορά τους ηγεμόνες της Ευρώπης ως ισότιμους. Ήταν ο χρόνος ο οποίος σημειώνει την αρχή της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Διοικητικά οι Οθωμανοί σουλτάνοι διατήρησαν την παραδοσιακή Ανατολική κοινωνική διαίρεση μεταξύ μιας μικρή άρχουσας τάξης: (ασκέρι ή στρατιωτικοί) των οποίων η λειτουργία ήταν να διατηρούν την τάξη και να διασφαλίζουν οικονομικές προσόδους για την αυτοσυντήρηση τους, ώστε να παίζουν το ρόλο τους, και από την άλλη πλευρά μια μεγάλη τάξη αρχομένων: τους (ραγιάς το προστατευόμενο κοπάδι) οργανωμένους σε αυτόνομες κοινότητες σύμφωνα με την θρησκεία τους, τα μιλλέτ (η λέξη έχει Αραβική προέλευση και έχει την έννοια του έθνους). Υπήρχαν τρία μιλλέτ: το Εβραϊκό, το Αρμενικό και το Ελληνικό. Υπήρχαν επίσης και οι συντεχνίες εσνάφ, οι μυστικές τάξεις των δερβίσιδων και άλλες ομαδοποιήσεις οι οποίες συγκροτούσαν το υπόστρωμα της Οθωμανικής κοινωνίας. Τα μιλλέτ ιδρύθηκαν από τον Μωάμεθ τον Πορθητή μετά την καθιέρωση της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύουσας του κράτους. Το Ελληνικό μιλλέτ διοικείτο από τον Πατριάρχη και περιελάμβανε τους Έλληνες και τους Σλάβους και Ρουμάνους οι οποίοι κατοικούσαν στην νοτιοανατολική Ευρώπη. Το Αρμενικό μιλλέτ περιελάμβανε τους Ρόμα, τους Νεστοριανούς τους Κόπτες και άλλους χριστιανούς της Ανατολής. Ο Βαγιαζίτ και ο Μωάμεθ οργάνωσαν επίσης το Εβραϊκό μιλλέτ τοποθετώντας τον Μωϋσή Καψάλη τον μεγάλο ραβίνο της Κωνσταντινουπόλεως επί Βυζαντινών ως τον μεγάλο ραβίνο όλων των ραβίνων της Αυτοκρατορίας. Στην επαρχία, τα χωριά κατά κύριον λόγο συγκροτούνταν ολοκληρωτικά από μέλη του ενός ή του άλλου μιλλέτ. Στις μεγάλες πόλεις και κωμοπόλεις υπήρχαν συνοικίες (μαχαλάδες) περικυκλωμένες από τείχη και φυλασσόμενες πύλες για κάθε μιλλέτ ξεχωριστά.

Τανζιμάτ, ο Οθωμανισμός ως ιδεολογία

Η Αυτοκρατορία με την άνοδο της Ευρώπης και της Ρωσίας άρχισε να χάνει την αίγλη και δύναμή της τον 18ο αιώνα. Παρέμεινε σε τροχιά πτώσης η οποία επιταχύνθηκε με την Ελληνική Επανάσταση και την ανεξαρτητοποίηση αυτού του νέου εθνικού κράτους στα Βαλκάνια. Αυτή η εξέλιξη έφερε την πρώτη αντίδραση της διοίκησης και της Τουρκικής ελίτ η οποία είχε αρχίσει να επηρεάζεται από τον Μοντεσκιέ τον Ρουσσώ και από τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης.
Η αρχική φάση της ρεφορμιστικής Οθωμανικής ιδεολογίας έγινε με την δημοσίευση του Γκιουλχανέ Χατί Χουμαγιούν το 1839. Εγκαινιάστηκε έτσι για πρώτη φορά η πολιτική της ισότητας όλων των Οθωμανών υπηκόων. Οι Τούρκοι πολιτικοί συνέλαβαν την πολιτική του Οθωμανισμού έτσι ώστε να προάγουν την ιδέα ενός Οθωμανικού κράτους το οποίο αποτελείτο από άτομα με ίσα δικαιώματα βασισμένα στο νόμο τα οποία μοιραζόντουσαν την ίδια πατρίδα και ήταν πιστά στο κράτος και τον Σουλτάνο. Στις αρχές του 19ου αιώνα το 40% των κατοίκων της Αυτοκρατορίας ήταν μη Μουσουλμάνοι. Το Τανζιμάτ, η περίοδος της αναδιοργάνωσης της Αυτοκρατορίας άρχισε το 1839 από τους Νέους Οθωμανούς. Συνεχίστηκε με την δημοσίευση του Χατί Χουμαγιούν του 1856 το οποίο υποσχέθηκε ισότητα δικαιωμάτων σε Χριστιανούς και μη και το 1869 όπου αποδόθηκε η Οθωμανική υπηκοότητα σε όλους. Το 1876 με το σύνταγμα το οποίο συνέταξαν οι Νέοι Οθωμανοί έγιναν οι πρώτες εκλογές σε συνταγματική μοναρχία. «Οι Νέοι Οθωμανοί ήταν οι πρώτοι οι οποίοι αντέδρασαν στην δυτική ηγεμονία, υπεροχή και θεσμούς προσπαθώντας να διαμορφώσουν ισλαμικές απαντήσεις από τις αυθεντικές πηγές». Η περίοδος αυτή έκλεισε όταν ο Αβδούλχαμιτ ΙΙ έκλεισε την Βουλή και επανέφερε το παλαιό καθεστώς το 1878.
Το μέλημα των ρεφορμιστών ήταν η διατήρηση της ενότητας και κυρίως της εδαφικής ακεραιότητας της Αυτοκρατορίας η οποία με την εμφάνιση του εθνικισμού και του Ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού απειλείτο με διάλυση με πρώτο ιστορικό γεγονός την ανακήρυξη ανεξάρτητου ελληνικού κράτους . Η αναγνώριση της έννοιας του Οθωμανού ως του πολιτικού υποκειμένου της Αυτοκρατορίας και η κατάργηση των μιλλέτ, στην πραγματικότητα για πρώτη φορά η Αυτοκρατορία προσπαθούσε να εισαγάγει την έννοια της εθνικής υπόστασης της Αυτοκρατορίας με την κοινή υπηκοότητα αλλάζοντας εμμέσως αυτό το οποίον ήταν η αρχή της κάθε αυτοκρατορίας: «η σχέση τυπική η μη τυπική όπου μία πολιτεία ελέγχει την αποτελεσματική πολιτική εξουσία μιας άλλης πολιτικής κοινωνίας με την βία, με πολιτική συνεργασία, με κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική εξάρτηση» . Ήταν μια προσπάθεια η οποία απέτυχε. Οι διαλυτικές τάσεις συνεχίστηκαν μια και οι Χριστιανοί υπήκοοι συνέχισαν τις εθνικιστικές τους προσπάθειες. Ταυτόχρονα υπήρξε δυσαρέσκεια εκ μέρους των Μουσουλμάνων υπηκόων λόγω της απώλεια των προνομίων τους σε σχέση με τους μη Μουσουλμάνους.
Η Νεότουρκοι, μια ομάδα από διανοούμενους, φοιτητές και αξιωματικούς μέρος των οποίων ίδρυσαν την Επιτροπή Ενότητας και Προόδου ηγήθηκαν της αντίδρασης κατά του Αβδούλχαμιτ II. Το 1908 έκαναν κίνημα στην Μακεδονία και ο Σουλτάνος επανέφερε τη Βουλή. Υπήρξε μία αντεπανάσταση στην Κωνσταντινούπολη το 1909 κατά των Νεoτούρκων την οποίαν όμως αυτοί κατέστειλαν και εκθρόνισαν τον Σουλτάνο.
Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1918 από τις δυνάμεις της Αντάντ και μετά την νίκη του Κεμάλ κατά των Ελλήνων το 1923 ο Ατατούρκ καθιέρωσε την Δημοκρατία καταργώντας το Χαλιφάτο και το Σουλτανάτο.
Ο Κεμάλ ως καθαρός εθνικιστής δημιούργησε την λατρεία του Τουρκισμού καθιερώνοντας την εθνική ταυτότητα του Τούρκου σε αντιδιαστολή με τον έτερο, Κούρδο κυρίως, γιατί Έλληνες και Αρμένιοι δεν υπήρχαν πλέον ως μειονότητες. Ο ίδιος πήρε αποστάσεις από το Αυτοκρατορικό Οθωμανικό παρελθόν της Τουρκίας. Η ίδια πολιτική εφαρμόστηκε μέχρι το 90. Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ ο πρόεδρος Οζάλ μίλησε και προσπάθησε να εκφράσει ένα ρεύμα παν-Τουρκισμού στέφοντας το ενδιαφέρον του προς της νέες δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας οι οποίες είχαν ένα μεγάλο στοιχείο Τουρκικού πληθυσμού. Το εγχείρημα αυτό για διάφορους λόγους δεν ευοδώθηκε. Το 2002 τις εκλογές κερδίζει το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογκάν. Το νέο αυτό κόμμα με Ισλαμικές ρίζες ήρθε στην εξουσία σε μια καίρια στιγμή για το διεθνές σκηνικό. Οι ΗΠΑ είχαν εισβάλει στο Αφγανιστάν, και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας των φονταμενταλιστών Ισλαμιστών μετά τις 9/11 είχε αρχίσει να παίρνει διαστάσεις σύγκρουσης με το Ισλάμ, τουλάχιστον με ένα μέρος του.
Από την παραπάνω σύντομη έκθεση των γεγονότων από το 1839 έως το 2002 μπορούμε να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα για την έννοια και την εφαρμογή του «Οθωμανισμού» ως έννοιας και πρακτικής στις εσωτερικές εξελίξεις της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εξωτερική της πολιτική.
Α) Ο Οθωμανισμός αναδύθηκε ως μια προσπάθεια αντίδρασής μιας πολυεθνικής και πολυθρησκευτικής Αυτοκρατορίας να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, κοινωνικές, οικονομικές, και πολιτικές της ραγδαία ανερχόμενης Ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Ήταν ένα ιδεολόγημα για την διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Αυτοκρατορίας η οποία είχε αρχίσει να διαλύεται εδαφικά.
Β) Ο Οθωμανισμός εμφανίστηκε ως μια έννοια η οποία θα επικάλυπτε το κενό του εθνικού προσδιορισμού της Αυτοκρατορίας προσδιορίζοντας το πάνω στις ρίζες της ίδρυσης του κρατικού μορφώματος το οποίο συνέλαβε ο Οθμάν. Το πραγματοποίησε δίνοντας μια κοινή υπηκοότητα σε όλους τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας και ως εκ τούτου μια εικονική συνοχή ως προς την πίστη τους προς ένα ενιαίο κράτος.
Γ) Στην πραγματικότητα ο Οθωμανισμός ήταν και η πρώτη εμφάνιση του Ισλαμισμού ως ιδεολογική βάση της Αυτοκρατορίας. Είχε διατηρήσει το Χαλιφάτο και το Σουλτανάτο ως ενοποιητική αρχή του κράτους. Οι δύο αυτοί θεσμοί ήσαν κατ’ εξοχήν θεσμοί οι οποίοι απευθύνονταν την Ισλαμική ταυτότητα της Αυτοκρατορίας και τον Ισλαμικό λόγο ύπαρξης. Ο πόλεμος κατά των απίστων δεν είχε ποτέ ακυρωθεί ως δομικό ιδεολόγημα της Αυτοκρατορίας.
Η ισότητα απέναντι στο νόμο και σε δικαιώματα και υποχρεώσεις ήταν ένα Ευρωπαϊκό αντίγραφο πάνω στις παραδοσιακές δομές μιας Ανατολικής δεσποτικής κοινωνίας και γραφειοκρατίας η οποία είχε δομήσει την Αυτοκρατορία όπως είπαμε, με το σύστημα των μιλλέτ, σύστημα το οποίο λειτουργούσε διαλυτικά για την ίδια την ύπαρξη του ενιαίου κράτους εδαφικά και ιδεολογικά. Η αντιγραφή αυτή δεν σταμάτησε την προϊούσα διάλυση της Αυτοκρατορίας.
Οι επιπτώσεις του «Οθωμανισμού» πέραν από όλα αυτά εμφανίστηκαν και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Οι σχέσεις της Αυτοκρατορίας με την Ευρώπη και την Ρωσία άλλαξαν με την αποδοχή μεγαλύτερων πιέσεων για αναμόρφωση των όρων των σχέσεων αυτών. Υπήρξαν συμφωνίες για δικαιώματα των υπηκόων των Μεγάλων Δυνάμεων να δικάζονται σύμφωνα με το δίκαιο των χωρών αυτών. Η Τουρκία πήρε μέρος με την Μ. Βρετανία και την Γαλλία στον Κριμαϊκό Πόλεμο εναντίον της Ρωσίας εφόσον οι μεταρρυθμίσεις θεωρήθηκαν ως η είσοδος της Τουρκίας στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και η Τουρκία μπορούσε να γίνει αποδεκτή σε μια Ευρωπαϊκή συμμαχία.
Ο Οθωμανισμός υπήρξε μία αντίδραση στις προκλήσεις από την Ευρώπη για να υπάρξει μια αντιστοιχία της Αυτοκρατορίας με τις ανακατατάξεις στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ήταν ένας ρεφορμισμός εκ των άνω για την διατήρηση του υπάρχοντος κρατικού μορφώματος, σε μια εποχή ταχύτατων αλλαγών στον ανθρώπινο πολιτισμό. Το υπόστρωμα στο οποίον απευθύνθηκαν αυτές οι μεταρρυθμίσεις ήταν αμέτοχο σε όλες τις αλλαγές της Ευρώπης. Ήταν μάλιστα βαθύτατα εναντίον των όσων είχαν ξεκινήσει εκεί. Η απόβαση του Ναπολέοντα το 1799 στην Αίγυπτο ήταν η πρώτη σύγκρουση της Αυτοκρατορίας με την Ευρώπη και είχε καταλυτικές επιπτώσεις στην ίδια την Αίγυπτο και την Συρία.
Η απόρριψη του Οθωμανισμού επήλθε με την ήττα της Αυτοκρατορίας στους Βαλκανικούς Πολέμους η οποία είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω συρρίκνωση της εδαφικής υπόστασης της. Αποδείχθηκε δηλαδή ή αποτυχία του εγχειρήματος αυτού εν τοις πράγμασι μέσω των διεθνών πιέσεων, δηλαδή της ήττα και συρρίκνωσης της Αυτοκρατορίας. Η περαιτέρω απώλεια εδαφών και οι συνεχείς συγκρούσεις με τα εθνικιστικά κινήματα των μη Μουσουλμάνων υπηκόων απέδειξαν ότι η ενοποιητική δύναμη της Οθωμανικής ταυτότητας είχε αποτύχει. Αλλά πέρα αυτού υπήρξε μία εξέγερσή από το Κουρδικό στοιχείο, δηλαδή Μουσουλμανικό στοιχείο του πληθυσμού το 1880 η οποία για κάποιους ιστορικούς αποτελεί το προοίμιο του Κουρδικού εθνικισμού. Αν αυτό θεωρηθεί ως ιστορικό γεγονός, τότε αποδεικνύεται ότι ούτε καν το Μουσουλμανικό στοιχείο δεν μπορούσε να ταυτισθεί με το Οθωμανικό φαντασιακό δημιούργημα της άρχουσας τάξης της Αυτοκρατορίας. Βεβαίως δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι γενικά οι Αραβικοί και άλλοι Μουσουλμανικοί πληθυσμοί επέδειξαν ισχυρές τάσεις απόσχισης και εθνικισμού. Αντιθέτως το ένα τρίτο του στρατού της Αυτοκρατορίας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν Άραβες.
Η μελέτη των σχέσεων Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Αράβων είναι μια θεματική η οποία αναπτύσσεται με ένταση τα τελευταία χρόνια και από τις δύο πλευρές αλλά κυρίως από την πλευρά των Αράβων. Τα θέμα βρίσκεται υπό διερεύνηση. Ένα συμπέρασμα είναι ότι: «οι προκλήσεις με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι οι Άραβες και οι Τούρκοι είναι το πώς αυτοί μπορούν να δημιουργήσουν έναν Οθωμανικό χώρο κρατών (εθνών) και όχι μια αυτοκρατορία: πως μπορούν να εμπνευστούν από την κοινή τους παράδοση και όχι να επιβαρυνθούν από αυτήν».
«Η Οθωμανική περίοδος με την ισχυρή της Τουρκική διάσταση, δεν παρατηρείται πλέον ως εξωτερική προς το γίγνεσθαι της Αραβικής κοινωνίας κα κουλτούρας, αλλά μάλλον σαν οργανική και καίρια φάση της Αραβικής και Ισλαμικής ιστορίας».


Νταβούτογλου: Πραγματιστικός ρεφορμισμός ή επαναστατική ιδεολογία;


Ι

Θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι μέρος της πολιτικής κληρονομιάς του Κεμάλ είναι, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, η πραγματιστική θεώρηση των διεθνών σχέσεων της Τουρκίας. Η αρχή του Κεμάλ «ειρήνη στην πατρίδα, ειρήνη στον κόσμο» ήταν μια πραγματιστική θέση η οποία απομάκρυνε την Τουρκία από κάθε εμπλοκή της σε συγκρούσεις κυρίως στην περιοχή της την οποίαν ο Ατατούρκ θεωρούσε ότι αποτελούσε προνομιακό πεδίο των τότε μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο Nicholas Danforth στο δοκίμιο του για τον Κεμαλισμό θεωρεί ότι ο Κεμάλ διαμόρφωσε την πολιτική του με βάση τον πραγματισμό και όχι την ιδεολογία και αυτό κυρίως ίσχυε για την εξωτερική του πολιτική. Για άλλους, αυτή η θέση αντικατόπτριζε την ιδεολογική θέση του Κεμάλ στην στροφή προς τον Δυτικό μετασχηματισμό της ίδιας της Τουρκίας.
Κάνοντας ένα χρονικό άλμα εβδομήντα ετών, το 2001 εκδίδεται ένα βιβλίο με τον τίτλο «Στρατηγικό Βάθος» από τον Αχμέτ Νταβούτογλου, τότε καθηγητή σε Πανεπιστήμιο της Μαλαισίας. Ο Νταβούτογλου γίνεται ο επίσημος σύμβουλος του ΚΔΑ για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Το 2003 διορίζεται ως πρέσβης και τον Μάιο του 2009 γίνεται Υπέξ. Ο ίδιος ο Νταβούτογλου περιγράφοντας την εμπειρία του ως καθηγητή Διεθνών Σχέσεων λέγει πως όταν συνειδητοποίησε, παρατηρώντας τις διάφορες εθνικότητες των μαθητών του, κυρίως Ασιατών, την αναντιστοιχία των εμπειριών και παραδόσεων τους, με το εγχειρίδιο το οποίο τους έδωσε να διαβάσουν, (G.Sabine: a history of political theory) , ένα κλασσικό κείμενο για την πολιτική ιστορία της Ευρώπης, κατάλαβε πως οι μαθητές αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με την ιστορία μιας ηπείρου τόσο μακρινής για αυτούς, μιας ηπείρου η οποία είχε ήδη αρχίσει να αντικαθίσταται ως το κέντρο των εξελίξεων από την Ασιατική ανερχόμενη πραγματικότητα. Πέταξε λοιπόν το εγχειρίδιο και άρχισε να διδάσκει από τις εμπειρίες και την κατάσταση της σημερινής πραγματικότητας.
Κατ’ αρχάς ο τίτλος του βιβλίου «Στρατηγικό Βάθος», «…έλκει την καταγωγή του από την στρατιωτική θεωρία..» όπως πολύ σωστά αναφέρει ο Τούρκος καθηγητής Κερέμ Οκτέμ. Το στρατηγικό βάθος αναφέρεται στην απόσταση του θεάτρου στρατιωτικών επιχειρήσεων από την πρωτεύουσα και τα κέντρα παραγωγής της χώρας η οποία βρίσκεται σε σύγκρουση με μία άλλη. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση αυτή τόσο ασφαλέστερα είναι τα κέντρα της χώρας αυτής αλλά είναι αντιστρόφως ανάλογη η προσπάθεια εφοδιασμού των στρατιωτικών δυνάμεων. Το δόγμα αυτό κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου διαφοροποιήθηκε. Το κέντρο, δηλαδή οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν περιφεριακές δυνάμεις (δικτατορικά καθεστώτα ή άλλα), έμμεση επιρροή δια εκπροσώπων, και εξασφάλιση πρώτων υλών για να διατηρήσει την σταθερότητα με την ΕΣΣΔ. Αυτή ήταν η άποψη του Κίσινγκερ. «Οι εκφραστές αυτής της άποψης ξεχνάνε όμως ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ βασίστηκε ακριβώς σε αυτήν την θεωρία και η κατάληξη του ήταν καταλυτική για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και από πλευράς στρατιωτικής και από πλευράς απώλειας ηθικής επιρροής».
Ο Νταβούτογλου, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι με το βιβλίο του απαντά κατευθείαν στον Χάντινγκτον επαναφέροντας στο προσκήνιο τον Κίσινγκερ και τις γεωστατικές θεωρίες του παρελθόντος. Σε συνομιλία του με τον Μουσταφά Ακυόλ , τον Οκτώβριο του 2008 αναφέρθηκε στον Χάντινγκτον. Αντέδρασε κυρίως στην παρατήρησή του Χάντινγκτον, ότι η Τουρκία είναι κράτος «διάρρηξης» μεταξύ δύο πολιτισμών, τον Δυτικό και του Ισλάμ. Αυτό όμως ο Νταβούτογλου το θεώρησε πλεονέκτημα αντί για μειονέκτημα. Η Τουρκία είπε: «μπορούσε να μιλήσει και στην Δαμασκό και στην Ιερουσαλήμ και στην Δύση και στην Ανατολή. Θα μπορούσε να είναι ο διαιτητής για μια ειρηνική επίλυση των διαφορών στα Βαλκάνια, τον Καύκασο και την Μέση Ανατολή».
Αυτή η παρατήρηση είναι μια απάντηση στην έννοια «κράτος διάρρηξης» του Χάντινγκτον. Ίσως ο Υπέξ έχει βρήκε έναν τρόπο να μετατρέψει το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα, όπως ο ίδιος λέει. Πίσω από την προσπάθεια του όμως να επανατοποθετήσει την Τουρκία στην κεντρική σκηνή των διεθνών σχέσεων θα χρησιμοποιήσει κυρίως τη γεωγραφική θέση της. Ο ίδιος ο Χάντινγκτον όμως, όπως διαβάζουμε παραπάνω δίνει τις παραμέτρους για ένα τέτοιο μετασχηματισμό μιας χώρας όπως της Τουρκίας: την ανατροπή του Κεμαλισμού, την νομιμοποίηση, δημοκρατική και θρησκευτική, και τον ηγέτη, (τον Ερντογκάν;) ο οποίος διαθέτει αυτήν την νομιμοποίηση και έχει προσπαθήσει να ανατρέψει τον Κεμαλισμό με νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, την υπαγωγή των στρατιωτικών «φυλάκων» του Κεμαλισμού στον έλεγχο της Κυβέρνησης και όχι αντιστρόφως, όπως ίσχυε μέχρι τώρα. Ο Χάντινγκτον, ο οποίος ανήκει στην σχολή της ποιοτικής ανάλυσης των διεθνών σχέσεων, είναι πιο συνεπής στη μέθοδο του από ότι ο Νταβούτογλου στην όποια δικιά του προσπάθεια να κατασκευάσει την Τουρκία ως κράτος το οποίο δεν είναι πλέον κράτος «διάρρηξης». Θέτοντας, ο αποβιώσας πια καθηγητής του Χάρβαρντ, τις προϋποθέσεις για μια εσωτερική μεταρρύθμιση πριν η Τουρκία γίνει μια χώρα «πυρήνας», η οποία θα μπορεί να εκφράσει τον Ισλαμικό πολιτισμό, ό,τι και αυτό μπορεί να σημαίνει, θέτει τις προϋποθέσεις για την αναβάθμιση της Τουρκίας, όχι όμως από την πλευρά της γεωγραφικής σημασία της, η οποία όντως είναι περίοπτη. Ο Νταβούτογλου πιθανόν θεωρεί όλες οι παραπάνω έχουν ήδη πραγματωθεί στη χώρα του ή οποία περιμένει πλέον μόνο το θεωρητικό πλαίσιο για να υλοποιήσει τον ρόλο της ως χώρα πυρήνα για το Ισλάμ.
Παραμένοντας στην σχέση Χάντινγκτον-Νταβούτογλου θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Νταβούτογλου με το βιβλίο του δίνει και μια άλλη απάντηση στον πρώτο. H σύγκρουση των πολιτισμών, υπονοεί ο Νταβούτογλου, μπορεί να αποφευχθεί, εάν μια χώρα, όπως η Τουρκία, η οποία βρίσκεται στη γραμμή του ρήγματος μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μπορεί να γίνει ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς και ο αποτροπέας συγκρούσεων. Για να γίνει αυτό η Τουρκία θα πρέπει να έχει έρθει στο σημείο το οποίο περιγράφει ο Χάντινγκτον και αυτό γιατί η συνταγή την οποίαν δίνει είναι η προϋπόθεση για εσωτερική ενότητα, ώστε να δυνηθεί η Τουρκία να υλοποιήσει αυτό το οποίον διατείνεται ο Νταβούτογλου στο βιβλίο του. Μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο αυτό δεν έχει συμβεί. Θα εξετάσουμε λοιπόν τι λέει και πως και εάν το πρόγραμμα του Υπέξ μπορεί να εκπληρώσει αυτήν την πραγματικά ιστορική αποστολή, σε αντιδιαστολή με την πραγματιστική ή έστω και ιδεολογική πολιτική του Κεμάλ για την εποχή του μεσοπολέμου.

ΙΙ

Το Νοέμβριο του 2008 σε ένα συνέδριο για την Τουρκία στην Ουάσιγκτον ο αμερικανός πρώην πρέσβης στην Άγκυρα, Φράνκα Πάρις παρουσίασε των Νταβούτογλου ως τον «Κίσινγκερ της Τουρκίας». Στο ίδιο συνέδριο ο καθηγητής Ομάρ Τσινάρ αναλύοντας το βιβλίο του Νταβούτογλου μίλησε για μετασχηματισμό από τον «Κεμαλισμό» στον «Νέο-Οθωμανισμό». Είδαμε ήδη τους λόγους γιατί ο Τσινάρ παρομοίασε την Νταβούτογλου με τον Κίσινγκερ.
Ο Υπέξ δεν δέχτηκε τον όρο «Νέο-Οθωμανισμός» ως όρο ο οποίος εκφράζει τις θέσεις του, αλλά θεώρησε ότι η Οθωμανική ιστορία παίζει σημαντικό ρόλο στην ταυτότητα της Τουρκίας και το πολιτικό της στάτους. Ο ίδιος στην διάλεξή του στην Ουάσιγκτον προσπαθώντας να διασαφηνίσει τις θέσεις του δήλωσε ότι δύο είναι οι σταθερές σε μία κοινωνία: ή ιστορία και η γεωγραφία. Σε άλλο βιβλίο του αναφέρει την ρήση του Βίσμαρκ, ότι η μόνη σταθερά στην πολιτική είναι η γεωγραφία.
Αρχίζοντας από τις δύο σταθερές μιας κοινωνίας, την γεωγραφία και την ιστορία θα παραδεχτούμε ότι ο Νταβούτογλου έχει δίκιο όσον αφορά την γεωγραφία. Η γεωγραφία όμως εμπίπτει στη σφαίρα ανάλυσης της ρεαλιστικής ή ποσοτικής μεθόδου. Συμπίπτει βέβαια και με τις γεωστρατηγικές θεωρίες του Μάχαν (θεωρία Θουκυδίδη), του Μακίντερ, του Σπάικμαν τους οποίους αναφέρει ο Νταβούτογλου στην ανάλυση του σε σχέση με τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας.
Η ιστορία, από την άλλη πλευρά, είναι ένα θέμα το οποίο μπορεί να ανήκει σε όλες τις σχολές ανάλογα με τον τρόπο τον οποίο την θεωρεί ή την ερμηνεύει η κάθε μία. Άρα υπάρχει εδώ πιθανώς μια αρχική συνεύρεση δύο διαφορετικών μεθόδων ανάλυσης η οποία βέβαια δεν είναι απορριπτέα αλλά πρέπει να κρατηθεί σε όρια τα οποία δεν παραβιάζουν βασικές αρχές της κάθε μιας. Ποια είναι η φιλοσοφία της ιστορίας για τον Υπέξ; Θα αναλύσουμε το θέμα πιο κάτω και θα προτείνουμε την πιθανή θεώρηση της ιστορίας κατά αυτόν
Κατ’ αρχάς, αναφορικά με την πρώτη σταθερά. Τα σύνορα του σύγχρονου τουρκικού κράτους, πράγματι, ορίζουν έναν συγκεκριμένο χώρο ο οποίος έχει επιπτώσεις για την ιστορία και την κοινωνία την οποίαν περικλείει. Γεωστρατηγικά η Τουρκία ελέγχει την Μαύρη Θάλασσα, έχει πρόσβαση στον Καύκασο και τα εκεί πετρέλαια, και ελέγχει άμεσα την Μέση Ανατολή και έχει επιρροή και στα Βαλκάνια. Αυτή η θέση καθιστά την Τουρκία ικανή να επηρεάσει και να συμμετάσχει σε λύσεις χρόνιων προβλημάτων αλλά και στην αποτροπή νέων. Σε αυτό το συμπέρασμα τον οδηγεί η γεωστρατηγική του ανάλυση.
Τα σύνορα της Τουρκίας ορίζονται από δύο βαλκανικές χώρες, πρώην επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Ελλάδα και την Βουλγαρία, δύο Αραβικές χώρες, Συρία και Ιράκ, και αυτές πρώην επαρχίες της Αυτοκρατορίας, την Περσία, μία οιονεί Αυτοκρατορία η οποία δεν υπήρξε μέλος της Τουρκικής αλλά αντίπαλος της, την Αρμενία, η οποία υπήρξε μέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Γεωργίας πρώην μέλους της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και μετέπειτα της ΕΣΣΔ. Τα σύνορά της βρίσκονται και στην Ασία και την Ευρώπη. Η γεωγραφία είναι όντως μια ακλόνητη σταθερά. Είναι σταθερά γιατί επιτρέπει, διευκολύνει ή αποτρέπει: ξένες εισβολές, επικοινωνία με άλλους πολιτισμούς, εμπόριο και οικονομική ανάπτυξη, πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. Ο Νταβούτογλου ορίζει την γεωγραφία ως ντετερμινιστικό παράγοντα της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας αλλά στην ουσία και ως ντετερμινιστικό παράγοντα της ιστορίας της.
Η Τουρκία λοιπόν δεν μπορεί παρά να έχει άμεση σχέση με τους γείτονές της και οι διεθνείς της σχέσεις να καθορίζονται από τις σχέσεις της με αυτούς. Το ερώτημα άμεσα τίθεται: σε ποιο βαθμό καθορίζεται η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας από την γεωγραφία της; Οι απαντήσεις μπορούν να ποικίλουν. Πάντως αποδεχόμενος την ντετερμινιστική θεώρηση της γεωγραφίας και της ιστορίας όπως θα δούμε πιο κάτω, ο καθηγητής πρέπει να θεωρηθεί ότι ανήκει στην ρεαλιστική σχολή των διεθνών σχέσεων.
Η δεύτερη σταθερά όμως, η ιστορία, δεν είναι μόνο γεωγραφία. Τί εννοεί ο Νταβούτογλου όταν λέει ότι η ιστορία είναι μια σταθερά για την Τουρκική κοινωνία; Η ιστορίες των γειτόνων της Τουρκίας και της ίδιας της Τουρκίας κατ’ αρχάς δεν ταυτίζονται, έχουν χρονικές διαφορές, υστερήσεις κενά επιρροές από άλλες ιστορίες. Ή ιστορία δεν είναι αναγνώσιμη όπως η γεωγραφία. Είναι εν πολλοίς πέραν μιας μοναδικής επιστημονικής ανάγνωσης και παρουσίασης. Η ιστορία μπορεί να είναι μία ηθελημένη προβολή ή μελέτη των όσων θέλουν να καταδείξουν οι διάφοροι δράστες για το παρελθόν τους. Και το παρελθόν της Τουρκίας δεν είναι ούτε γραμμικό ούτε άμοιρο ερμηνειών και διηγήσεων καθόλου κολακευτικών για την Τουρκία. Η ίδια η Τουρκία αρνείται να δεχτεί αρνητικά μέρη του παρελθόντος της αλλά και του παρόντος, όπως την Αρμενική και Ποντιακή γενοκτονία και την εισβολή και κατοχή της Αλεξανδρέττας το 1939, της Κύπρου το 1974 και σειρά εγκλημάτων πολέμου στην Κύπρο. Στο ερώτημα λοιπόν για την ιστορία ως σταθερά, εμείς δεν μπορούμε παρά να έχουμε ενστάσεις όσον αφορά το πόσο σταθερά ή ντετερμινιστική μπορεί να είναι για την σύγχρονη Τουρκία. Σε ένα άλλο κεφάλαιο θα δούμε τι ακριβώς εννοεί και γιατί το εννοεί ο Υπέξ. Ο ίδιος όμως έκανε μια προσπάθεια στην ομιλία του στο Σαράγιεβο στις 23 Οκτωβρίου του 2009 να δώσει ένα στίγμα. Στην τοπική εφημερίδα Ντάνι αποτυπώθηκαν οι απόψεις του: «Τα Βαλκάνια είναι μια γεωπολιτική ενδιάμεση ζώνη και ένα σταυροδρόμι πολιτικής οικονομικής πολιτιστικής διόρασης ανάμεσα σε Ευρώπη και Ασία, Βαλτική και Μεσόγειο… μια τέτοια περιοχή έχει δύο πιθανά πεπρωμένα στην ιστορία, το ένα είναι να γίνει το κέντρο του κόσμου στην παγκόσμια ιστορία και το άλλο να γίνει θύμα της παγκόσμιας σύγκρουσης…ο 16ος αιώνας ήταν η χρυσή εποχή των Βαλκανίων…τα Βαλκάνια ήταν το κέντρο της παγκόσμιας πολιτικής…αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός».
Κλείνοντας την ομιλία του είπε: «τώρα είναι ώρα για επανένωση….από τον 15ο έως τον 20ο αιώνα η ιστορία των Βαλκανίων ήταν μια ιστορία επιτυχίας…η Οθωμανική περίοδος στα Βαλκάνια είναι μια ιστορία επιτυχίας. Τώρα χρειάζεται να επανέλθει».
Αν ο Νταβούτογλου έχει μια ανάγνωση της ιστορίας να μας προσφέρει αυτή είναι η ανάγνωση της ιστορίας από πλευράς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την εποχή της μεγάλης της ακμής, και είναι η ανάγνωση μιας επιτυχίας την οποίαν μόνον ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει ως τέτοια. Αλλά αυτή η περίοδος δεν ενείχε την έννοια του Οθωμανισμού, ενείχε μόνον της έννοια της Αυτοκρατορίας και της δομής της, τα μιλλέτ και την ιεραρχικά και μη πολιτικά δομημένη κοινωνία της.
Τι σημαίνει ότι η Οθωμανική περίοδος ήταν περίοδος επιτυχίας; Τι σημαίνει ότι η αυτή η περίοδος ήταν περίοδος επιτυχίας για τα Βαλκάνια; Για τον Υπέξ σημαίνει ότι διαφορές εθνότητες, ως μέρη μιας ηγεμονικής πολιτικής διοίκησης, όπου οι εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις των πολιτικών τους δυνάμεων ήταν υποταγμένες στο φαντασιακό των Τούρκων γκάζι, ως ραγιάδες, προστατευμένα κοπάδια, ότι ήταν σε πλήρη αυτόβουλη και εθελοντική εναρμόνιση με το Τουρκικό φαντασιακό. Αν αυτή είναι η ανάγνωση της ιστορίας της περιοχής, αν αυτό είναι το ιστορικό γεγονός στο οποίο αναφέρθηκε στην ομιλία του, τότε αυτό παρουσιάζει ένα σοβαρό πρόβλημα στην θεωρητική συγκρότηση της ανάλυσής του και στο που κατατείνει αυτή η ανάλυση. Ο Νταβούτογλου δέχεται η κατάκτηση η ετερόνομη ανάπτυξη των κοινωνιών των Βαλκανίων, η παντελής έλλειψης της έννοιας και πρακτικής της πολιτικής αυτονομίας των ιστορικών αυτών υποκειμένων της περιοχής μπορεί να είναι μια επιτυχία της ιστορίας. Δεν αναγνωρίζει το πολιτικό ως μέρος του Οθωμανικού φαντασιακού, όπως άλλωστε και ο Κεμαλισμός, αλλά προφανώς μόνο την λειτουργική αρχή του ραγιά, της προστασίας του κοπαδιού. Δεν αναγνωρίζει την αυτόνομη ανάπτυξη ως πρωταρχικό στοιχείο εγγενούς έκφρασης της ελευθερίας των κοινωνιών αυτών. Πιστεύει ότι η απώλεια ή άρνηση της ελευθερίας των Βαλκανικών λαών ήταν μια επιτυχία, μια επιτυχία γιατί το κοπάδι δεν παρουσίασε διακοινοτικές συγκρούσεις μια και οι ασκέρ φύλασσαν καλά την περιουσία του Χαλίφη. Και αυτό αναδεικνύει τις αντιφάσεις του «Στρατηγικού βάθους» σε σχέση με τις Ευρωπαϊκές ή Δυτικές αξίες τις οποίες υποτίθεται ότι ενσωματώνει στην στρατηγική του. Αυτό αναδεικνύει και την αντίφαση του ως προς την λειτουργική στροφή της Δυτικής φιλοσοφίας σε σχέση με την αξιακή του Ισλάμ.
Ας επανέλθουμε όμως στην διάλεξη του στην Ουάσιγκτον. Εκεί ανέπτυξε ότι στο βιβλίο του μιλάει για τρεις μεθοδολογικές αρχές: τον οραματικό τον προσανατολισμό, το συστηματικό πλαίσιο και την «ήπια δύναμη» και για αυτήν σε ότι έχει να κάνει και ως προς την πολιτική ρητορεία και ως προς την πράξη. Αυτές οι μεθοδολογικές αρχές θεώρησε ότι είναι συμβατές με την Ευρωπαϊκές αξίες.
Αλλά ας αρχίσουμε από τον οραματικό προσανατολισμό. Τον χαρακτηρίζει ως μεθοδολογική αρχή. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Μεθοδολογική αρχή είναι μια αρχή η οποία διέπει τα βήματα τα οποία πρέπει να κάνει κανείς για να επιτύχει ένα σκοπό. Εδώ παρουσιάζεται μια αρχή δράσης ή καλύτερα μια αρχή χάραξης μιας πολιτικής για ένα σκοπό. Η δράση χρειάζεται ένα όραμα ως στόχο. Το όραμα δεν είναι μέθοδος αλλά η πραγμάτωση του χρειάζεται μέθοδο, μέθοδο τουλάχιστον για να ερευνήσει κανείς πως θα πραγματώσει το όραμά. Ίσως ο Υπέξ προσπαθεί να πει ότι χρειάζεται μια μέθοδος για να βρούμε ένα όραμα. Αυτό πάντως δεν το αναφέρει, ούτε το αναλύει. Αλλά ούτε το συστηματικό πλαίσιο ή η ήπια δύναμη είναι μεθοδολογικές αρχές. Ο Υπέξ μάλλον θέλει να μας εντυπωσιάσει παρά να μας διαφωτίζει για την επιστημονική του προσέγγιση.
Ο οραματικός προσανατολισμός, ας δεχθούμε, είναι μια αρχή σχεδιασμού και έναυσμα για δράση. Το όραμα εμπίπτει στον χώρο της ποιοτικής ανάλυσης. Δεν είναι μετρίσιμο και δεν εμπίπτει στην ανάλυση της ρεαλιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων. Επιστημολογικά το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι εάν το όραμα αντικατοπτρίζει μια πραγματικότητα η οποία βρίσκεται στο νου μας, έχει συγκροτηθεί από το υποκειμενικό φαντασιακό ή συγκροτείται από μια αντικειμενική κοινωνική πραγματικότητα εκεί έξω την οποίαν μπορούμε να πάρουμε ως δεδομένη και το καίριο ζήτημα βέβαια είναι αν μπορούμε να την γνωρίσουμε ή όχι; Είναι ο οραματικός προσανατολισμός μια νοητική κατασκευή του συλλογικού υποκειμένου Τουρκία του σήμερα η οποία υπόκειται σε ερμηνευτικές αλλαγές και πολλαπλές διηγήσεις ή ένα συγκεκριμένο ντετερμινιστικά κατασκευασμένο όραμα το οποίον προσδίδει ένα συγκεκριμένο ντετερμινιστικά προσανατολισμό ο οποίος θα διαμορφώσει τις σχέσεις της Τουρκίας με τον γύρω της κόσμο; Ο Υπέξ προφανώς πιστεύει στην δεύτερη εκδοχή. Και φαίνεται να το πιστεύει αυτό από τον γεωγραφικό ντετερμινισμό του και ως συνεπακόλουθο από την ντετερμινιστική ανάγνωση της ιστορίας την οποίαν μας προσφέρει.
Κατά δεύτερον, ο οραματισμός της Τουρκίας ποια σχέση έχει με τους οραματισμούς άλλων κρατικών-εθνικών υποκειμένων στην περιοχή ή μακριά από αυτήν; Γιατί αν μόνο η Τουρκία έχει οραματικούς προσανατολισμούς, τότε έχει ήδη συμπεράνει πως μόνο η Τουρκία ως Αυτοκρατορία έχει μια ειδική ιστορική αποστολή και μοίρα, ενώ οι άλλοι είναι ιστορικά σε ρόλο εκπλήρωσης του μεγάλου ρόλου της Τουρκίας. Αφήνει, λοιπόν τους οραματισμούς των άλλων να αιωρούνται, να συγκρούονται ή να συμπλέουν σε σχέση με τους δικούς του. Δεν θα αμφισβητήσουμε την αξία του οράματος ως το δημιουργικό κίνητρο σχεδιασμού και λήψης πολιτικών αποφάσεων. Η αξία των πολιτικών αυτών όμως υπόκειται στο συσχετισμών των οραματικών προσανατολισμών άλλων κοινωνιών ή ηγεσιών. Στην προκειμένη περίπτωση η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με την οραματικό προσανατολισμό των Κούρδων, της Αρμενίας, του Ισραήλ, της Περσίας, της Ρωσίας και πιθανότατα της Αιγύπτου και όλου του αραβικού έθνους. Βρισκόταν, τουλάχιστον μέχρι τώρα σε σύμπλευση με τους οραματισμούς της ΕΕ και των ΗΠΑ. Είναι αιωρούμενη σε σχέση με τους οραματισμούς της Ελλάδος, και ίσως άλλων Βαλκανικών χωρών. Επίσης είναι αιωρούμενη σε σχέση με τους Τουρκογενείς πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας.
Ο οραματισμός ως αρχή για μια μέθοδο επίτευξης ενός σκοπού μπορεί να έχει και αξιακά χαρακτηριστικά. Η ήπια δύναμη εμπεριέχει αξιακά χαρακτηριστικά. Η Τουρκία, μας λέει, δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει «σκληρή δύναμη» για την επίτευξη των σκοπών της. Λίγο πιο κάτω θα δούμε ότι οι λειτουργικές αρχές του «Στρατηγικού Βάθους» εμπεριέχουν επίσης αξίες όπως η ελευθερία, και η ειρήνη.
Ο Υπέξ μίλησε στον ΟΗΕ επ’ ευκαιρία των γεγονότων της Γάζας. Εκεί άρχισε την ομιλία του στις 31 Μαΐου 2010 λέγοντας: «Κύριε Πρόεδρε εμφανίζομαι ενώπιον σας σήμερα επ’ ευκαιρία ενός τραγικού και θλιβερού γεγονότος όπου ένα κράτος μέλος αυτού του υψηλού σώματος διέπραξε ένα σοβαρό έγκλημα σε πλήρη άρνηση όλων των αξιών τις οποίες ορκιστήκαμε να στηρίξουμε από της ιδρύσεως του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών». Ο Νταβούτογλου αναφερόταν στα τελευταία γεγονότα στην Γάζα στις 30/6/10, όπου οι Ισραηλινοί επετέθησαν σε τουρκικό πλοίο όπου και σκοτώθηκαν 9 Τούρκοι. Ο ίδιος όμως είχε λησμονήσει ότι το 1974 η ίδια η Τουρκία είχε διαπράξει ένα παρόμοιο έγκλημα κατά της Κύπρου για το οποίο κρίθηκε από τον ΟΗΕ ότι παραβίασε τις αξίες τις οποίες όλοι, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας, είχαν ορκιστεί να στηρίξουν. Παρακολουθούμε εδώ στις ομιλίες του πολιτικού μια ενδιαφέρουσα μεταμόρφωση. Είναι η μεταμόρφωση του θεωρητικού σε πολιτικό ο οποίος υποστηρίζει αρχές τις οποίες το κρατικό υποκείμενο το οποίο εκπροσωπεί δεν τηρεί αλλά απαιτεί από τους άλλους να τηρήσουν.
Αξίες και όραμα δεν είναι πάντα εύκολο να γίνουν συμβατές στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Οι αξίες μπορεί να είναι οραματικές αλλά τα οράματα μπορεί κάλλιστα να μην μπορούν να πραγματωθούν σε συνάρτηση με τις αξίες. Στην περίπτωση της Γάζας ο Υπέξ προσπάθησε να συναρμόσει και τα δύο παραβλέποντας το Κυπριακό και το Κουρδικό πρόβλημα τα οποία δεν συνάδουν με πολιτική αξιών.
Ο οραματικός προσανατολισμός ήταν σαφής στην ομιλία του Σαράγιεβο. Είναι πράγματι μια πολυχρησιμοποιημένη μέθοδος, το όραμα, στην ιστορία και κυρίως στην Ευρωπαϊκή ιστορία μετά την Γαλλική Επανάσταση για την διάδοση πολιτικών ιδεολογιών ή κατακτητικών βλέψεων ή ακόμα και ως δημιουργία εθνικών κρατών καθώς διάφορες αυτοκρατορίες κατέρρεαν. Τα οράματα μπορούν κάλλιστα να είναι κενά αξιών ή τουλάχιστον ως προς τα μέσα τα οποία χρησιμοποιεί ο οραματιστής για να τα υλοποιήσει. Οραματική ήταν η πολιτική του Ναπολέοντα, του Βίσμαρκ, του Βενιζέλου, Κεμάλ, του Λένιν, του Χίτλερ. Οραματικός προσανατολισμός και αξίες δεν συνάδουν με την ρεαλιστική θεωρία των διεθνών σχέσεων. Προφανώς κάναμε λάθος όταν κατηγοριοποιούσαμε την θεωρία Νταβούτογλου ως ρεαλιστική.
Η δεύτερη μεθοδολογική αρχή, το συστηματικό πλαίσιο είναι μια προσέγγιση με ολόκληρο τον κόσμο. Δηλαδή, η Τουρκία θα πλησιάσει ολόκληρο τον κόσμο, την Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και την Αφρική με έναν ομοιόμορφο και ισότιμο τρόπο. Δεν θα υπάρχει άλλη πολιτική για την Μ Ανατολή και άλλη για την Κεντρική Ασία. Η αρχή αυτή δοκιμάζεται αυτήν την περίοδο στο Κυργυστάν. Δοκιμάζεται επίσης στην Αφρική με τις εμπορικές σχέσεις Τουρκίας Σουδάν, τη στιγμή που ο Πρόεδρος του Σουδάν διώκεται για εγκλήματα πολέμου. Και εδώ οι αξίες οι οποίες διέπουν αυτήν την μεθοδολογική αρχή, οι οποίες υποτίθεται ότι είναι συμβατές με τις αξίες της ΕΕ, δεν εφαρμόζονται προς χάριν των εμπορικών συμφερόντων.
Στο θέμα της Κεντρικής Ασίας η Τουρκία πρέπει να προσπαθήσει να παρέμβει σε διαμάχες Τουρκογενών πληθυσμών στην περιοχή, ένα χώρο με τεράστια γεωστρατηγική σημασία, για Ρώσους, Κινέζους και Αμερικανούς. Ο Νταβούτογλου πιστός σε αυτήν την μεθοδολογική αρχή έχει βρεθεί στο Καζακστάν ως μέλος του ΟΟΑΣΕ προσπαθώντας να παρέμβει στην κρίση αυτήν ως διαμεσολαβητής και ειρηνοποιός. Στις 2/7/2010 βρέθηκε στο Μπασίρ στην ορκωμοσία της νέας Πρωθυπουργού. Εκεί μάλιστα μίλησε και για ένα συμβούλιο Τουρκογενών κρατών της Κεντρικής Ασίας επαναφέροντας το όραμα του Οζάλ. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη την οποίαν αξίζει κανείς να παρακολουθήσει προσεκτικά. Από μια πρώτη ανάγνωση όμως η παρέμβαση του είναι μάλλον θεατρική γιατί οι άλλοι εμπλεκόμενοι, ήδη μεγάλες τοπικές δυνάμεις προβάλουν πολλή μεγαλύτερη ισχύ και διακυβεύουν τεράστια δικά τους συμφέροντα. Ήδη η Ρωσία δεν τόλμησε να εμπλακεί και τελικά η Οργάνωση για συνεργασία και Άμυνα της Ευρώπης απεφάσισε να στείλει αστυνομικές δυνάμεις με την πολιτική υποστήριξη των ΗΠΑ και την ανοχή της Ρωσίας και της Κίνας.
Η τρίτη αρχή είναι η «ήπια ισχύς» η οποία σημαίνει πως δεν απειλούμε κανένα αν και έχουμε ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις λόγω της ανασφαλούς περιοχής μας.
Ο Joseph S. Nye, Jr. έχει εξηγήσει ότι «μια όψη της ισχύος– η οποία παράγεται όταν μία χώρα κάνει μια άλλη χώρα να θέλει ό,τι θέλει η πρώτη, μπορεί να ονομασθεί …ήπια ισχύς σε αντίθεση με ισχύ εξαναγκασμού ή σκληρή ισχύ η οποία διατάσει την άλλη να κάνει ό,τι θέλει». «Ήπια ισχύς είναι η ικανότητα να παίρνεις ό,τι θέλεις δια μέσου προσέλκυσης αντί πίεσης ή πληρωμής. Οι πηγές οι οποίες παράγουν ήπια ισχύ είναι η κουλτούρα (όταν είναι ελκυστική για τους άλλους) οι αξίες της (όταν είναι ελκυστικές και δεν υπονομεύονται από αντιφατικές πρακτικές) και πολιτικές (όταν γίνονται αντιληπτές ως περιληπτικές και νόμιμες)». «Η στρατιωτική ισχύς και η οικονομική ισχύς είναι και τα δύο παραδείγματα «σκληρής» ισχύος εξαναγκασμού οι οποίες μπορούν να φέρουν τους άλλους στο σημείο να αλλάξουν τη θέση τους. Η σκληρή ισχύς μπορεί να βασίζεται και σε προτροπές (καρότο) ή τιμωρία (μαστίγιο)».
Η έννοια της «ήπιας ισχύος» του Νάυ δεν είναι ξεκάθαρη. Δεν έχει ως έννοια διαφορετικό εύρος και βάθος από την έννοια της σκληρής ισχύος έτσι ώστε να μπορούμε με σαφήνεια να αναγνωρίσουμε στο πεδίο των διεθνών σχέσεων την εφαρμογή της μίας ή της άλλης ή και των δύο μαζί.
Για το θέμα της ήπιας ισχύος της Τουρκίας ο Φαρ Μπανγκ λέει: «κατά το ίδιο μέτρο το ζήτημα του τρόπου με το οποίο η Τουρκία μπορεί να εφαρμόσει την ήπια ισχύ της στην Μ. Ανατολή και την Κεντρική Ασία, μέσω επανειλημμένων ανταλλαγών και επανόδων περιλαμβάνει μια τίμια ανάληψη μεταρρυθμίσεων πρώτα εγχώριων
Ήταν η παρέμβαση στη Γάζα μια εκδήλωση ήπιας ισχύος; Το ότι το μέγιστο μέρος της Μουσουλμανικής κοινής γνώμης θωρεί ότι ο αποκλεισμός της Γάζας είναι ανήθικός και άδικος, δηλαδή θεωρεί ότι μια προσπάθεια άρσης του αποκλεισμού είναι μια ηθική και δίκαιη πράξη δίνει το δικαίωμα στην Τουρκία να θεμελιώσει την απόπειρα του Μαβί Μαρμαρά ως επίδειξη ήπιας ισχύος; Στην πραγματικότητα η παρέμβαση ήταν προϊόν σκληρής δύναμης διότι προσπάθησε να πιέσει τον άλλον, το Ισραήλ να κάνει κάτι το οποίο αυτό δεν ήθελε. Ήπια ισχύ ασκεί η Τουρκία απέναντι στον Αραβικό κόσμο και τους Μουσουλμάνους τους οποίους προσπαθεί να πείσει να την ακολουθήσουν αυτόβουλα μέσω της κοινής τους κουλτούρας, των αξιών της Τουρκίας και των πολιτικών της, οι οποίες εκφράζουν την νομιμότητα σε σχέση με το πρόβλημα της Γάζας και του Παλαιστινιακού γενικότερα.
Τι συμβαίνει με τη συμπεριφορά της Τουρκίας σε σχέση με την Ελλάδα; Εδώ θα δούμε ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί «σκληρή ισχύ», με το causus beli, την απόβαση στα Ίμια, τις συνεχείς υπέρ-πτήσεις πάνω σε ελληνικά νησιά και την παρουσία ωκεανογραφικών με συνοδεία πολεμικών. Με σκληρή ισχύ προσπαθεί να πιέσει την Ελλάδα να αποδεχθεί τους όρους της για το όρια και την δικαιοδοσία πάνω στο Αιγαίο. Είναι απορίας άξιον πως η Ελληνική διπλωματία δεν έχει προβάλει αυτήν την αντίφαση λόγων και έργων, και δεν θεωρεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση «χαμηλής σύγκρουσης» με την Τουρκία.
Ο Νταβούτογλου θεωρεί ότι αυτές οι μεθοδολογικές αρχές είναι συμβατές με τις πολιτικές αρχές και αξίες της ΕΕ και της Δύσης γενικότερα. Πράγματι, μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την αξίες της Δύσης. Βέβαια η ίδια η Δύση δεν έχει τηρήσει τις αρχές αυτές και μάλιστα τις έχει παραβιάσει με διαφοροποιήσεις στην πολιτική της κατά περίπτωση, άλλη πολιτική για τα ανθρώπινα δικαιώματα μειονότητες στην Κίνα ή στην Αίγυπτο ή στην Σαουδική Αραβία και άλλη στην Ελλάδα ή την Σερβία η την Ρωσία. Η Δύση χρησιμοποιεί ήπια ισχύ σε κάποιες περιπτώσεις αλλά κάνει και χρήση σκληρής ισχύος, αν δούμε το Ιράκ ή το Αφγανιστάν. Επίσης στο θέμα της Περσίας η ήπια ισχύς απέτυχε και οι κυρώσεις είναι πλέον εφαρμογή σκληρής ισχύος (τιμωρία).
Η πρώτη μεθοδολογική αρχή, ο οραματικός προσανατολισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί ως Δυτική προσέγγιση αλλά στην πραγματικότητα το ιστορικό της είναι βεβαρημένο όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Οι οραματικοί προσανατολισμοί κατέληξαν σε ανθρωπινές τραγωδίες και πλήρεις αναιρέσεις αξιών. Ποιος θα μπορούσε να αναφερθεί ως οραματικός προσανατολισμός της Δύσης σήμερα; Η διάδοση της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η παγκοσμιοποίηση της αγοράς; Ίσως αυτές να είναι το φαντασιακό όραμα της Δύσης. Αν αυτός είναι ο οραματικός προσανατολισμός της Τουρκίας, τότε η Τουρκία αποτελεί μέρος της Δύσης, είναι ενταγμένη σε αυτήν και αποτελεί ένα θρίαμβο της ήπιας ισχύος της. Η Δύση έκανε την Τουρκία να θέλει να γίνει Δύση και να της εκπροσωπήσει στην προσπάθεια της να πραγματώσει τον οραματικό της προσανατολισμό. Δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως θα δούμε πιο κάτω. Και δεν είναι έτσι γιατί ή Τουρκία μετέχει σε ένα άλλο οραματικό πλαίσιο, το οποίο δεν είναι βέβαιο αν είναι Δυτικό. Πέραν αυτού, στο χώρο των διεθνών σχέσεων και της θέσης της Τουρκίας σε αυτόν, ο οραματικός προσανατολισμός της είναι η απόφαση της Τουρκίας να αλλάξει εξωτερική πολιτική όπως λέει ο ίδιος ο Νταβούτογλου προς χάριν της ίδιας της ειρήνης: «Η Τουρκία την τρέχουσα περίοδο αντιμετωπίζει πίεση να αποδεχθεί ένα σημαντικό περιφερειακό ρόλο ο οποίος πράγματι έχει δημιουργήσει εντάσεις μεταξύ των υπαρχόντων στρατηγικών συμμαχιών και των αναδυομένων περιφερειακών υποχρεώσεων της. Η πρόκληση της διαχείρισης αυτών των σχέσεων έγινε έντονα αισθητή σε πρόσφατες περιφερειακές κρίσεις στον Καύκασο, τα Βαλκάνια, και την Μέση Ανατολή. Η Τουρκία παραμένει δεσμευμένη να εγκαθιδρύσει αρμονία ανάμεσα στις υπάρχουσες στρατηγικές της συμμαχίες και τους γείτονές της και τις γειτονικές περιοχές». Ο Ακυόλ σε άλλη συνέντευξη με τον Ντοβούτογλου παρατηρεί επιδοκιμαστικά: «Οι προθέσεις είναι καλές και υποσχόμενες. Το νέο-Οθωμανικό όραμα το οποίο οραματίζεται ο Δρ. Νταβούτογλου είναι να επαναπροσδιορίσει την Τουρκία ως «ήπια δύναμη» η οποία θα εμπνεύσει σταθερότητα, οικονομική ανάπτυξη και δημοκρατία στην περιοχή. Αυτή είναι η συνεισφορά η Δύση και ολόκληρός ο κόσμος, χρειάζεται».
Ο Νταβούτογλου συνέχισε την ανάλυσή του βιβλίου του στην Ουάσιγκτον παραθέτοντας έξη λειτουργικές αρχές για την επίτευξη των στόχων της Τουρκίας: ισορροπία μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας, «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονές μας», προληπτική πολιτική ειρήνης, συμβατές σχέσεις παγκοσμίως, ενεργή συμμετοχή σε όλα τα παγκόσμια και διεθνή θέματα, ενεργή συμμετοχή σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς.
Οι λειτουργικές αρχές θα πρέπει να είναι συμβατές με τις μεθοδολογικές αρχές της θεωρίας. Θα εξετάσουμε αν αυτό ισχύει σε θεωρητικό επίπεδο και αν στην πράξη επιβεβαιώνουν τις μεθοδολογικές αρχές. Επίσης λειτουργικές αρχές σημαίνουν ότι αυτές διέπουν τον τρόπο εφαρμογής των μεθοδολογικών αρχών. Η ήπια ισχύς όμως, είναι στην πραγματικότητα λειτουργική αρχή. Και το ίδιο ισχύει και για το συστηματικό πλαίσιο. Ως μεθοδολογικές αρχές είναι άνευ νοήματος. Στην πραγματικότητα τα βήματα τα οποία χρειάζονται για να εφαρμοστεί μια οραματική πολιτική πρέπει να είναι και λειτουργικά και να εμπεριέχουν της αρχές του οράματος. Η ανάλυση Νταβούτογλου δεν μας προσφέρει καμιά γενική θεωρία ή μεθοδολογία για την μελέτη των διεθνών σχέσεων. Μας προσφέρει ένα όραμα το οποίο ξεδιπλώνεται μέσα από τις λειτουργικές αρχές και τις «δύο μεθοδολογικές αρχές» αλλά δεν μας λένε τίποτα για το στόχο. Το στόχο μας τον δίνει το «Στρατηγικό Βάθος», η απόκτηση δηλαδή, της Τουρκίας στρατηγικού βάθους με κύριο υπόβαθρο την γεωγραφική της θέση και την ιστορία της. Αυτό το οποίο επιζητά ο καθηγητής Νταβούτογλου είναι να αναδείξει αυτό το ήδη ντετερμινιστικά γεωγραφικά και ιστορικά προ-υπάρχον στρατηγικό βάθος με τις λειτουργικές αρχές αφού έχει προσλάβει «μεθοδολογικά» ένα οραματικό προσανατολισμό αυτού του στρατηγικού βάθους της Τουρκίας. Και αυτό το δομεί μέσα από μια ρεαλιστική αναγνώριση των φαινομένων αλλά ταυτόχρονα και από μια κατασκευαστική νοητική παρέμβαση και ερμηνεία της αρχικής ρεαλιστικής προσέγγισης του οράματος, με υλικά τα οποία δεν έχουν καμία θεωρητική συνάφεια μεταξύ τους. Θα δούμε πιο κάτω το γιατί.
Το πώς θα υλοποιηθεί ο οραματικός προσανατολισμός της Τουρκίας μας λέει ο Νταβούτογλου είναι διατηρώντας ισορροπία ελευθερίας και ασφάλειας. Αυτή αναφέρεται στον τομέα της λειτουργίας του Τουρκικού κράτους. Η ασφάλεια του δεν θα διέπεται από ανελεύθερα μέτρα. Η απειλή του Κουρδικού επαναστατικού κινήματος δεν θα οδηγήσει σε μέτρα καταστολής τα οποία θα στερήσουν την ελευθερία των Τούρκων. Μέχρι στιγμής φαίνεται ότι το Τουρκικό κράτος έχει διατηρήσει αυτήν την ισορροπία. Το τελευταίο διάστημα όμως οι επιθέσεις του ΠΚΚ έχουν γίνει σφοδρές με αποτέλεσμα το θάνατο δεκάδων Τούρκων στρατιωτών. Η συνέχεια αυτής της αναμέτρησης θα δείξει αν θα μπορέσει να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία.
Η δεύτερη αρχή «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες» είναι η ουσιώδης αρχή του σχεδίου Νταβούτογλου. Δίχως την αρχή αυτήν η λειτουργική αξία του Στρατηγικού Βάθους της γείτονος είναι μηδενική. Για αυτόν τον λόγο και η νέα πολιτική της Τουρκίας πέραν του επιθετικού προσδιορισμού ως «Νέο-Οθωμανική» αναφέρεται στην βιβλιογραφία ως ισοδύναμη με την αρχή «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες».
Αποτελεί μια πανάρχαια αρχή της λεγόμενης Μαντάλα (σχέδια και χρώματα) της δύναμης ότι το κράτος το οποίο εξετάζει τις σχέσεις του με τον περιβάλλον τοποθετείται ως κέντρο ενός κύκλου. Γύρω του τα κράτη τα οποία το περιστοιχίζουν θεωρούνται ως εχθρικά. Πέραν του κύκλου αυτού τα κράτη τα οποία περιστοιχίζουν τα γειτονικά του κατηγοριοποιούνται ως φιλικά. Αλλά και το κάθε κράτος σε σχέση με το άλλο μπορεί να συνάψει συμμαχίες με τον γείτονα και να είναι εχθρικά ως προς ένα άλλο γειτονικό ή μακρινό κράτος. Είναι προφανές ότι αυτή η σκληρή ρεαλιστική ανάλυση δεν μπορεί να είναι μια σύγχρονη ανάλυση των διεθνών σχέσεων. Προφανώς όμως είναι η βάση μιας πολιτικής η οποία θέλει να άρει την μακραίωνα αντίληψη περί του γείτονα ως εχθρού και προωθήσει μια ειρηνική συμβίωση των δύο μερών. Στην Ευρώπη υπήρξε ένας παράγοντας συνεχών πολέμων έως το 1945. Το ίδιο ίσχυε και για την Μ. Ανατολή και την Ασία. Εάν η ανθρωπότητα θέλει να άρει ένα βασικό αίτιο πολέμων θα πρέπει να ανατρέψει αυτήν την αρχή ως κατευθυντήρια γραμμή της εξωτερικής πολιτικής των κρατών.
Ο Ερντογκάν φάνηκε ότι έκανε προσπάθειες να επιτύχει μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες. Το έχει πετύχει με την Περσία όπου όμως η Τουρκία έχει το κίνητρο των μεγάλων εμπορικών συναλλαγών και ταυτόχρονα και την συμπόρευση και των δύο στην προσπάθεια τους να καταστείλουν το Κουρδικό αυτονομιστικό κίνημα και στις δύο χώρες. Είναι προφανές ότι η Περσική επιρροή στο Κουρδικό ζήτημα είναι ουσιώδης όταν κανείς μελετήσει τις εξελίξεις στο Ιράκ όπου η σιιτική περσική επιρροή θα παίξει κύριο ρόλο στην πολιτική κατάσταση της χώρας αυτής. Μια σιιτική κυβέρνηση δεν θα έχει την διάθεση να παραχωρήσει λειτουργική αυτονομία στους Κούρδους του Βορείου Ιράκ, όταν μάλιστα η περιοχή τους είναι πλούσια σε πετρέλαιο. Μια εύρωστη οικονομικά Κουρδική αυτόνομη περιοχή θα αποτελούσε έναν πόλο έλξεως για ισχυρά αυτονομιστικά ή αποσχιστικά κινήματα και στην Τουρκία και στην Περσία. Σήμερα η οικονομική παρουσία της Τουρκίας στο Ιρακινό Κουρδιστάν είναι εμφανής με 1000 Τουρκικές εταιρίες να δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Η οικονομική παρουσία της Τουρκίας αποτελεί ίσως την πλέον εμφανή επίδειξη ήπιας ισχύος.
Ο Ερντογκάν παρουσιάστηκε ως υποστηρικτής της Περσίας στην προσπάθεια της να αποκτήσει πυρηνική ενέργεια για «ειρηνικούς σκοπούς». Για αυτό και έκανε την προσπάθεια να πετύχει την μη επιβολή των Αμερικανικών κυρώσεων κατά της Περσίας στον ΟΗΕ. Η προσπάθεια αυτή με την συνεργασία της Βραζιλίας επέφερε συνάμα και μία ψυχρότητα ανάμεσα στη Τουρκία και τις ΗΠΑ. Η Περσία βέβαια, έχει δεχτεί την διαμεσολάβηση της Τουρκίας έως τώρα, διότι οι Τουρκικές ενέργειες την βοηθούν να διασώσει το πρόγραμμά της αλλά και την εμφανίζουν ως αξιόπιστο συνομιλητή έστω και με ένα μέρος της διεθνούς κοινότητας, θέση την οποίαν οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί της αρνούνται.
Η Τουρκία επίσης έκανε μια επιτυχή προσέγγιση με την Συρία. Η προσέγγιση όμως με την Συρία βασίζεται σε και πάλι σε μια κοινή γραμμή απέναντι στους Κούρδους. Μια δεύτερη κοινή συνισταμένη ήταν η διπλωματική απομόνωση της Συρίας ως χώρας η οποίας υποθάλπει την τρομοκρατία (Χεζμπολάχ στο Λίβανο και Χαμάς στην Λωρίδα της Γάζας) και η οποία βρήκε στην Τουρκία έναν σύμμαχο για να συνομιλήσει με την Δύση και με το Ισραήλ. Η διαμεσολάβηση της Τουρκίας μεταξύ Συρίας και Ισραήλ ήταν μια επίπονη προσπάθεια για τον Ερντογκάν ο οποίος υπελόγιζε στο να πετύχει μια συμφωνία ειρήνης μεταξύ των δύο η οποία θα του προσέδιδε το φωτοστέφανο του ειρηνοποιού και του πολύτιμου συμμάχου της Δύσης. Η προσπάθεια απέτυχε όταν το Ισραήλ εισέβαλε στη Γάζα τον Δεκέμβριο του 2008. Η εισβολή εκείνη ακύρωσε τις προσπάθειες της Τουρκίας και δημιούργησε την πρώτη σκληρή φραστική αντιπαράθεση του Ερντογκάν στο Νταβός με τον Πρωθυπουργό του Ισραήλ Πέρες. Η αποχώρηση του Ερντογκάν ήταν μάλλον θεατρική και συμβολική ή οποία όμως εξελίχθηκε σε μια έμμεση σύγκρουση μέσω μη-κυβερνητικών οργανώσεων στο στολίσκο προς τη Γάζα.
Με την Ελλάδα ο Ερντογκάν δεν έκανε τίποτα για να δημιουργήσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης και εκτόνωσης. Οι προκλητικές πτήσεις στο Αιγαίο και πάνω από ελληνικό εθνικό έδαφος συνεχίστηκαν. Οι διαπραγματεύσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία συνεχίζονται χωρίς καμία υποχώρηση από πλευράς Τουρκίας. Ουδεμία πρόταση καλής θέλησης υπήρξε έναντι της Ελλάδος. Είναι προφανές ότι η Τουρκία δεν είχε κανένα λόγο να μειώσει τις απαιτήσεις της έναντι της Ελλάδος διότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έκαναν τίποτε για να δημιουργήσουν κάποιο πρόβλημα ή να φέρουν έναν αντιτιθέμενο λόγο στην τουρκική διπλωματία. Αρά η αρχή αυτή σε σχέση με την Ελλάδα ισχύει εφόσον η τελευταία αποδέχεται την καθόλα επιθετική και αρπαχτική συμπεριφορά της Τουρκίας.
Με την Αρμενία έγινε μια προσπάθεια να βρεθεί μια προσέγγιση και για κάποια στιγμή είχε φανεί ότι η Τουρκία θα έκανε την υπέρβαση με έναν γείτονα ο οποίος μαζί με τους Έλληνες έχει υποφέρει από την Οθωμανική και μετέπειτα Τουρκική συμπεριφορά στον υπέρτατο βαθμό.
Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο θα ήταν μια ιστορική προσέγγιση, όπως η προσέγγιση Κεμάλ- Βενιζέλου, η οποία όμως ως παρακαταθήκη της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος λειτούργησε παντελώς αρνητικά μετά το 1954. Προϋπήρξε βέβαια το δόγμα Μεταξά «όχι σύγκρουση με την Τουρκία» το οποίο επιβεβαιώθηκε με την Μικρασιατική Καταστροφή. Μετά από αυτό το δόγμα Μεταξά έγινε «το σύνδρομο της «Σμύρνης», δηλαδή της μη σύγκρουσης με την Τουρκία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μη αντίδραση το 1954-5 το 1975, στα Ίμια και στις συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου. Το 1920 η Τουρκία είχε αποκτήσει «το σύνδρομο της Συνθήκης των Σεβρών» δηλαδή του φόβου της απώλειας εδάφους. Αυτό το σύνδρομο ανετράπει το 1974 δυναμικά μετά την Κυπριακή εισβολή και εγκαταλείφτηκε ως δόγμα από το ΚΔΑ και τον Νταβούτογλου.
Ο συμβιβασμός με την Αρμενία δεν επετεύχθη, και τα σύνορα μεταξύ της Αρμενίας και της Τουρκίας παραμένουν κλειστά. Υπήρξε βέβαια η πίεση από το Αζερμπαϊτζάν. Η προσέγγιση Αρμενίας Τουρκίας θα σηματοδοτούσε την απομάκρυνση από την Τουρκία των Αζέρων μιας τουρκογενούς φυλής οι οποίοι βρίσκονται τεχνικά σε πόλεμο με την Αρμενία για την περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάκ. Το Αζερμπαϊτζάν απείλησε με αποκλεισμό της Τουρκίας από το Αζέρικο φυσικό αέριο και πετρέλαιο σε περίπτωση που η Τουρκία αποδεχθεί την ενσωμάτωση του Ναγκόρνο-Καραμπάκ στην Αρμενία. Η προσπάθεια βέβαια της Τουρκίας να θεμελιώσει καλές σχέσεις με την Αρμενία είναι μεγάλης σημασίας λόγω του θέματος της Αρμενικής Γενοκτονίας το οποίο αποτελεί αίτημα των Αρμενίων για αναγνώριση από την αμερικανική Βουλή. Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την Οθωμανική Τουρκία το 1915 αποτελεί ένα σημείο μεγάλης πίεσης επί της σημερινής Τουρκίας, πίεση την οποίαν ήδη άρχισε να ασκεί το Ισραήλ.
Με την Γεωργία οι σχέσεις της Τουρκίας είναι άριστες, αλλά αν οι σχέσεις της Γεωργίας με την Ρωσία βρεθούν και πάλι σε τροχιά σύγκρουσης, τότε η Τουρκία θα βρεθεί σε δύσκολη θέση εφόσον καλλιεργεί καλές σχέσεις με την Ρωσία.
Αφήσαμε τελευταίο το Ιράκ. Ο γείτονας αυτός βρίσκεται σε ρευστή κατάσταση. Η εξέλιξη της Ιρακινής πολιτικής πραγματικότητας θα αποσαφηνίσουν εν πολλοίς αν η Τουρκία θα επιτύχει ειρήνη με αυτόν τον γείτονα και με το εσωτερικό της μέτωπο, τους Κούρδους. Μέχρι στιγμής η Τουρκία αλλά και ο Αμερικανικός παράγοντας, παρά τις αρχικές του δεσμεύσεις έχει αποτρέψει ένα δημοψήφισμα στην πόλη του Κιρκούκ για την διαμόρφωση ενός Κουρδικού ομόσπονδου κράτους μέσα στο Ιράκ. Η πόλης αυτή βρίσκεται πάνω σε πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και οι Κούρδοι του Ιράκ την θεωρούν ως την πρωτεύουσα του Ιρακινού Κουρδιστάν. Στην ίδια περιοχή ζουν Τουρκομάνοι τους οποίους η Τουρκία έχει περιβάλλει με την προστασία της και τους θεωρεί στοιχείο για την μη ανακήρυξη του Κιρκούκ ως Κουρδική περιοχή. Ο Σαντάμ Χουσεΐν είχε επιβάλλει Αραβοποίηση του πληθυσμού της πόλης μεταφέροντας δεκάδες χιλιάδες Σουνίτες στην πόλη. Μετά την αμερικανική εισβολή δεκάδες χιλιάδες Κούρδοι επέστρεψαν και προσπαθούν να εκδιώξουν τους Σουνίτες Άραβες. Η μοίρα του Κιρκούκ αλλά και η πολιτική πραγματικότητα στο ίδιο το Ιράκ θα καθορίσει στο μέλλον την σχέση της Τουρκίας με το Ιράκ και πάντα σε σχέση με το Κουρδικό πρόβλημα. Πρόσφατα σε επίσκεψη του Προέδρου του Κουρδικού Ιράκ Μπαρτζανί στην Άγκυρα η Τουρκία προσπάθησε και έκανε μια συμφωνία με το Ιρακινό Κουρδιστάν για ειρήνη, με παράδοση των ανταρτών του ΠΚΚ με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια και επενδύσεις. Οι αμερικανικοί σχεδιασμοί, αλλά και η Περσική επιρροή θα είναι καθοριστικοί παράγοντες της εσωτερικής δυναμικής των Ιρακινών πολιτικών εξελίξεων.
Από αυτή την αναδρομή στις σχέσεις της Τουρκίας με τους γείτονές της το συμπέρασμα το οποίο βγαίνει είναι ότι η Τουρκία δεν έχει καλές σχέσεις με τους γείτονές της παρά μόνο στην περίπτωση σύμπτωσης πολιτικών συμφερόντων λόγω των συγκεκριμένων συγκυριών. Η οικονομική της ανάπτυξη την έχει κάνει ένα σημαντικό εταίρο στην περιοχή και αυτό έχει δημιουργήσει ένα πλέγμα οικονομικών συμφερόντων το οποίον έχει βελτιώσει τις σχέσεις της με την Συρία, τον Λίβανο, την Ιορδανία και το πιο μακρινό Σουδάν. Η ίδια η Τουρκία δεν έχει κάνει καμία πολιτική κίνηση υποχώρησης ή συμβιβασμού σε ανοιχτά θέματα με τους γείτονες της. Η αρχή «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονές μας» είναι μια πολιτική βασισμένη σε πραγματιστική ανάλυση δούναι και λαβείν χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν της την αρχή αυτήν καθ’ αυτή. Οι καλές σχέσεις τις Τουρκίας με τους γείτονές της είναι στην πραγματικότητα ένας μύθος ο οποίος εάν ανατραπεί ακυρώνει ολόκληρο το σχέδιο του οραματικού προσανατολισμού της γείτονος. Και αυτό γιατί η λειτουργική αυτή αρχή είναι στην ουσία η αναγκαία συνθήκη της υλοποίησης της πολιτικής Νταβούτογλου.
Η επόμενη λειτουργική αρχή είναι η αρχή της προληπτικής πολιτικής. Μέχρι στιγμής η τουρκική εξωτερική πολιτική προσπάθησε να πάρει ορισμένα μέτρα για τους Κούρδους. Επέτρεψε την μετάδοση προγραμμάτων στην Κουρδική γλώσσα για μερικές ώρες στην τηλεόραση και ώρες διδασκαλίας στην Κουρδική γλώσσα. Η δικαστική όμως απόφαση για χαρακτηρισμό του προ Κουρδικού κόμματος της Δημοκρατικής Κοινωνίας ως τρομοκρατικού και την απαγόρευσής του επανέφερε στο προσκήνιο την ένταση και πριν λίγους μήνες λόγω της απαγόρευσης του Κουρδικού κόμματος, το ΠΚΚ σταμάτησε την εκεχειρία των επιθέσεων και άρχισε ένα νέο κύκλο βίαιων ενεργειών με αποτέλεσμα των τελευταίο μήνα να υπάρχουν δεκάδες Τούρκοι στρατιωτικοί νεκροί. Σε οποιαδήποτε άλλη σύγκρουση στην περιοχή η προληπτική πολιτική δεν εκδηλώθηκε ή δεν είχε αποτέλεσμα.
Στον τομέα της συμμετοχής σε διεθνής οργανισμούς και χρήσης των για άσκηση εξωτερικής πολιτικής η Τουρκία θα έλεγε κανείς είναι υπέρ-δραστήρια. Έκανε τις απαραίτητες ενέργειες, όπως στον ΟΗΕ, στον ΟΑΣΕ, όπως την παρέμβασή της στο συμβούλιο του Αραβικού Συνδέσμου και στην Σύνοδο των Ισλαμικών κρατών. Πρόσφατα χρησιμοποίησε και τη σύνοδο των Βαλκανικών κρατών για να περάσει απόφαση για την καταδίκη του Ισραήλ για τα γεγονότα της Γάζας.

Τουρκία και ΕΕ

Η Τουρκία προσπαθεί και προσδοκά να γίνει μέλος της ΕΕ. Οι ΗΠΑ, μάλιστα, με δηλώσεις του Υπουργού Άμυνας Γκέιτς πριν λίγες εβδομάδες στο Λονδίνο, θεωρούν ότι η στροφή της Τουρκίας προς τις Αραβικές και Ισλαμικές χώρες και η σύγκρουση της με το Ισραήλ για τον σπάσιμο του αποκλεισμού της Γάζας ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης πολιτικής βούλησης της ΕΕ να δεχθεί την Τουρκία ως μέλος της.
Η Τουρκία έχει προχωρήσει σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ αλλά το θέμα έχει «παγώσει» λόγω της άρνησης της Τουρκίας να ανοίξει τα λιμάνια της και τα αεροδρόμια της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ίδια η Τουρκία θεωρεί ότι υπάρχει άνιση μεταχείριση μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων εφόσον οι τελευταίοι ψήφισαν υπέρ του σχεδίου Ανάν, και άρα οι ελληνοκύπριοι είναι υπεύθυνοι για την μη ενοποίηση του νησιού. Αυτό το επιχείρημα η Τουρκία το χρησιμοποιεί κατά κόρον σε όλα τα επίπεδα, είτε είναι επίσημες δηλώσεις, είτε συνεντεύξεις, είτε ως επιχείρημα από την Τουρκική κοινή γνώμη για την «ειρηνική προσφορά» της Τουρκίας και την «εχθρική συμπεριφορά» των Ελλήνων. Η Ελληνική αντίδραση σε αυτό το σαθρό και έωλο επιχείρημα βασίζεται μόνο στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Είναι γνωστό ότι η επιθυμία της Ελληνικής και Κυπριακής ελίτ ήταν η αποδοχή του σχεδίου Ανάν.
Οι πιέσεις της ΕΕ για εκδημοκρατισμό της Τουρκίας και την περιθωριοποίηση των στρατιωτικών και του Κεμαλικού κατεστημένου από την πολιτική ζωή της χώρας έφεραν ως αποτέλεσμα να εκλεγεί ο Ερντογκάν πρωθυπουργός ο οποίος ηγείτο ενός Ισλαμικού κόμματος. Το κόμμα της ΚΔΑ για την Κεμαλική παράταξη αποτελεί ανάθεμα μια και παραβιάζει την αρχή του εκκοσμικευμένου κράτους του Κεμάλ. Η σημερινή πολιτική ηγεσία λοιπόν και ο Υπέξ αποτελούν ένα θετικό αποτέλεσμα της προσπάθειας της Τουρκίας να ενταχθεί στην ΕΕ. Αυτό το αποτέλεσμα δεν έχει ικανοποιήσει καθόλου τους Κεμαλιστές οι οποίοι σήμερα παρουσιάζονται ως πολέμιοι της ΕΕ εφόσον αυτή υποθάλπει ένα τέτοιο κόμμα. Στις 30 Ιουνίου η ΕΕ άνοιξε το 13ο κεφάλαιο από τα 35 τα οποία πρέπει να διαπραγματευτεί με την Τουρκία για την τελική συμφωνία εισόδου της τελευταίας στην ΕΕ. Το κεφάλαιο αναφέρεται σε θέματα ασφάλειας γεωργικών προϊόντων. Έχουν ανοίξει αλλά δώδεκα κεφάλαια από τα οποία έχει φέρει σε πέρας μόνον ένα.
Ο Χάντινγκτον λέει: «Η βασική υποχρέωση των ηγετών της Δύσης [ως εκ τούτου] είναι να μην προσπαθήσουν να μετασχηματίσουν άλλους πολιτισμούς κατ’ εικόνα και ομοίωση της Δύσης πράγμα το οποίον είναι πέραν από τις ελαττούμενες δυνάμεις τους αλλά να διατηρήσουν, προστατεύσουν και ανανεώσουν τις μοναδικές ποιότητες του δυτικού πολιτισμού…Είναι προς το συμφέρον των Ευρωπαϊκών κρατών και της Αμερικής να προστατεύσουν τον Δυτικό πολιτισμό μπροστά στην μείωση της δύναμής του».
Επ’ αυτού σημειώνουμε εδώ το εξής το οποίο αποτελεί για μας ένα παράδοξο της Δυτικής πολιτικής των διεθνών σχέσεων: η μη αναγνώριση των θεμελιωδών αξιακών στοιχείων της παράδοσης της την οποίαν θα έπρεπε να ενσωματώσει στην πολιτική της πρακτική. Κατά τον Λοκ, τον πατέρα του Αμερικανικού συντάγματος, και έναν από τους διαμορφωτές της πολιτικής θεωρίας της Ευρώπης, η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής ελευθερίας των πολιτών. Αυτή η αρχή καταλύθηκε με την εισβολή και κατοχή της Βορείου Κύπρου. Η ενσωμάτωση της Τουρκίας στο Δυτικό γίγνεσθαι θα έπρεπε να είχε ως πρώτη προτεραιότητα την λύση του Κυπριακού, την επιστροφή των προσφύγων στις ιδιοκτησίες τους και την κατοχύρωση των ελευθεριών των Κυπρίων πολιτών από τα αποτελέσματα ενός επεκτατικού πολέμου. Ο Λοκ ως συνεπής συντηρητικός ήταν εναντίον του πολέμου, όπως και ο Αριστοφάνης, γιατί ακριβώς η κατάκτηση ανατρέπει τις ιδιοκτησιακές σχέσεις και ως εκ τούτου αναιρεί την ελευθερία των πολιτών. Και όμως η ΕΕ επιτρέπει αυτήν την ανατροπή για λόγους πραγματιστικής εξωτερικής πολιτικής η οποία δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να ακυρώνει την ίδια της την παράδοση.
Η ΕΕ αυτήν τη στιγμή βρίσκεται σε μια μεγάλη οικονομική, και ως συνέπεια αυτής, και σε θεσμική κρίση. Η είσοδος της Τουρκίας στην ΕΕ είναι αυτήν την περίοδο ανέφικτη διότι έχει τεθεί πρόβλημα συνέχειας και διατήρησης της ίδιας την ΕΕ. Η Αμερικανική κατηγορία ότι η έλλειψη πολιτικής βούλησης έστρεψε την Τουρκία προς μιαν άλλη πολιτική είναι πραγματικά ανάξια κριτικής. Αν κανείς αναλύσει την σχέση Τουρκίας- ΕΕ θα διακρίνει μια απροθυμία της Γαλλίας και την Γερμανίας για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ αλλά η ίδια η Τουρκία δημιούργησε αρνητικές συνθήκες σε πολλά επίπεδα για να προκαλέσει την απροθυμία αυτή. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η ίδια η ΕΕ δεν αποσαφήνισε ποτέ την θέση της προς την Τουρκία. Η υπόσχεση για πλήρη ένταξη έγινε σε μια περίοδο μεγάλης ευφορίας και άκριτα σε σχέση με τις ισορροπίες δυνάμεων σε μια Ευρώπη η οποία συρρικνώνεται πληθυσμιακά και μία Τουρκία η οποία θα φτάσει τα 100 εκατομμύρια το 2050 και με την Γερμανία να είναι μόνο 40 εκατομμύρια. Βέβαια αυτό δεν θα ήταν μεγάλο πρόβλημα αν η Τουρκία δεν ήταν Μουσουλμανική χώρα. Και η πολιτιστική διαίρεση αυτή δεν είναι κάτι το οποίο μπορούσε εύκολα να παραβλεφθεί σε έναν κόσμο μετά την11/9/2001.
Χωρίς να θέλουμε να συνεχίσουμε την ανάλυση αυτή θα προβλέψουμε ότι οι σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ θα μείνουν σε επίπεδο διαβουλεύσεων αλλά κινδυνεύουν να διακοπούν αν δεν υπάρξει λύση του Κυπριακού. Μια νέα αποτυχία και η συνέχιση του αποκλεισμού Κυπριακών πλοίων και αεροπλάνων από την Τουρκία θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα πάγωμα των συνομιλιών. Αυτό βέβαια εάν και εφόσον η ΕΕ εξακολουθήσει να υπάρχει με την μορφή την οποίαν έχει μέχρι σήμερα λόγω της οικονομικής κρίσης και των προκλήσεων της στα κράτη μέλη της ΕΕ. Ο νέος Πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας, έπλεξε το εγκώμιο της Τουρκίας και εξέφρασε την βεβαιότητα ότι η Τουρκία πρέπει να γίνει μέλος της ΕΕ.

Τουρκία και ΗΠΑ

Η στροφή της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής προς μια πολυδιάστατη περιπέτεια δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στην Αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η Τουρκία αποτελεί για τις ΗΠΑ το μοντέλο εκδημοκρατισμού και ανάπτυξης για όλες τις Μουσουλμανικές χώρες. Σε αυτήν την προσπάθεια έχουν επενδυθεί τεράστια κεφάλαια και πολιτικές παρεμβάσεις των ΗΠΑ.
Η Τουρκία αποτελούσε ένα σύμμαχο, μια γέφυρα προς τον Μουσουλμανικό κόσμο ο οποίος όμως ήταν γερά συνδεδεμένος με την Δύση. Αποτελούσε έναν περιφερειακό σύμμαχο του Ισραήλ ο οποίος με το μέγεθος και την επιρροή του μπορούσε να διαμορφώσει μια ισορροπία και έναν διαμεσολαβητή με τον Αραβικό κόσμο. Σήμερα όλα αυτά είναι υπό αίρεση. Η επίσκεψη του Ομπάμα στην Τουρκία αμέσως μετά την εκλογή του έδωσε το στίγμα της σπουδαιότητας της Τουρκίας στην πολιτική του νέου Προέδρου. Ο Mark Meirowitz διερωτάται όμως αν τα μελλοντικά οράματα του Ομπάμα και του Νταβούτογλου είναι συμβατά, αντιφατικά ή απλώς φαντάσματα. Είναι μάλλον το τελευταίο.
Τα πρώτα σύννεφα στις σχέσεις Τουρκίας ΗΠΑ φάνηκαν το 2003 μετά την άνοδο του ΚΔΑ στην εξουσία με την άρνηση της Τουρκίας να δεχτεί να περάσουν Αμερικανικά στρατεύματα προς το Ιράκ. Έκτοτε υπήρξαν διαφορές με την Αμερικανική εξωτερική πολιτική στην περιοχή μέχρι την στιγμή κατά την οποίαν η Τουρκία με την Βραζιλία προσπάθησαν να διαμεσολαβήσουν στο θέμα της παραγωγής εμπλουτισμένου ουρανίου από την Περσία. Η προσπάθεια εκείνη απορρίφθηκε από τις ΗΠΑ και στην συνέχεια ήρθε η καταψήφιση των κυρώσεων επί της Περσίας από την Τουρκία στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Τέλος η εισβολή του Ισραήλ στη Γάζα έφερε την Τουρκία ενεργά στο πλευρό της Χαμάς, και την ανέδειξαν ως έναν νέο πόλο Μουσουλμανικής αλληλεγγύης εναντίον του Ισραήλ.
Ο George Friedman αναλυτής του Stratfor Daily News θεωρεί ότι η Τουρκία δεν άλλαξε πολιτική αλλά στην πραγματικότητα σύρθηκε σε αυτή τη θέση από την αύξηση της δύναμης της στην περιοχή. Και αυτό είναι αλήθεια. Η Τουρκία σήμερα είναι η 17η οικονομία στον κόσμο και μέχρι το 2015 θα είναι η 15η. Ο πληθυσμός της έχει περάσει τα 70 εκατομμύρια και είναι κέντρο επενδύσεων και από την Δύση και από τον Αραβικό κόσμο. Η νέα οικονομική ελίτ της Ανατολίας, η οποία αναδείχτηκε με την άνοδο του Ερντογκάν έχει δημιουργήσει μια νέα οικονομία στην Τουρκία η οποία διαθέτει το 70% των υδάτινων πόρων της Μέσης Ανατολής και μεγάλα αποθέματα ορυκτών. Είναι επίσης ένας χώρος από τον οποίον μπορούν να περάσουν πετρέλαια και φυσικό αέριο και από την Κασπία και από την Περσία και από την Ρωσία και από το Ιράκ.
Διαθέτει λοιπόν τις προϋποθέσεις για μια δυναμική οικονομική ανάπτυξη η οποία έχει ήδη μεταφραστεί σε εξαγωγές και εμπόριο με όλες τις χώρες της περιοχής. Αυτό της δίνει μια αίσθηση σιγουριάς και αυτοπεποίθησης για κινήσεις μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής έστω και με πιθανά σφάλματα. Αυτή την στιγμή η Τουρκία δεν αισθάνεται πλέον το σύνδρομο των Σεβρών.
Όλα αυτά όμως μπορούν να αλλάξουν. Η Τουρκία παίρνοντας ένα δρόμο όπως φάνηκε τώρα τελευταία μπορεί να βρεθεί απομονωμένη από ΗΠΑ και ΕΕ ως μια περιφερειακή δύναμη η οποία δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο για τον οποίον την θεωρούσαν κατάλληλη οι σύμμαχοι και φίλοι της. Αυτό δεν είναι εύκολο να γίνει.
Είναι προφανές ότι ο Ομπάμα και οι ΗΠΑ δεν θα αφήσουν την Τουρκία να διολισθήσει προς την έξοδο από την Δυτική συμμαχία. Θα υπάρξει μείωση της επιρροής της πολιτικής των ΗΠΑ στον Μουσουλμανικό κόσμο. Θα ακυρωθεί το πείραμα του μετασχηματισμού ενός Ισλαμικού κράτους σε Δυτικό. Το πείραμα αυτό πρέπει να αντιληφθούμε ότι έχει ήδη αποτύχει. Ο μετασχηματισμός απορρίφθηκε από την Τουρκική κοινωνία. Η Ισλαμική κοινωνία θα παραμείνει Ισλαμική, δεν έχει αποδεχθεί ως το φαντασιακό της την Δύση. Ο Νταβούτογλου το εξηγεί, όπως θα δούμε πιο κάτω. Το Ισραήλ μένει απομονωμένο μέσα σε μια θάλασσα από Μουσουλμάνους της τάξεως των διακοσίων εκατομμυρίων στην άμεση γύρω περιοχή. Αυτό θα οδηγήσει τις ΗΠΑ να πάρει επικίνδυνες αποφάσεις σε σχέση με την υπεράσπιση του Ισραήλ.
Οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να μέσα στο πλαίσιο των σχέσεων τους με την Τουρκία να διευθετήσουν την διένεξη Ισραήλ-Τουρκίας. Ίσως αυτό να έχει θετική κατάληξη για κάποιο διάστημα. Είναι όμως η γνώμη μας ότι αυτό θα έχει μόνον επιφανειακές επιπτώσεις εκτός αν η Τουρκία εξαναγκαστεί με σκληρή ισχύ, μαστίγιο, να επανέλθει στο status quo ante. Δεν το θεωρώ πια πιθανόν παρά μόνον εάν υπάρξει μια διαμελισμένη Τουρκία. Ήδη άρχισε μια πρώτη αντίδραση για την πώληση όπλων την οποία πρέπει να εγκρίνει το Κογκρέσο. Ένα Κογκρέσο το οποίο επηρεάζεται άμεσα από το Ισραηλινό λόμπι.
«Ότι και αν γίνει στο μέλλον ένα είναι σίγουρο: η Τουρκίας η παλιά προβλέψιμη σύμμαχος των ΗΠΑ δεν υπάρχει πια».


Τουρκία και Ισραήλ: σύγκρουση ή συμβιβασμός;

«Η δεύτερη εντυπωσιακή εξέλιξη ήταν η ριζοσπαστική συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη «Γάζα και Νίκη» την δεύτερη εβδομάδα του Φεβρουαρίου του 2008. Το BBC ανέφερε ότι περίπου 200 διανοούμενοι θεολόγοι από την Μέση Ανατολή μαζεύτηκαν με αξιωματούχους της Χαμάς για να ενωθούν και να σχεδιάσουν μια καινούργια τζιχάντ…οι αντιπρόσωποι μοιραζόντουσαν μια αίσθηση περήφανής αναγνώρισης για τον Ερντογκάν». Αυτή η συνάντηση ήταν η βάση για τα γεγονότα στις 30/7/2010. Ήταν η συνέχεια μιας σειράς ενεργειών οι οποίες έβαλαν την Τουρκία σε μια γραμμή σύγκρουσης με το Ισραήλ.
Δεν νομίζουμε ότι τα τελευταία πενήντα χρόνια η Τουρκία και οι σχέσεις της με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ προκάλεσαν τόσες μελέτες, άρθρα και αναλύσεις όσα από τις 31/5/2010 οπότε και συνέβησαν τα γεγονότα της Γάζας επί του πλοίου Μαβί Μαρμαρά. Γιατί συνέβη αυτός ο ορυμαγδός από τόσους πολλούς;
Η Τουρκία ήταν η πρώτη μουσουλμανική χώρα η οποία ανεγνώρισε το κράτος του Ισραήλ το 1948. Από τότε, αλλά κυρίως μετά το 1990 το Κεμαλικό τουρκικό κράτος διατηρούσε άριστες διπλωματικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις με το νέο κράτος το οποίο είχε δημιουργηθεί με πρώτο αποτέλεσμα την μετακίνηση Παλαιστινίων εκτός Παλαιστίνης και την κήρυξη πολέμου από τα Αραβικά κράτη της περιοχής. Η Τουρκία παρέμεινε απόμακρη από την σύγκρουση αυτή διατηρώντας την Κεμαλική αρχή της μη ανάμειξης σε ζητήματα της περιοχής, αλλά και ταυτιζόμενη με την πολιτική των ΗΠΑ και της ΕΕ. Οι Τούρκοι στρατιωτικοί ηγέτες είχαν και έχουν ακόμη συμφωνίες για πολεμικό υλικό και κοινές ασκήσεις των δύο χωρών, καθώς και ανταλλαγές σε επίπεδο πληροφοριών. Η Τουρκία ήταν η μόνη φιλική δύναμη προς το Ισραήλ στην περιοχή. Μετά την υπογραφή ειρήνης μεταξύ Ισραήλ Αιγύπτου, και Ισραήλ Ιορδανίας το Ισραήλ απέκτησε μια ισορροπία έναντι των γειτόνων του αλλά ποτέ μια διαρκή ειρήνη εφόσον το Παλαιστινιακό δεν είχε λυθεί.
Σήμερα με την νέα πολιτική της Τουρκίας και την απομάκρυνσή της από το Ισραήλ όλοι αναρωτιούνται αν η Τουρκία έκανε μια πραγματική στροφή και απομακρύνθηκε όχι μόνον από το Ισραήλ αλλά μέσω αυτής της απομάκρυνσης και από την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Αυτή η στροφή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα μέσα στο πλαίσιο της ειδικής σχέσεως ΗΠΑ Ισραήλ η οποία είναι γνωστή και παγιωμένη κυρίως μετά το 1967. Μια αναπροσαρμογή της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας απέναντι στο Ισραήλ λογικά συνεπάγεται μια απομάκρυνση από τις ΗΠΑ. Η Τουρκία εμφανίζεται ως μία περιφερειακή δύναμη με ανεξάρτητη πολιτική η οποία δείχνει μια κλίση προς την μουσουλμανική ταυτότητα της περιοχής και ίσως πέραν αυτής. Ο χρωματισμός της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ως ισλαμικής παίρνει κάπως μυθικές διαστάσεις εγείροντας τα φαντάσματα μιας Οθωμανικής οντότητας- ό,τι και αν σημαίνει αυτό στον καθένα κάτοικο της περιοχής ή μελετητή της ιστορίας της-και της εμφάνισης μια οιονεί υπερδύναμης η οποία θεωρείτο ως οργανικό μέρος του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και της πολιτικής της Δύσης απέναντι στο φαινόμενο του εξτρεμιστικού Ισλάμ.
Η ρήξη, αν πραγματωθεί, θα είναι όντως ιστορική. Για το ίδιο το Ισραήλ, η απομόνωση από ολόκληρη την περιοχή και από όλες τις Μουσουλμανικές χώρες σημαίνει μια καίρια στρατηγική ήττα. Όσο και αν το Ισραήλ είναι στρατιωτικά η υπερδύναμης της περιοχής αυτό δεν σημαίνει ότι στο μέλλον οι στρατιωτικές ισορροπίες δεν θα αλλάξουν
Το πρώτο μέλημα του Ισραήλ είναι η παραμονή της Αιγύπτου μέσα στα πλαίσιο της συμφωνίας ειρήνης περιμένοντας ότι το Παλαιστινιακό δηλαδή, η λύση των δύο κρατών θα έφτανε στο ευτυχές τέλος του. Σήμερα η Αίγυπτος βλέποντας ότι αυτό δεν πραγματώνεται και ταυτόχρονα μια άλλη Μουσουλμανική χώρα παίρνει τα σκήπτρα στον αγώνα για αυτήν την λύση βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Η Αίγυπτος ως η μεγάλη Αραβική δύναμη της περιοχής δεν μπορεί να αφήσει τις πρωτοβουλίες στην Τουρκική διπλωματία και στις ενέργειες του Τούρκου πρωθυπουργού. Αυτό θα ήταν μια παραίτηση από την οποιαδήποτε πολιτική ύπαρξη των Αράβων στην διεθνή σκακιέρα και δεν είναι πιθανόν να συμβεί στο μέλλον. Η κίνηση της Τουρκίας μπορεί να στοχεύει σε μια ηγεμόνευση των Μουσουλμάνων της Μεσογείου αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από τις Ισλαμικές κοινωνίες τους, ούτε από τις ηγεσίες τους, οι οποίες θα βρεθούν έκθετες στους πολίτες τους.
Η ίδια η Τουρκία εάν και εφόσον διατηρήσει αυτήν τη γραμμή σε σχέση με το Ισραήλ έχει να υποστεί σοβαρή ζημία. Είναι προφανές ότι οι στρατιωτικές συνεργασίες σε επίπεδο υλικού θα ακυρωθούν ή θα περιοριστούν και αυτό θα στοιχίσει στο επίπεδο άμυνας της Τουρκίας. Το δεύτερο αρνητικό αποτέλεσμα θα είναι η αρνητική αντιμετώπιση της Τουρκίας από το αμερικανο-ισραηλινό λόμπυ σε θέματα προπαγάνδας όπως το Κουρδικό, το Αρμενικό, ακόμη και το Κυπριακό. Το τρίτο είναι μια όχι τόσο απίθανη εμπλοκή του Ισραήλ στην δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ. Υπάρχουν ήδη δημοσιεύματα πάνω σε αυτό από το 2007 στο περιοδικό New Yorker.
Είναι προφανές ότι το περίφημο «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες» παύει να ισχύει μια και η Τουρκία χάνει την έξωθεν καλή μαρτυρία να είναι ένας έντιμος διαμεσολαβητής για την επίτευξη ειρήνης στο Παλαιστινιακό εφόσον τώρα θεωρείται ότι έχει πάρει το μέρος της Χαμάς έναντι του Ισραήλ.
Ήδη τις ώρες που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει δημοσιευθεί ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα έχει πιέσει το Ισραήλ σε μυστικές συνομιλίες με την Τουρκία για να βρεθεί ένα modus Vivendi μεταξύ τους. Αυτή η είδηση έχει διαψευστεί από το Ισραήλ. Οι «μυστικές συνομιλίες» μεταξύ Νταβούτογλου-Ελιέζερ δημιούργησαν ένταση μεταξύ Νετανιάχου και του Υπέξ Λίμπερμαν. Κυκλοφόρησε μάλιστα και η είδηση ότι το Ισραήλ δέχτηκε να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων του Μαβί Μαρμαρά και να τους ζητήσει και συγνώμη. Παραμένει βέβαια σε εκκρεμότητα η τρίτη απαίτηση της Τουρκίας η άρση του αποκλεισμού της Γάζας.
Μέσα σε λίγες μέρες η κατάσταση μεταξύ Ισραήλ Τουρκίας έχει αποκρυσταλλωθεί ως εξής;
Ο Νταβούτογλου σε συνέντευξη του επιστρέφοντας από το Κυργυστάν στις 4/7/2010 δήλωσε ότι η Τουρκία απαιτεί συγνώμη, αν όχι συγνώμη τότε την αποδοχή του Ισραήλ, ανεξάρτητης επιτροπής του ΟΗΕ για την διερεύνησης των γεγονότων στο Μαβί Μαρμαρά και δέσμευση του Ισραήλ ότι θα δεχθεί το πόρισμά της επιτροπής. Σε περίπτωση άρνησης και των δύο όρων, τότε η Τουρκία θα διακόψει τις σχέσεις της με το Ισραήλ. Ήδη έχει απαγορευτεί η χρήση του Τουρκικού εναέριου χώρου από Ισραηλινά στρατιωτικά αεροπλάνα.
Ο Νταβούτογλου φάνηκε γεμάτος αυτοπεποίθηση στις δηλώσεις του. Δείχνει προς τα έξω ότι η Τουρκία έχει ανεξάρτητη πολιτική και δεν πτοείται από πιέσεις. Διερωτάται κανείς πόθεν αντλεί την τόση αυτοπεποίθηση ο Υπέξ; Πιστεύει στο ότι το Ισραήλ χρειάζεται την Τουρκία περισσότερο από το αντίστροφο; Πιστεύει ότι μόνον η Τουρκία κρατάει τα κλειδιά για την λύση των προβλημάτων στον Καύκασο και στην Παλαιστίνη; Στην συνέντευξη έδειξε να πιστεύει κάτι παρόμοιο. Πιστεύει ότι ο Ομπάμα δεν θα διακινδυνεύσει το δόγμα για την εξωτερική του πολιτική το οποίο εξήγγειλε στο Κάιρο και στην Άγκυρα; Θεωρεί ότι η οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας την βάζει σε προνομιακή σχέση με όλους τους εμπλεκόμενους;
Η συμπεριφορά του Νταβούτογλου δείχνει έναν καλό παίκτη του πόκερ. Το ερώτημα είναι αν μπλοφάρει ή έχει καρέ του άσσου; Σήμερα η Αίγυπτός, μετά την πτώση του Μουμπάρακ, έχει ανοίξει το πέρασμα της Ράφα. Η Γάζα δεν είναι πια απομονωμένη. Από την άλλη η Τουρκία επιμένει να στείλει ξανά ένα στόλο για να σπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό της Γάζας. Η προσπάθεια του Νταβούτογλου να παραμείνει στα πρωτοσέλιδα των Αραβικών ΜΜΕ ως υπερασπιστής των Παλαιστινίων συνεχίζεται. Η πραγματική επιρροή του όμως στο γίγνεσθαι του Παλαιστινιακού έχει χαθεί. Η Αίγυπτος έχει πάρει την φυσική της θέση ως διαμορφωτής της Αραβικής πολιτικής στο ζήτημα αυτό. Η Τουρκία είναι υποχρεωμένη είτε να υπερθεματίζει με κίνδυνο να συγκρουστεί με το Ισραήλ ξανά ή να πάρει την πίσω θέση στις εξελίξεις. Ήδη η Τουρκία προειδοποιεί το Ισραήλ να μην επαναλάβει την περυσινή του αντίδραση γιατί η Τουρκία δεν θα παραμείνει αδρανής. Το ζήτημα παραμένει στις πρώτες σελίδες των τουρκικών ΜΜΕ λίγες μέρες πριν τις ιστορικές εκλογές στην Τουρκία ( 12/6/2011). Ο Ερντογκάν προσπαθεί να αλιεύσει ψήφους από κάθε πλευρά της τουρκικής κοινής γνώμης αλλά κυρίως από αυτούς οι οποίοι προσβλέπουν ή ταυτίζονται με την παράδοση ή το ιδεολόγημα του Οθωμανισμού. Η προβολή της παρέμβασης των τουρκικών ΜΚΟ στον αποκλεισμό της Γάζας είναι ένα πολύ χρήσιμο ψηφοθηρικό εργαλείο αλλά ταυτόχρονα θέτει την Τουρκία σε μια πολύ επικίνδυνη θέση έναντι του Ισραήλ. Προφανώς μετά τις εκλογές το θέμα θα υποβιβαστεί. Αν όμως η Τουρκία πραγματικά προχωρήσει σε μια δυναμική παρέμβαση για να σπάσει τον αποκλεισμό της Γάζας, τότε η Τουρκία θα διακινδυνεύσει σοβαρά την αξιοπιστία της ως διάμεσος Ανατολής-Δύσης και την χρησιμότητα της για να παίξει αυτό το ρόλο.

Σημειώσεις στο περιθώριο

Από το καλοκαίρι του 2010 η Τουρκία έχει προχωρήσει σε ανάπτυξη των διμερών της σχέσεων με την Κίνα. Πραγματοποίησε μια κοινή αεροπορική άσκηση με την ανερχόμενη υπερδύναμη, αλλά το κυριότερο έκλεισε μαζί της μεγάλες εμπορικές συμφωνίες όχι σε δολάρια αλλά στα δύο νομίσματα λίρα και γουάν. Η εμφανής αυτή κίνηση απόρριψης της ηγεμονίας του δολαρίου και από τις δύο χώρες ήταν μια κίνηση περιφρόνησης των ΗΠΑ.
Η σημερινή Αραβική Άνοιξη βάζει την Τουρκία στην δυσκολότερη θέση από το 1922.
Α. Πέτυχε το παράδειγμα της «δημοκρατικής Τουρκίας» να γίνει πρότυπο για τους Άραβες; Αρχικά δίδεται αυτή η εντύπωση αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να υπάρξει μια εμπειρική του επιβεβαίωση ή απόρριψη μέσα από τις εξελίξεις στης Αραβικής Άνοιξης. Αυτή η εμπειρική επιβεβαίωση δεν έχει γίνει ακόμη.
Β. Η ισχυρή Τουρκική επιρροή στον Αραβικό κόσμο θα βρεθεί σε δοκιμασία κυρίως από την Αιγυπτιακή αναγέννηση.
Γ. Η Συριακή Εξέγερση δημιουργεί μείζον θέμα Κουρδικού. Η Κουρδική μειονότητα στη Συρίας για πρώτη φορά μπορεί να δοκιμάσει μια κοινή πολιτική απεξάρτησης και συμπόρευσης με Κουρδικά κινήματα της Τουρκίας και του Ιράκ. Ήδη ο Τουρκικός στρατός ετοιμάζει σχέδια εισβολής στη Συρία για να συγκρατήσει τους εκεί Κουρδικούς πληθυσμούς εκτός Τουρκίας.
Δ. Οι σχέσεις Τουρκίας Ιράν μπαίνουν σε φάση ανταγωνισμού. Η επιρροή του Ιράν γίνεται πιο έκδηλη και ταυτόχρονα πιο επικίνδυνη λόγω της θέσης της Σαουδικής Αραβίας να δημιουργήσει ένα αντί Σιιτικό μέτωπο.
Ε. Η οικονομική διείσδυση της Τουρκίας στον Αραβικό κόσμο θα μειωθεί λόγω των νέων δύσκολών αναγκών των νέων δημοκρατικών κυβερνήσεων.
Ζ. Σε περίπτωση επιβίωσης του Άσσαντ και Καντάφι, ή αντεπανάστασης στην Αίγυπτο, ή νίκη των Αδελφών Μουσουλμάνων η θέση της Τουρκίας γίνεται ακόμη πιο δυσχερής.

Θα τολμήσουμε να πούμε ότι: «Οι παραδοσιακές καλές σχέσεις τις Τουρκίας με τη Δύση είναι μια μορφή αποξένωσης». Αποξένωσης από το παρελθόν και από το χαρακτήρα της Οθωμανικής Τουρκίας. Ο μετασχηματισμός της Τουρκίας προς μία ταυτότητα για τον 21ο αιώνα έχει μόλις αρχίσει.

Νικόλαος Α. Μπινιάρης 2/6/2011