Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Η ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ




                                                                                                               
                                                                                                             Των Σάββα Γ.Ρομπόλη   
                                                                                                      Ομότ.Καθ.Παντείου Πανεπιστημίου
                                                                                                            Βασίλειο Γ.Μπέτση
                                                                                         Υποψ.Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου
Η επικουρική ασφάλιση στην Ελλάδα ακολουθώντας τη στρατηγική πορεία της  διαδοχικότητας, της  αποσπασματικότητας και της πελατειακότητας της κύριας  ασφάλισης,  δημιουργήθηκε  κατά  την  μεσοπολεμική  περίοδο, ως αποτέλεσμα του χαμηλού επιπέδου  των συντάξεων γήρατος. Έτσι,  ιδρύθηκαν  τα  πρώτα  επικουρικά ασφαλιστικά ταμεία  του  ιδιωτικού τομέα  της οικονομίας, όπως: το  επικουρικό ταμείο εργατών μετάλλου(1935), το ταμείο επικουρικής ασφάλισης αρτοποιών (1936),το ταμείο επικουρικής ασφάλισης  προσωπικού εταιρείας τσιμέντων (1937),το ταμείο επικουρικής ασφάλισης προσωπικού εταιρείας λιπασμάτων (1939), κ.λ.π. Η γενίκευση της επικουρικής ασφάλισης  πραγματοποιήθηκε το 1983 με την επέκταση της σε όλους τους μισθωτούς (700.000)  που ήταν ασφαλισμένοι σε ταμείο κύριας ασφάλισης χωρίς παράλληλα να είναι  ασφαλισμένοι σε ταμείο επικουρικής ασφάλισης. Οι εξελίξεις αυτές στην κοινωνική  ασφάλιση  δεν  συνέβαλαν στην επίλυση του κοινωνικο-ασφαλιστικού προβλήματος στην χώρα μας, δεδομένου ότι η συντελούμενη ποσοτική, κατακερματισμένη  και  πελατειακή αύξηση του αριθμού των ασφαλιστικών  ταμείων δεν συμπεριέλαβε  στην ασφάλιση, μεταξύ  άλλων,  μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων. Αυτή η διαχρονική ανισότητα στην κοινωνικο-ασφαλιστική  κάλυψη  των  εργαζομένων  και  ειδικότερα  για τις  παροχές  της  επικουρικής  ασφάλισης, διαπιστώνεται  με τον  πιο εύληπτο τρόπο  και  στις  ημέρες  μας. Πράγματι, η επικουρική ασφάλιση  τον Ιανουάριο του 2015 κάλυπτε  συνταξιοδοτικά  1,605 εκατομ. άτομα  με  συνολική ετήσια δαπάνη ίση με 3,260 δις ευρώ,  ενώ αντίστοιχα τον Ιούλιο του 2016  κάλυπτε  συνταξιοδοτικά 1,675 εκατομ. άτομα με συνολική ετήσια δαπάνη ίση με 3,251 δις ευρώ, ενώ  ο  αριθμός  των συνταξιούχων  κύριας  ασφάλισης  τον  Ιανουάριο  του  2015  ήταν 2,760  εκατομ. άτομα  και  τον  Ιούλιο του 2016 ήταν 2,916 εκατομ.  άτομα. Με  άλλα  λόγια,  εκτός  από  την  ανισότητα της  κοινωνικο-ασφαλιστικής κάλυψης, διαπιστώνεται ότι η αύξηση του αριθμού των παρεχόμενων συντάξεων κατά 4% το  τελευταίο έτος δεν  επηρέασε  αυξητικά  τη  συνταξιοδοτική  δαπάνη,  γεγονός που αποδεικνύει την μείωση του μέσου επιπέδου των επικουρικών συντάξεων. Σημειώνεται ότι στα προαναφερόμενα ποσά δεν περιλαμβάνονται  οι συντάξεις που εκκρεμεί η  χορήγηση  τους μέχρι και δύο έτη. Λαμβάνοντας υπόψη και τις εκκρεμείς επικουρικές συντάξεις η ετήσια δαπάνη προσεγγίζει το 2,4% του ΑΕΠ του 2015, δηλαδή  στα 4,2 δις ευρώ περίπου. Όμως  πρόσφατα, σύμφωνα με τον Ν.4387/2016 η επικουρική ασφάλιση από 1/1/2015 και εφεξής, θα λειτουργεί με το σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης (ατομικοί λογαριασμοί) και την εφαρμογή αυτόματων χρηματοοικονομικών σταθεροποιητών (ρήτρα βιωσιμότητας), δηλαδή  ρήτρα μηδενικού ελλείμματος και συντελεστής συσσώρευσης, οι οποίοι ενσωματώνουν τις επιδράσεις των  κύκλων της οικονομίας,  όπως δηλαδή λειτουργεί το σουηδικό μοντέλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών παρακρατούν τις υπερβάλλουσες εισφορές των ασφαλισμένων (όπως σε περιπτώσεις οικονομικής ανάπτυξης), για την χρηματοδότηση έκτακτων καταστάσεων του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος όπως είναι π.χ. το φαινόμενο του baby-booming. Με άλλα λόγια, το σύστημα της νοητής κεφαλαιοποίησης «ιδιωτικοποιεί» το όφελος και κοινωνικοποιεί το κόστος. Τα σοβαρά αυτά προβλήματα του σουηδικού συνταξιοδοτικού μοντέλου που εμφανίσθηκαν  κατά την πρώτη δεκαετία της εφαρμογής του έχουν προκαλέσει σοβαρές συζητήσεις στην διεθνή βιβλιογραφία αλλά και μεταξύ των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της συγκεκριμένης χώρας, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο σύστημα της νοητής κεφαλαιοποίησης επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην χρηματοοικονομική του σταθερότητα, αδιαφορώντας παντελώς για την εγγύηση και την επάρκεια των συνταξιοδοτικών του παροχών, οι οποίες είναι αδύνατον να υπολογισθούν γιατί με την λειτουργία του αυτόματου σταθεροποιητή (συσσώρευση κεφαλαίου με βάση τις εισφορές και ρήτρα μηδενικού ελλείμματος) είναι εξ’ αντικειμένου αβέβαιο να προσδιοριστούν. Έτσι, συντελείται η ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών κινδύνων σε όρους ατομικότητας και χρησιμότητας και όχι σε όρους συλλογικότητας-κοινωνικότητας καθώς και ικανοποίησης  των κοινωνικών αναγκών, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων  στο παρόν και το μέλλον. Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, η εφαρμογή του NDC (σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης), σύμφωνα με  τις μελέτες των δανειστών, προβλέπει ότι ο μέσος συντελεστής αναπλήρωσης στην επικουρική σύνταξη θα μειωθεί στο 8% μέχρι το 2030 από το επίπεδο του 16% που ήταν το 2015, με αποτέλεσμα  το μέσο επίπεδο της επικουρικής σύνταξης να διαμορφωθεί στο επίπεδο των 100€ μηνιαίως. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ίδιοι οι εμπνευστές του σουηδικού μοντέλου, στην αυτοκριτική τους δέκα χρόνια μετά την εφαρμογή του, αναγνωρίζουν το λάθος τους το οποίο συνίσταται  στην αποκλειστική προσήλωση του στην χρηματοοικονομική σταθερότητα του συστήματος. Η προσήλωση  αυτή στέρησε την επικουρική ασφάλιση από την αλληλεγγύη, η οποία  αποτελεί την  βασική αρχή της κοινωνικής ασφάλισης, με  αποτέλεσμα  την μείωση του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων (K.G. Scherman, 2003), αφού ο χρηματοοικονομικός και ο δημογραφικός κίνδυνος καθώς και η επίδραση της μείωσης του επιπέδου της παραγωγικότητας της εργασίας επιρρίπτονται εξ’ ολοκλήρου στον ασφαλισμένο, ο οποίος υπόκεινται στον κίνδυνο των χρηματαγορών και των κεφαλαιαγορών. Αντίθετα, η ανακοπή  αυτών των δυσμενών εξελίξεων,  προϋποθέτει  την διαμόρφωση μίας εναλλακτικής προοπτικής  της επικουρικής  ασφάλισης, η οποία  συνίσταται  στην ακύρωση  της  εφαρμογής του  συστήματος νοητής κεφαλαιοποίησης (ρήτρα μηδενικού ελλείμματος) και την εγκαθίδρυση του διανεμητικού συστήματος καθορισμένων παροχών. Στην  κατεύθυνση αυτή απαιτείται  η υλοποίηση συγκεκριμένων  και αποτελεσματικών μέτρων, για την ουσιαστική αντιμετώπιση του δημογραφικού ελλείμματος και την ενίσχυση σταθεροποιητών, όπως η παραγωγικότητα της εργασίας και οι αναπτυξιακές πολιτικές. Από την άποψη αυτή, αξίζει  να  σημειωθεί  ότι η επίτευξη ενός μέσου ετήσιου ρυθμού ανάκαμψης 1,5% της ελληνικής  οικονομίας, σταθεροποιεί το συντελεστή αναπλήρωσης της επικουρικής σύνταξης στο επίπεδο του 13% μέχρι το 2060, ανακόπτοντας την στρατηγική των δανειστών που υλοποιείται με την πτωτική τάση του συντελεστή αναπλήρωσης στο επίπεδο του 8% και την περαιτέρω μείωση των επικουρικών συντάξεων.