Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Ποιος φασισμός για ποια Ελλάδα;

του Νίκου Μπινιάρη

Υπάρχουν στην Ελλάδα πολιτικοί αναλυτές οι οποίοι διερωτώνται γιατί η αγανάκτηση των πολιτών αυτής της χώρας δεν στρέφεται προς τα αριστερά. Αυτό βέβαια δεν είναι ακριβώς αλήθεια διότι τυπικά δύο από το κόμματα της συμπολίτευσης είναι σοσιαλδημοκρατικά αλλά και η μείζων αντιπολίτευση εκπροσωπείται από επίσης ένα κόμμα της αριστεράς, το ΣΥΡΙΖΑ. Τυπικά, η αριστερά στην Ελλάδα εκπροσωπείται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο με το 51% και πλέον των ψηφοφόρων (συμπεριλαμβανομένων των αριστερών κομμάτων τα οποία πήραν κάτω του 3%). Άρα, οι ψηφοφόροι διατήρησαν την αριστερά, σε όλες της παραλλαγές ως πλειοψηφία. Προφανώς, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η αριστερά ως ενιαίο μέτωπο δεν πήρε και τη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό είναι ένα  μεγάλο ερώτημα το οποίο δε θα μας απασχολήσει στην παρούσα ανάλυση.

Το δεύτερο ερώτημα το οποίον θέτουν πολιτικοί αναλυτές, κυρίως από τον αριστερό χώρο, είναι η εμφάνιση, η ύπαρξη, η παρουσία της Χρυσής Αυγής στα πολιτικά δρώμενα της χώρας. Μετά, από την εμφάνιση της ΧΑ το επίσης σημαντικό ερώτημα είναι τι ακριβώς σημαίνει ΧΑ, και τι πρέπει να κάνουμε για να μειώσουμε την εμφάνιση αυτού του πολιτικού φαινομένου. Οι περισσότεροι αποδίδουν το φαινόμενο στην οικονομική κατάρρευση της χώρας, την ανεργία και την αντίδραση των πολιτών στα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα. Επίσης οι αναλυτές βαφτίζουν τη ΧΑ ως φασιστικό κόμμα και βλέπουν στο σχήμα αυτό την άνοδο του φασισμού στην Ελλάδα. Αυτή βέβαια η ανάλυση προϋποθέτει πως η αριστερά αποτελεί τον αντίπαλο πόλο του φασισμού και έχει την υποχρέωση να τον πολεμήσει, όπως έκανε στο μεσοπόλεμο και στον Β’ΠΠ.

Αυτή η συζήτηση και η δράση που γίνεται προσπάθεια να συγκροτηθεί, προϋποθέτει μια καθαρή και ακέραια τοποθέτηση για τη σχέση της ελληνικής αριστεράς στα σημεία και στην ιδεολογία του «φασισμού» αλά-ΧΑ αλλά του φασισμού και της αριστεράς στη γενικότερη ιστορική τους παρουσία. Η γενικότητες περί καλής αριστεράς και κακού φασισμού δεν αποτελούν παρά μια μανιχαϊστική αντίληψη η οποία μόνο σε σύγχυση και συγκρούσεις μπορεί να οδηγήσει. Και τίθεται ένα ερώτημα το οποίο η αριστερά αλλά και η φασιστική πλευρά αρνούνται να συζητήσουν: ποιες είναι η εκλεκτικές συγγένειες και αντιπαλότητες  των δύο αυτών πολιτικών ρευμάτων στην Ευρωπαϊκή ιστορία και στην ιστορία γενικότερα. Και αυτή τη σχέση πρέπει να την μελετήσουμε όχι μόνο για το παρελθόν της αλλά για την εξέλιξή της στο σήμερα. Αυτό χρειάζεται μα ειδικότερη μελέτη την οποίαν έχουμε την πρόθεση  να κάνουμε.

Πέραν αυτών, υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι τοποθετούν την αποτυχία της αριστεράς στη διαχρονική της άρνηση να δεχτεί το εθνικό κράτος ως σημείο αναφοράς και την επίσης άρνησή της να ενδιαφερθεί για την πολιτιστική ταυτότητα της Ελλάδος, και γενικότερα τον πατριωτισμό ως θέμα πολιτικής θέσης για την αντιμετώπιση των καίριων προβλημάτων της χώρας. Ζητούν, σε τελική ανάλυση, μια πατριωτική αριστερά.

Αριστερά και πατριωτισμός

Όποιος γνωρίζει την ιστορία και την ιδεολογία της αριστεράς σε βάθος δεν μπορεί να θεωρεί πως η γραφειοκρατική, ιεραρχικά δομημένη κομματική αριστερά θα ήταν η θα μπορούσε να είναι θεματοφύλακας και υπερασπιστής του έθνους και της ελληνικής ταυτότητας Η άποψη αυτή έχει δημιουργηθεί από την μυθολογία την Αντίστασης 41-44. Η Εθνική Αντίσταση με κεντρικό οργανωτή, και καθοδηγητή το ΚΚΕ είναι δυστυχώς ένας τοπικός μύθος περί πατριωτικής αριστεράς. Η ιδρυτική διακήρυξη του ΕΑΜ περί μιας αντίστασης όλων των Ελλήνων δεν ήταν. για κάποιους αναλυτές,  παρά μια τακτική κίνηση. Για άλλους ήταν μια κίνηση ουσίας, που ξεπηδούσε από τη βαθειά συναισθηματική φόρτιση για αντίσταση μέσα από τα απάνθρωπα χρόνια της Κατοχής. Βέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει η κήρυξη του μεγάλου πατριωτικού πολέμου από την τότε ΕΣΣΔ του Στάλιν, ούτε το άνοιγμα των εκκλησιών, ούτε οι ταινίες του Αϊζενστάιν. Ο πόλεμος κατά του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλισμού πήρε πατριωτική χροιά και σφραγίδα. Ο Τρότσκι είχε δολοφονηθεί και ο υπαρκτός σοσιαλισμός είχε πάρει άλλη κατεύθυνση. Ο πόλεμος έπρεπε να κερδηθεί με κάθε τρόπο. Η έννοια και πρακτική ενός πατριωτικού πολέμου για την μαρξιστικά αριστερά, υπήρξε μια ιστορική ανάγκη στην οποίαν δεν μπορούσε παρά να υποκύψει την περίοδο εκείνη. Πολλά από τα μέλη της βίωσαν την ανάγκη αυτή και πήραν θέσεις πατριωτικές πέραν της κλασσικής κομματικής αντίληψης.
 Αλλά πέραν της απάνθρωπης κατοχής από τη Γερμανία κυρίως, η τότε ελληνική κοινωνία βίωνε και ζούσε μέσα σε ένα Έπος, το Έπος του 40. Αυτό το Έπος, αναγνωρισμένο από την παγκόσμια κοινή γνώμη, υπήρξε μια ζωοποιός και δημιουργική δύναμη η οποία διαβεβαίωνε τους Έλληνες πως και το ακατόρθωτο μπορούσε να γίνει κατορθωτό, πως η ελληνική ψυχή μπορούσε να ξεπεράσει τις βιοτικές ανάγκες, τους περιορισμούς της ασήμαντης οικονομικά και βιομηχανικά Ελλάδας. Το Έπος αυτό θεμελίωνε ψυχολογικά το σύνδρομο του ανίκητου, της εφικτής ουτοπίας, μιας νίκης εναντίον του Κακού, οποιουδήποτε κακού: φασισμού, αδικίας, ανισότητας, πολέμου, καταστροφής. Αυτή η σύγχυση μεταξύ του Έπους και της καθημερινότητας, της ανάγκης και του οράματος, έγινε πολύ εύκολα θύμα ιδεολογίας, εκμετάλλευσης, προσωπικών φιλοδοξιών, και κυρίως μέσον για την διεξαγωγή ενός πολέμου μεγάλων δυνάμεων οι οποίες ως συνήθως στην ιστορία, χρησιμοποιούν κάθε μέσον για τους σκοπούς τους.
Ανάλογο έπος από εκείνο του 40 δεν επετεύχθη έως σήμερα. Η πτώχευση δεν αποτελεί έπος αλλά κατάντια. Ίσως να πετύχει μια αλλαγή σε βάθος της ελληνικής κοινωνία η οποία στερείται συμβόλων, ηγεσίας και οράματος οποιουδήποτε είδους.

Ακούγεται μικρόψυχο να συζητά κανείς για τα ιστορικά γεγονότα του 41-44 μπροστά στις θυσίες και το αίμα τόσων ανθρώπων τότε. Δυστυχώς, η ιστορία δεν έχει σκοπό να αναλύει συναισθήματα αν και τα συναισθήματα δημιουργούν και γράφουν ιστορία. Το ΚΚΕ είχε, ή στη διαδρομή, απέκτησε το δικό του πρόγραμμα και τα πατριωτικά αισθήματα χιλιάδων ανθρώπων ήταν το πρόσφορο έδαφος για να τα πραγματοποιήσει. Ποδηγέτησε και ήλεγξε σιγά την μεγάλη αυτή αυθόρμητη πατριωτική κίνηση για δικούς του σκοπούς. Πολλοί πατριώτες εξαπατήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για αλλότριους λόγους.
Πολλοί οι οποίοι σήμερα ευαγγελίζονται ένα νέο ΕΑΜ θα πρέπει να συμπληρώνουν και να προτείνουν το πως αυτό δεν θα έχει την κατάληξη του πρώτου.
Αλλά μήπως πριν το 41 ή και μετά το 44 υπάρχει κανένα σημείο της ιστορίας της κομματικής ιεραρχικά δομημένης αριστεράς το οποίο την χαρακτηρίζει ως «πατριωτική»; Εξ ορισμού η μαρξιστική αριστερά αλλά ακόμα και η σοσιαλδημοκρατία δεν υπήρξαν ποτέ «πατριωτικές» με την έννοια που πολλοί θα ήθελαν να προσδώσουν σε αυτόν τον όρο.
Βεβαίως, υπήρξαν και υπάρχουν πατριώτες αριστεροί. Βεβαίως, οι άνθρωποι ή οι ομάδες αυτές οραματίστηκαν μια Ελλάδα ανεξάρτητη, δημοκρατική και πολιτιστικά βέβαια για τον εαυτό της. Δυστυχώς, αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηρίσουμε την αριστερά ως πατριωτική. Η συνολική ιστορία της αριστεράς στην Ελλάδα δεν χαρακτηρίζεται από αυτό το επίθετο. Το ίδιο ισχύει και για μέρος της δεξιάς, ανάλογα με την περίοδο, με άλλες αιτίες. Αυτές οι αιτίες μπορεί να είναι ταυτόσημες με εκείνες οι οποίες ισχύουν και για την αριστερά όπως ή παγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί σημαντικό παράγοντα ισοπέδωσης παραδόσεων, συμβόλων, αξιών και ιδεολογιών. Δυστυχώς, και αυτό το φαινόμενο δεν αντιμετωπίζεται με μανιχαϊστικούς όρους γιατί αποτελεί μια πραγματικότητα με γιγάντιες διαστάσεις, ρίζες και απολήξεις.
Αν, τέλος, ταυτίσουμε τον πατριωτισμό με τη δημοκρατική παράδοση της Ελλάδος, τότε πρέπει να ξεχωρίσουμε τη δημοκρατική παράδοση από την αριστερά, εκτός αν η δημοκρατία είναι εξ’ ορισμού αριστερή. Αυτό θα χρειάζονταν αρκετή επιχειρηματολογία για να υποστηριχθεί.  

Αρχαιότητα, σύμβολα και παράδοση
Το πρώτο ζήτημα το οποίο αντιμετωπίζει κανείς όταν αναλύει το φαινόμενο της ΧΑ είναι οι συμβολισμοί, η σημειολογία, το υπόβαθρο και η σχέση του πολιτικού φαινομένου με την ελληνική παράδοση. Τι το ελληνικό υπάρχει σε μια «φασιστική» πολιτική οντότητα;
Αυτό το οποίο παρατηρούμε είναι η ενασχόληση με την ουφολογία, το πέραν του γήινου πολιτισμού, την παραψυχολογία συνυφασμένη με την παρουσίαση ή την ερμηνεία της   Αρχαίας ελληνικής επιστημονικής και πολιτιστικής παράδοσης. Αυτό  αποτελεί ένα ελεεινό αντιπαράδειγμα της πραγματικής μελέτης και γνώσης της Ελληνικής Αρχαιότητας. Το θλιβερό όμως αυτό κατάντημα, ως μια καλύβα του Καραγκιόζη στέγασε και στεγάζει πάμπολλους Έλληνες οι οποίοι  αναζητούσαν και αναζητούν μια εύκολη στήριξη στο Αρχαίο Κλέος. Ας το καταλάβουμε μια για πάντα: το Αρχαίο Κλέος χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και αφοσίωση σε μια απαιτητική μελέτη. Το Αρχαίο Κλέος χρειάζεται όχι μόνον αρετή και τόλμη αλλά σκληρή δουλειά και συγκέντρωση. Οι λάτρες του Διός μπορούν να προσφέρουν προσευχές αλλά χρειαζόμαστε μελετητές της Αρχαίας θρησκείας και κατανόησή της σε σχέση με την εμφάνιση και την εξέλιξη του Χριστιανισμού και των άλλων θρησκειών της περιοχής. Η σύνδεση του Αρχαίου και του Χριστιανικού πολιτισμού είναι κοπιώδης και μακρά εργασία, για να αναδείξει πως ιστορικά πραγματώθηκε και γιατί. Αυτή η σύνδεση είναι πιθανόν το μέγιστο το οποίο επέτυχε η ελληνική σκέψη. Αν σήμερα δεν μας αρέσει ή μία ή η άλλη πολιτιστική μας κληρονομιά, τότε ας ενταχθούμε σε κάποια άλλη. Και πιθανώς αυτό συμβαίνει για πολλούς συμπατριώτες μας. Και αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο πρέπει να απασχολεί κάθε Έλληνα σκεπτόμενο πολίτη.  
Η ΧΑ δεν έχει καμία σχέση με την γνώση της ελληνικής σκέψης και παράδοσης. Είναι ένα συμπίλημα κινουμένων σχεδίων, video games, και αντιγραφή επικεφαλίδων από αναγνώσματα με κάθε λογής παραψυχολογικών ερμηνειών για την αρχαιότητα. Είναι μία πολιτιστική έκπτωση ακόμη και από την σκέψη της 21ης Απριλίου. Αυτό λειτουργεί αρνητικά αλλά και θετικά γιατί απευθύνεται σε ένα κοινό δίχως ιστορική παιδεία, αναλυτική σκέψη και βυθισμένο σε ένα πολιτιστικό κενό. Βαθύτερο πρόβλημα για την άνοδο της ΧΑ δεν είναι ο εθνομηδενισμός ως απόσβεση της ψυχολογικής σχέσης του πολίτη με το εθνικό κράτος αλλά η έλλειψη πολιτισμού, η οποία αποτελεί ειδοποιό διαφορά (ή θα έπρεπε να αποτελεί ειδοποιό διαφορά) για την ελληνική ταυτότητα. Η έλλειψη πολιτισμού αποτελεί την αφαίρεση κάθε είδους σχέσης με την κοινωνία ως σύνολο ανθρώπων με κοινές αξίες αλλά και κυρίως αφαιρεί κάθε σχέση με την κοινωνία ως ελληνική.
Ίσως και η σημερινή αριστερά, παρόλο που ευαγγελίζεται πως είναι φορέας πολιτισμού, πάσχει και η ίδια από το ίδιο σύνδρομο. Η ελληνική αριστερά έχει χάσει την πολιτιστική της ηγεμονία (η πολιτιστική ηγεμονία της αριστεράς τίθεται εν αμφιβόλω για πολλούς λόγους αλλά το ζήτημα είναι ευρύτερο) στην παγκοσμιοποίηση η οποία θέτει και δημιουργεί πολιτιστικούς συσχετισμούς πρωτόγνωρούς και για την ίδια την αριστερά. Αλλά πιθανώς, το μεγαλύτερο πρόβλημα της αριστεράς να αντιπαρατεθεί με τον «φασισμό» είναι η απώλεια της ηθικής ηγεμονίας της. Η βία ως θέμα και ως πρακτική για την αριστερά δεν έχει απαντηθεί και σήμερα όταν η αριστερά αντιπαρατίθεται με το «φασισμό αλά Γκρέκα» δεν έχει πολλά όπλα στη φαρέτρα της για να τον πολεμήσει. Πέραν αυτού, η απώλεια της ηθικής ηγεμονίας της αριστεράς ως αποτέλεσμα της αδικίας των διώξεων, των αγώνων για τη δημοκρατία, αν και αποτελούν ένα κεφάλαιο το οποίο δεν έχει εξαντληθεί, αποτελούν ένα κεφάλαιο με φθίνουσες αποδόσεις για ευνόητους λόγους, ο πιο σοβαρός εκ των οποίων είναι η γενικότερη συμμετοχή της αριστεράς στο οικονομικό και πολιτικό γίγνεσθαι για δεκαετίες. Η αριστερά δεν μπορεί επαρκώς να προβάλει τη ρήση: «εμείς δεν συμμετείχαμε σε κυβερνήσεις και άρα δεν έχουμε ευθύνες για ό,τι έγινε στη χώρα». Αυτή η δικαιολογία έρχεται σε αντίθεσή με την ελληνική πραγματικότητα.      

Φασισμός

Για να αναλύσουμε την έννοια και το ιδεολογικό περιεχόμενο του φαινομένου φασισμός θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Τα λάθη της ανάλυσης οδηγούν σε λάθος συνταγές για την αντιμετώπιση του φαινομένου και πιθανώς και στην περαιτέρω ενδυνάμωσή του. Ο  πραγματιστικός φασισμός του Μουσολίνι, ο φασισμός του φυλετιστή Χίτλερ, του καθολικού βασιλόφρονα Φράνκο ο φεουδαρχικός φασισμός του Στρατάρχη Τόγιο, καθώς και του εκτουρκιστή Κεμάλ δεν ήσαν οι ίδιοι.  Ο φασισμός μετά την εγκαθίδρυση του δεν εξυπηρετεί τα αφεντικά. Να σημειώσουμε εδώ και να έχουμε στο νου μας την τελική απόφανση του Μουσολίνι για τον φασισμό: «όλα μέσα στο κράτος, τίποτα έξω από το κράτος, τίποτα εναντίον του κράτους». Ο ίδιος ο Μουσολίνι δεν ξεκίνησε παρά ως ένα δάσκαλος με Μαρξιστική ιδεολογία. Ο ίδιος αντιπαθούσε εξ ίσου τους Μαρξιστές και τους μπουρζουά: «αν η μπουρζουαζία νομίζει πως σε μας βρήκε ένα αλεξικέραυνο είναι πολύ εξαπατημένοι..». Ο Φασισμός του ήταν, για αυτόν, ο τρίτος δρόμος ανάμεσα στους φιλελεύθερους, σήμερα συντηρητικούς και τους μαρξιστές.
Ο φασισμός είναι η κατ’ εξοχήν ιδεολογία του κράτους και της άρνησης του ατομικού έναντι του κρατικού το οποίο ο ίδιος ο Μουσολίνι ορίζει ως το απόλυτο. Αυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα, όπως πολλοί αλαφροΐσκιωτοι αριστεροί θέλουν να πιστεύουν, πως η αγάπη για την πατρίδα είναι μια φασιστική έννοια. Η αγάπη για την πατρίδα προϋπήρχε του φασισμού. Υπάρχει βέβαια και η άποψη πως η αγάπη για την πατρίδα είναι εξ ορισμού φασισμός, αλλά αυτό δύσκολα μια αριστερά με βλέψεις για εξουσία μπορεί να το αρθρώσει. Ο φασισμός πάντως εμπεριέχει μια ολόκληρη ιστορική και ιδεολογική κληρονομιά η οποία δεν μπορεί να αναλυθεί στον παρόντα χώρο. Πρωτίστως, ας μην ξεχνάμε πως οι ρίζες του φασισμού βρίσκονται στην αριστερή ευρωπαϊκή σκέψη, και πως ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονής αριστεράς σε πολλά σημεία ακολουθεί παράλληλους δρόμους με τις γενικές αρχές του ιταλικού φασισμού
Τι ακριβώς είναι λοιπόν η ΧΑ; Είναι ένα από τα παραπάνω παραδείγματα ή κάτι άλλο, ίσως γελοίο, ίσως σοβαρό: Η πρακτική της ΧΑ δείχνει πως ακολουθεί τον εύκολο παρανοϊκό δρόμο του Γερμανικού φασισμού, με παραλλαγές. Για αυτό το λόγο δεν έχει ακόμα κατορθώσει να αρθρώσει ουσιώδη πολιτική πρόταση. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως αύριο θα ισχύει το ίδιο.


Αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι;

Πολλοί πιστεύουν ή εύχονται πως οι δημοκρατικές δυνάμεις θα αναλάβουν τον πατριωτικό ρόλο τους. Αυτό είναι μια ευχή η οποία δεν προσδιορίζει το ποιες είναι αυτές και το πώς θα αναδειχθούν. Πάντως, από τη σημερινή πολιτική σκηνή τέτοιες δυνάμεις δεν διαφαίνονται. Και διερωτάται κανείς το εξής: η ΧΑ μέχρι το 2009 είχε 19,000 ψηφοφόρους και το 2012 420,000. Οι τετρακόσιες χιλιάδες επί πλέον συμμετέχουν και διαμορφώνουν τις κινήσεις και τις αποφάσεις μιας ελάχιστης μερίδας του πολιτικού αυτού κόμματος; Το ίδιο ερώτημα ισχύει και για το ΣΥΡΙΖΑ. Το 4% έγινε 27%. Εκπροσωπείται ο τεράστιος αυτός αριθμός στα όργανα και τις αποφάσεις αυτού του ριζικά μετασχηματισμένου πολιτικού κόμματος; Περιμένουμε  λοιπόν την αναδιάρθρωση των κομμάτων αυτών τα οποία από μικρές ιδεολογικές κινήσεις έγιναν κύριοι παίκτες της πολιτικής ζωής της χώρας. Η αναδιάρθρωση αυτή οργανωτική, ιδεολογική, πολιτική θα είναι ενδιαφέρουσα, όποτε γίνει, για τη συνέχεια της πολιτικής ανατροπής στη χώρα και του είδους της ανατροπής αυτής. Προς το παρόν βιώνουμε την αγανάκτηση των πολιτών, και την απόρριψη των τραγικών σφαλμάτων των πολιτικών και των ηγεσιών των κομμάτων «εξουσίας». Βιώνουμε όμως και την αποτυχία της ελληνικής κοινωνίας να διακρίνει το καλό από το κακό, το χρήσιμο από το άχρηστό, το δημιουργικό από την αντιγραφή, το μεστό από το γελοίο, το όμορφο από το άσχημο.      
Αυτό όμως το οποίο φαίνεται να διαχέεται ως ιδιαίτερη απαισιοδοξία είναι η περιρρέουσα πραγματικότητα στον περίγυρό της χώρας. Αυτή δεν είναι απλά απαισιόδοξη αλλά επικίνδυνη για το έθνος και το κράτος. Η περιοχή μας βρίσκεται στα πρόθυρα μιας γενικής πολεμικής και θρησκευτικής σύρραξης με ανυπολόγιστες διαστάσεις. Πως συνυπολογίζουμε αυτήν την πραγματικότητα με την δική μας. Σε αυτό το σημείο η Ευρώπη θα κάνει ένα τεράστιο ιστορικό λάθος να εγκαταλείψει την Ελλάδα στο χάος. Αυτό θα είναι και η αρχή του τέλους της Ευρώπης, όχι ως ευρώ αλλά ως ΕΕ, και ως περιοχή ειρήνης.

Ας είμαστε τουλάχιστον ώριμοι, ελεύθεροι όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν, από προκαταλήψεις, να διακρίνουμε τα προβλήματα σε όλο το βάθος και το εύρος τους.  


Νικόλαος Α. Μπινιάρης 12/10/2012