Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

ΜΝΗΜΟΝΙΟ Ή πώς να αναμιμνήσκεται κανείς με χαρά το παρελθόν

[του Νίκου Μπινιάρη]


Ἔστιν οὖν τραγωιδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένωι λόγωι χωρὶς ἑκάστωι τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι᾽ ἀπαγγελίας, δι᾽ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.
Αριστοτέλης Ποιητική

Η Σύμβαση η οποία έχει συνομολογηθεί μεταξύ της Ελλάδος, της ΕΚΤ, ΕΕ και ΔΝΤ, δηλαδή το Μνημόνιο κα τα συνεχώς επικαιροποιημένα παραρτήματά του, έχει γίνει ένα σύμβολο, ένα αντικείμενο, ένα εργαλείο. Είναι σύμβολο αποτυχίας, διαπόμπευσης και αβελτηρίας. Είναι αντικείμενο το οποίο αντιμετωπίζεται  ως μίασμα. Είναι ένα εργαλείο για μια πιθανή ή διαγραφόμενη λύση σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, το δημοσιονομικό.
Η επικείμενη πτώχευση τον Μάιο του 2009 η οποία θα ήταν μια πραγματική καταστροφή αν είχε γίνει δίχως όρους και οργάνωση, ήταν εν τοις πράγμασι η γενεσιουργός αιτία του Μνημονίου. Αυτή η δανειακή σύμβαση δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια νομική σύμβαση για την αποφυγή της προαναγγελθείσας και βέβαιης πτώχευσης, η οποία  αποφεύχθηκε, αλλά το δράμα μόλις άρχιζε.
Διαβάζοντας τον ορισμό του Αριστοτέλη πρέπει  κατ’ αρχάς να αναρωτηθούμε αν ό,τι έχει συμβεί είναι μία πράξη; Πράξη κατά τον Αριστοτέλη είναι κάτι το οποίο έχει επιτελεσθεί και επιλεχθεί συνειδητά προς κάποιο σκοπό. Ζώα και παιδιά δεν πράττουν. Είχαν επιλέξει κάποιες ελίτ συνειδητά να πτωχεύσουν τη χώρα; Στην ερώτηση αυτή μερικοί θα απαντήσουν καταφατικά. Εμείς θα απαντήσουμε αρνητικά. Αυτοί που απαντούν καταφατικά μπορούν να ισχυρισθούν ότι οι ελίτ συνειδητά οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία για να την «ξεπουλήσουν» σε ξένα συμφέροντα και σε χαμηλή τιμή; Αυτό οι ελίτ το έκαναν υποκύπτοντας στο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο, στον ιμπεριαλισμό, στην ηγεμονία του καπιταλισμού. Αν κανείς κρίνει εκ του αποτελέσματος θα συμφωνήσει ίσως με αυτές τις ερμηνείες. Η προσωπική μας άποψη είναι ότι όσοι έπαιρναν αποφάσεις για την οικονομία της χώρας δεν σκόπευαν συνειδητά την πτώχευση. Ήσαν τυφλοί, ανίδεοι και μοιραία άβουλοι, όπως επίσης ιδιοτελείς, αρχομανείς, εγωιστές όσο και ψυχολογικά ανίκανοι να ηγηθούν. Συνειδητή προδοσία, σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, ξεπερνά τη δημιουργική φαντασία όλων των Ελλήνων πολιτικών συλλήβδην. Αυτό βέβαια ως προσωπική γνώμη και όχι ως διαπίστωση της αντικειμενικής αλήθειας. Αλλά γιατί θα έπρατταν κάτι τέτοιο συνειδητά, αν το έπραξαν; Για να σώσουν αργότερα τη χώρα με κάποιο μυστικό σχέδιο και να αποδειχτούν σωτήρες διατηρώντας έτσι την ηγεμονική τους θέση στο πολιτικό γίγνεσθαι; Τέτοιο σχέδιο δεν υπάρχει, τουλάχιστον μέχρι τώρα, όπως θα δούμε πάρα κάτω. Αν το έπρατταν συνειδητά λοιπόν, ή ήταν εξωνημένοι ή είχαν αυτοκτονικές τάσεις ή αδυναμία της θέλησης. Συνεπώς, ήσαν είτε προδότες, είτε ψυχικά ασθενείς. Ο καθένας διαλέγει όποια απάντηση προτιμά. Η ψυχική ασθένεια πάντως κρύβει άρρωστη αρχομανία, φιλοδοξία και διεστραμμένη κοινωνικοποίηση. Δεν αποτελεί δε, άλλοθι για τα αποτελέσματα τα οποία βιώνουμε εάν κανείς πιστεύει στην ελευθερία της βούλησης και την ατομική ευθύνη.   
 
 Συντηρείται μια συνεχής συζήτηση για το Μνημόνιο, το αν είναι αντισυνταγματικό, το πώς υπογράψαμε μια τέτοια σύμβαση, και ποιες είναι οι επιπτώσεις του για την οικονομία, την ελληνική κοινωνία και το μέλλον της πατρίδας μας.
Η συζήτηση αυτή διαιρείται σε δύο αναλυτικές κατηγορίες.

Η πρώτη είναι το συγκινησιακό μέρος της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Υπάρχει κανείς ο οποίος είναι συγκινησιακά υπέρ του Μνημονίου; Αμφιβάλω. Η μεγάλη πλειοψηφία είναι εναντίον του διότι αισθανόμαστε πως η χώρα έχει αποτύχει, και το Μνημόνιο είναι η νομική τεκμηρίωση αυτής της αποτυχίας, των «σπουδαίων»  πράξεων των τελευταίων δεκαετιών. Το Μνημόνιο τεκμηριώνει των ευτελισμό μας, την απόρριψή μας από τη διεθνή κοινή γνώμη: «Greek statistics. Greek bonds, δηλαδή ελληνική διαφθορά». Τεκμηριώνει την απαξίωση του ονόματός μας, της παράδοσης, του ηρωισμού αυτού του έθνους. Αυτή η Συνθήκη λοιπόν είναι το επιστέγασμα και η γενεσιουργός αιτία μιας βαθειάς συγκινησιακής καταβαράθρωσης, μιας ενστικτώδους άμυνας απέναντι σε μια απειλή την οποία δεν μπορούμε να κοιτάξουμε κατάματα λόγω «της κακής συνείδησης» την οποίαν έχουμε καλλιεργήσει τόσα χρόνια τώρα. Ακόμα και η πραγματική οφειλή της Γερμανίας απέναντί μας λόγω των κατοχικών δανείων και εγκλημάτων των ναζί στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι δικαιολογία για να διαγράψουμε τα δικά μας μεγάλα λάθη. Μας οφείλουν πολλά αλλά και εμείς οφείλουμε στον εαυτό μας ξεκάθαρες απαντήσεις για την δική μας συμπεριφορά, κυρίως τη συμπεριφορά του ενός Έλληνα έναντι του άλλου. Ούτε η μαρξιστική συλλογιστική της εκμετάλλευσής μας από το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο μας απαλλάσσει από το ξεπέρασμα του μέτρου και της ύβρης την οποίαν έχουμε επιτελέσει εις βάρος και του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντός μας. Οι ενοχές μας είναι πραγματικές: πολιτικές και ηθικές. Ο επιμερισμός των ευθυνών για την εθνική αυτή καταστροφή πέφτει στην πλευρά των ηγετών. Ακόμα δεν έχουμε επιβάλει την τιμωρία τους η οποία είναι η απόσυρσή τους από την πολιτική ζωή και η τιμωρία των όσων, συμπολιτών μας καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη μας και τη θέση τους. Η τιμωρία δεν έχει ακόμη επιβληθεί. Χωρίς αυτήν, η χώρα δεν θα αποκτήσει αξιοπρέπεια, η ηθική τάξη και το αίσθημα δικαίου δεν θα έχουν αποκατασταθεί, η κάθαρση δεν θα έχει επέλθει.

1. Ας ξεφύγουμε όμως από αυτήν την παράμετρο του ζητήματος και ας αναλύσουμε τη δεύτερη, την αυστηρά τεχνοκρατική κατηγορία.

Η πρώτη συνιστώσα αυτής της κατηγορίας είναι η νομική. Πολλοί έγκριτοι νομικοί θεωρούν ότι το Μνημόνιο είναι αντισυνταγματικό με τον τρόπο με τον οποίον ψηφίστηκε.  Η νομική παράμετρος του Μνημονίου είναι καίρια σε μια Ευρώπη η οποία είναι στη βάση της μια νομική ένωση. Παρ’ όλα αυτά, το δίκαιο, όταν η ανάγκη επιβάλει τη θέλησή της, υποχωρεί μπροστά στις επιταγές της τελευταίας. Το δίκαιο αναγκάζεται να αποδεχθεί τους όρους της ανάγκης. Άθλιος συμβιβασμός αλλά ιστορικά αναπόφευκτος. Θα πρέπει να σημειώσουμε όμως, ότι από τη στιγμή κατά την οποία πήραμε την απόφαση να μπούμε στη νομισματική ευρωπαϊκή ένωση, εμείς όπως και οι υπόλοιποι δέκα-έξη, παραδώσαμε μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας καταργώντας το νόμισμά μας και την εθνική νομισματική μας πολιτική, προσχωρώντας σε μια κεντρική τράπεζα και ένα σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας, τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Συνθήκη την οποίαν ουδείς εκ των εταίρων μας τήρησε και βέβαια εμείς πήραμε τα πρωτεία της απόκλισης. Η πράξη αυτή της προσχώρησης σε ένα κοινό νόμισμα δίχως την ουσιαστική γραφειοκρατική, οργανωτική, και πολιτική προσαρμογή ήταν μια απόφαση μοιραία, και ίσως αυτοκτονική, ένα πήδημα στο κενό. Οι Συνθήκες εκείνες έχουν μια ιδιότυπη νομική ισχύ την οποία στην ουσία ακολουθεί το Μνημόνιο το οποίο όμως μας ευαισθητοποίησε τώρα για κάτι το οποίο έπρεπε να είχαμε αναλύσει σε βάθος πριν προσχωρήσουμε σε αυτές.

Η δεύτερη συνιστώσα συγκροτείται από την εύλογη ερώτηση: γιατί η νυν κυβέρνηση υπέγραψε μια τέτοια σύμβαση; Σε τι σκόπευε; Η απάντηση εξαρτάται από την πολιτική, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδος, της ΕΕ και της παγκόσμιας οικονομικής συγκυρίας η οποία είναι από ουδέτερη έως άκρως αρνητική.
Απάντηση: γιατί δεν ήξερε ποια ακριβώς είναι η πραγματική ελληνική οικονομία όπως και όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από πολλές δεκαετίες. Και κυρίως δεν γνώριζε τη πραγματική δημοσιονομική κατάσταση. Ή μήπως τη γνώριζε και απλώς έπαιζε θέατρο, δηλαδή μια κωμωδία η οποία όμως εξελίχθηκε σε δράμα.
Ποια ήταν η σωστή απόφαση; Η δήλωση αδυναμίας πληρωμών και η αίτηση για αναδιάρθρωση του χρέους με μείωσή του στο 90% προς το ΑΕΠ στις αρχές του 2010.[1] Οι λεπτομέρειες για την πραγμάτωση ενός τέτοιου σχεδίου είναι πολλές και σύνθετες, οικονομικές, νομικές και πολιτικές σε σχέση με την ΕΕ. Η κυβέρνηση όφειλε να ζητήσει τη γνώμη των ειδικών σε διεθνές επίπεδο και να κινηθεί για την πραγματοποίηση αυτής της λύσης δίχως δισταγμούς. Αυτό επέτασσαν τα μαθηματικά του χρέους.[2]
Ο λόγος για αυτή την απόφαση είναι ότι η χώρα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει με κανένα είδους Μνημόνιο το ΔΧ. Μπορεί να μειώσει σταδιακά τα ελλείμματα και να αρχίσει να έχει πρωτογενή πλεονάσματα με μέτρα τα οποία αντιμετωπίζουν την κομματική διάρθρωση του κράτους, τη φοροδιαφυγή, το νεποτισμό, το χάος της οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης. Αυτή η σταδιακή μείωση του ελλείμματος κοντά στο 3% και ανάλογα με τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις και την εσωτερική κατάσταση στον τομέα της εργασίας και της παραγωγής θα έπρεπε να γίνει σε διάστημα πέντε έως επτά ετών τουλάχιστον και όχι τριών, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην ελληνική κοινωνία κυρίως να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της οικονομίας και απαραίτητα να επιστρέψει σε μια υγιή ανάπτυξη. Και εδώ έγκειται το δεύτερο μέρος οποιουδήποτε σταδίου διάσωσης της χώρας από το βάρος του μη εξυπηρετούμενου ΔΧ. Ένα σχέδιο ανάπτυξης. Αν η αναδιάρθρωση του χρέους είναι η αναγκαία συνθήκη για την αντιμετώπιση του ΔΧ, ένα σχέδιο ρεαλιστικού και άμεσα εφαρμόσιμου σχεδίου ανάπτυξης είναι η ικανή συνθήκη για να ξεφύγει η χώρα από την εγγενή της παθογένεια να εξαρτάται από δανεισμό η οικονομική της επιβίωση.  
Το Μνημόνιο λοιπόν δεν αντιμετωπίζει το ΔΧ και αυτό έγινε τώρα κατανοητό και από την ΕΕ και το ΔΝΤ και από την ελληνική κυβέρνηση. Τώρα, όλοι ψάχνουν να  βρουν ένα τρόπο να λύσουν αυτό το Γόρδιο Δεσμό. Πολλοί έγκριτοι οικονομικοί αναλυτές θεωρούν ότι ούτε το ΔΝΤ, ούτε η ΕΚΤ ήξεραν ακριβώς το ζήτημα του ελληνικού χρέους στις αρχές του 2010 πιστεύοντας ότι είναι μόνο πρόβλημα ρευστότητας, και ότι με τα 110 δις ευρώ θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί.
Συμπέρασμα: και η ελληνική κυβέρνηση και η ΕΕ έκαναν λάθος.
Το λάθος αυτό όμως, μπορεί να ήταν και εσκεμμένο. Μπορεί δηλαδή να έφτασαν σε αυτήν τη συμφωνία γιατί δεν είχαν άλλο τρόπο να λύσουν προσωρινά το πρόβλημα. Μπροστά στον κίνδυνο να τιναχτεί το ευρώ και οι τράπεζες στον αέρα πήραν αυτήν την εμβαλωματική  απόφαση ελπίζοντας ότι στο μέλλον θα έλυναν το πρόβλημα με άλλο ριζικό τρόπο. Το πρόβλημα έχει αναγκαστικά δύο λύτες, την Ελλάδα και την ΕΕ.[3] Και οι δύο πρέπει να λύσουν το πρόβλημα αλλιώς και οι δύο θα βρεθούν σε αδιέξοδο. Η πρώτη σε οικονομικό, η δεύτερη σε κρίση αξιοπιστίας και πολιτικής χρεοκοπίας του οράματος της Ευρώπης, μιας Ευρώπης την οποίαν όλοι πίστευαν ως μίμηση της αρχικής δημιουργικής φαντασίας πολιτικών με όραμα μιας όντως πράξης σπουδαίας, την πολιτική ένωση της Ευρώπης. Μιας πράξης η οποία σήμερα παραμένει ατελής και κατά πολλούς κινδυνεύει να αποτύχει.
Βρισκόμαστε λοιπόν στη φάση, μετά από ένα χρόνο, να έχουμε ένα μεγαλύτερο χρέος και να αναζητούμε ακόμα «μια βιώσιμη και αποτελεσματική λύση». Μήπως θυμάται κανείς αυτή τη φράση; Ελπίζουμε ότι για το ελληνικό ΔΧ θα υπάρξει συγκεκριμένη λύση και δεν θα συμβεί ό,τι και με το Κυπριακό τα τελευταία τριάντα έξη χρόνια.

2. Παρουσιάζονται προτάσεις πολλές, αντιφατικές, αλληλοσυγκρουόμενες και οι περισσότερες δίχως τεχνοκρατική επεξεργασία. Αυτό το οποίο είναι το πιο προβληματικό είναι η απόσταση η οποία χωρίζει την κάθε πρόταση από την πραγματική οικονομία της Ελλάδος, της Ευρώπης και του διεθνούς οικονομικού γίγνεσθαι.

Μία ομάδα, των αντί-Μνημονιακών παραδέχεται ότι η αποτυχία της χώρας έχει ως αιτία την είσοδό της στο ευρώ. Αυτή η άποψη έχει κάποια σοβαρά επιχειρήματα τα οποία όμως ακυρώνονται διότι δεν συμπεριλαμβάνουν την ταυτόχρονη αποτυχία της χώρας να διαχειριστεί με επάρκεια τα ενδογενή της προβλήματα. Μια δεύτερη ομάδα πιστεύει ότι η αιτία έγκειται και στο ευρώ και στην ΕΕ ως πολιτική οντότητα. Οι πρώτοι ζητούν να φύγουμε από το ευρώ, δίχως να επιμένουν να φύγουμε από την ΕΕ. Οι δεύτεροι ζητούν να φύγουμε και από το ευρώ και από την ΕΕ. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν μπορούμε να φύγουμε μονομερώς ούτε από το ευρώ ούτε από την ΕΕ. Είναι νομικά αδύνατον, εάν δεν γίνει αποδεκτό από τους υπόλοιπους 16. Πολιτικά βέβαια τίποτα δεν αποκλείεται. Από την άλλη πλευρά, η φυγή από το ευρώ και βέβαια η εισαγωγή της δραχμής έχει το πλεονέκτημα μιας αυτόνομης νομισματικής πολιτικής, δηλαδή με την υποτίμηση του νομίσματος και την διευκόλυνση των εξαγωγών και την αύξηση του ρεύματος τουριστών. Έχει, όμως και μεγάλες τεχνικές και πρακτικές δυσκολίες. Έχει επίσης επώδυνες επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία. Η θεωρία της υποτίμησης και το θεωρητικό αποτέλεσμα της αυτόματης αύξησης των εξαγωγών και του τουρισμού δεν είναι στην πράξη τόσο αυτόματη πολλοί διατείνονται. Αλλά αυτό είναι αντικείμενο μιας πιο τεχνικής ανάλυσης. Και το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι: πόση θα είναι η υποτίμηση για να βοηθήσει την οικονομία αντί να εξαθλιώσει τους Έλληνες, ως εισαγωγείς και καταναλωτές προϊόντων, ακόμα και τροφίμων;
Οι προτάσεις αυτές μιλούν επίσης για κρατικοποίηση των τραπεζών, απαγόρευση διακίνησης κεφαλαίων, εισαγωγών, και με λίγα λόγια μια πρόταση για κλειστή και κρατικά κατευθυνόμενη οικονομία. Προτείνουν επίσης, είτε εμμέσως, είτε αμέσως και ευελπιστούν σε συμπαράσταση από άλλους «λαούς και κινήματα» τα οποία θα αλλάξουν το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, έτσι ώστε να μην υπάρχουν ιδιωτικές τράπεζες, δημόσιο χρέος, και εκμετάλλευση από το τοκογλυφικό κεφάλαιο. Οι προτάσεις αυτές είναι παρωχημένα ιστορικά  σχήματα από το παρελθόν. Σήμερα, σε μια εποχή των μεγάλων ανακατατάξεων στον παγκόσμιο καταμερισμό παραγωγής κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει οικονομικά με ένα τέτοιο μοντέλο οικονομίας.[4] Οι οικονομικοί συνασπισμοί και ανταγωνισμοί γίνονται πιο σκληροί με τις χώρες BRIC οι οποίες υπεισέρχονται δυναμικά στην παγκόσμια οικονομία και ανταγωνίζονται με αξιώσεις τη Δυτική ενώ ταυτόχρονα οι πρώτες ύλες και ο τομέας των τροφίμων μπαίνουν στον κύκλο αύξησης των τιμών τους. 

Μια τρίτη ομάδα πιστεύει ότι με το Μνημόνιο, δηλαδή την εξασφαλισμένη δανειοδότηση, με σκληρή προσπάθεια και εκσυγχρονισμό του κράτους θα τα καταφέρουμε. Αυτή βρίσκεται στην πλευρά της κυβέρνησης και κάποιων αισιόδοξων γενικώς. Αυτή η ομάδα είναι μάλλον αιθεροβάμων. Και είναι αιθεροβάμων γιατί δεν έχουν κατανοήσει ότι το ελληνικό δημόσιο και η γραφειοκρατία του είναι εγγενώς δομημένη για να αποτύχει σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν πιστεύουμε επ’ ουδενί ότι το ελληνικό κράτος έχει την παραμικρή ιδέα για το πως λειτουργεί και τι χρειάζεται η πραγματική οικονομία για να παράξει πλούτο. Και δεν βλέπουμε να γίνεται τίποτα προς αυτήν την κατεύθυνση. Ανάμεσα σε αυτούς τους αιθεροβάμονες. όμως υπάρχουν και άλλοι με δικά τους συμφέροντα, οργανισμοί και ιδιώτες αλλά κυρίως οι τράπεζες Ευρωπαϊκές και ελληνικές οι οποίες προσπαθούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους από τη ρεαλιστική λύση του ΔΧ. Προσπαθούν να επιβάλουν μια αδιέξοδη οικονομική πολιτική η οποία απλά και μόνον διασφαλίζει τα δάνεια της αλλά με τελική κατάληξη την καταστροφή της Ελληνικής οικονομίας. Οι έχοντες ίδιον όφελος όμως, σε τελική ανάλυση είναι και ηλίθιοι. Μια κατεστραμμένη ελληνική οικονομία είναι αδύνατον να συνεχίσει να τροφοδοτεί τις δραστηριότητες τους για πολύ. Η ζημία πρέπει να επιμεριστεί και ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.

Μια άλλη πιο τεχνοκρατική και ρεαλιστική ομάδα, πιστεύει σε ό,τι έχουμε αναλύσει πιο πάνω, την εύρυθμη αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτή η λύση βέβαια εξαρτάται από τις αποφάσεις της ΕΕ για το μέλλον της και κυρίως από τις αποφάσεις της Γερμανίας.

Ανάμεσα σε όλα αυτά τα μπλοκ, εν είδει συμπληγάδων υπάρχουν οι άνθρωποι της πραγματικής οικονομίας. Είναι επιχειρηματίες, πέραν των παραδοσιακών κρατικοδίαιτων διαπλεκόμενων, τεχνοκράτες, μεσαία στελέχη επιχειρήσεων, ακαδημαϊκοί στον τομέα της τεχνολογίας και των οικονομικών και του μάνατζμεντ, ελεύθεροι επαγγελματίες όπως και συνειδητοποιημένοι και έντιμοι δημόσιοι λειτουργοί. Είναι μια ομάδα πολιτικά φιλελεύθερων, συντηρητικών αριστερών η οποία όμως δεν εκπροσωπείται ουσιαστικά από κανένα πολιτικό κόμμα, όσο και αν αυτό ακούγεται περίεργο. Βέβαια δεν είναι και αυτό άμοιρο ευθυνών ως μέρος της κοινωνίας, μια και με τη σιωπή του συνέργησε στην σήψη του σώματος της. Αυτό το κομμάτι δεν έχει ερωτηθεί, ούτε και έχει πάρει κανείς υπ’ όψιν του τη γνώμη του. Δεν είναι στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης γιατί δεν έχει εκπροσώπηση ούτε ως ιδεολογία, ούτε ως πρακτική. Συγκροτεί αυτό στο οποίο φαίνεται ότι πολλοί στην Ελλάδα, και μάλιστα είναι αυτοί οι οποίοι φωνάζουν περισσότερο, αποφεύγει να κάνει, δηλαδή να εργαστεί να παράγει, να δημιουργεί. Στην ουσία είναι αυτό το κομμάτι το οποίο οι υπόλοιποι προσπαθούσαν και το πετύχαιναν και ακόμη προσπαθούν να το οικειοποιηθούν για να κερδίσουν το πολιτικό παιγνίδι, δηλαδή την εξουσία.  Η Ελλάδα βρίσκεται λοιπόν μπροστά σε ένα δυσεπίλυτο πολιτικό κοινωνικό και οικονομικό γρίφο, τον οποίον καλείται να λύσει μια κοινωνία η οποία είναι παραπληροφορημένη, σε άγνοια των πραγματικών κινδύνων ή και ευκαιριών, η οποία είναι εγγενώς δομημένη αλλά και εθισμένη να μην συζητά και να συνεργάζεται αλλά να υφαρπάζει ψήφους, ισχύ, επιρροή και συναίνεση με πρόσχημα έωλες και εύηχες υποσχέσεις, λαϊκισμούς και επίκληση διχαστικών ιδεοληψιών.[5] Αυτή η κοινωνία χρειάζεται περιαγωγή προς το ήθος, την αξιοπρέπεια, την συμπάθεια για τον άλλο, και την μάθηση με μέσον το Σωκρατικό έλεγχο. Αυτή η παιδεία πρέπει να κατευνάζει την τρικυμία εν κρανίω της ελληνικής κοινωνίας. Η Ελλάδα στερήθηκε και στερείται ακόμα των κοινωνικών και οικονομικών διεργασιών του αστικού πολιτισμού. Αυτό ήταν μία αιτία να είναι ένα δυσπροσάρμοστο μέλος της ΕΕ. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι πρέπει να αποποιηθεί το ιδιότυπο της παράδοσής της η οποία αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη του πολιτισμού. Όσοι θεωρούν ότι η αντίφαση μεταξύ Δυτικού και Ελληνικού παραδείγματος είναι αγεφύρωτη έχουν λάθος. Επ’ αυτού θα χρειαστεί να αναλυθεί σε ένα άλλο πλαίσιο.

3. Η πολιτική παρουσία των κομμάτων

Η παραδοσιακή μαρξιστική αριστερά θεωρώντας την αστική τάξη μίασμα και έτοιμη πάντα για την καθοριστική κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, εκφραζόμενη από το ΚΚΕ, θέλει έξοδο από την ΕΕ, από το ευρώ, επαναφορά της δραχμής αλλά δεν διατυπώνει ακριβώς τη θέση της για το ΔΧ. Διατυπώνει και αυτή το πάγιο πρόγραμμα για κεντρικά διευθυνόμενη κλειστή οικονομία, με κέντρο βάρους τον όποιο «μικρό-επαγγελματία» μπορεί να σκεφτεί. Βέβαια όλα αυτά υπό την καθοδήγηση και τον έλεγχο του κόμματος.   

Η ανανεωτική ή ευρωπαϊκή αριστερά, με ρίζες μαρξιστικές ή μη, θέλει μια λύση εντός της ΕΕ και καταγγελία του Μνημονίου. Κάποιοι ζητούν αναδιάρθρωση, άλλοι αποποίηση του χρέους, δίχως να προσδιορίζουν τα μέσα και τους μηχανισμούς για όλα αυτά. Ειδικά για την αποποίηση του χρέους αναφέρουν περιπτώσεις χωρών του τρίτου κόσμου των οποίων τα δάνεια έχουν διαγραφεί κυρίως από κυβερνήσεις ως οι συναινούντες πιστωτές. Συζητούν λύσεις οι οποίες ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα του ευχολόγιου παρά στην θέση της Ελλάδος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια Δον-Κιχωτική φαντασίωση η οποία όμως αναφέρεται σε έναν ολόκληρο λαό και όχι μια προσωπική θεώρηση του κόσμου. Αναφέρουν τα ευρωομόλογα ως λύση, αν και αυτή η πρόταση βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια της ΕΕ και όχι των ελληνικών κυβερνήσεων. Στο μυαλό τους υπάρχει η σκέψη ότι μια ευρωπαϊκή αριστερά θα βοηθήσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ευελπιστούν ότι η ΕΕ θα πάρει μια πιο ανεκτική θέση προς την Ελλάδα εάν ο λαός αντιδράσει στα μέτρα τα οποία απαιτεί το Μνημόνιο. Πως αν οι Έλληνες αντισταθούν με διαδηλώσεις, απεργίες, άρνηση να πληρώσουν διόδια ή εισιτήρια, τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής δεν θα εφαρμοστούν. Ακόμα όμως δεν είπαν τι μέτρα πρέπει να ληφθούν για να λυθεί το δημοσιονομικό πρόβλημα. Υπάρχει η αόριστη πρόταση από όλο το φάσμα της αριστεράς: «να πληρώσουν οι κατέχοντες». Θα συμφωνήσουμε αν μετά από την πληρωμή των κατεχόντων υπάρξει και μια πρόταση για την μετά πληρωμή των κατεχόντων εποχή. Χρειαζόμαστε μια απάντηση στο ερώτημα: «και μετά από αυτήν την κίνηση, τι θα πρέπει να κάνουμε για να επιβιώσουμε ως κοινωνία, κράτος, έθνος»;

Η παραπάνω ανάλυση των δύο ή και περισσοτέρων τμημάτων της λεγόμενης αριστεράς στην Ελλάδα παρατίθεται λόγω της ιστορικής επιρροής της  στον τομέα της αντίληψης του κράτους, της δημόσιας διοίκησης και της διανόησης σε σχέση με την κριτική της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξης και διαστρωμάτωσης της χώρας. Ο Κώστας Παπαϊωάννου σε διάλεξή του στα μέσα του 70, ακούστηκε να απαντάει σε ερώτηση για την δεξιά «δείτε την αριστερά για να δείτε και την δεξιά». Η αριστερά παρ’ όλο που θεωρεί ότι τα τελευταία 36 χρόνια κυβερνά ο δικομματισμός και ως εκ τούτου είναι αθώα του αίματος της πτώχευσης αυτό δεν είναι αλήθεια. Μιλώντας αυστηρά αναλυτικά το Πασόκ είναι ένα αριστερό κόμμα με μαρξιστικές ή μη ρίζες. Το κατά πόσον η άλλη αριστερά δεν το θεωρεί αριστερό γιατί έχει κυβερνήσει τη χώρα 20 χρόνια είναι αντικείμενο συζήτησης. Θα πρέπει να διευκρινισθεί αν η ανάληψη της εξουσίας ακυρώνει την ιδεολογία ενός κόμματος ή το προκαλούν κάποιοι άλλοι παράγοντες.
Πέραν αυτού και η λεγόμενη συντηρητική, δεξιά ή κεντροδεξιά ή η επονομαζόμενη παράταξη του «μεσαίου χώρου» παρ’ όλο που κατηγορείται από την αριστερά ως υπηρέτης του μεγάλου κεφαλαίου και των ξένων και ντόπιων συμφερόντων έναντι του λαού, δεν έχει επιδείξει κάποια διαφοροποίηση έναντι ενός συντεχνιακού και κομματικού κράτους, το οποίο στην ουσία εξυπηρετεί μικρό-συμφέροντα τοπικού χαρακτήρα και κρατικών επιχειρήσεων, αφήνοντας την οικονομία να προχωρά δίχως σχέδιο και μέσα επαρκή ακόμη και για το μεγάλο κεφάλαιο. Γνωρίζουμε ότι η συζήτηση αυτή είναι ανοιχτή αλλά θα προσθέσουμε ότι το μεγάλο κεφάλαιο, κατά τη γνώμη μας, έχει επωφεληθεί περισσότερο από την αβελτηρία και την έλλειψη οργάνωσης του κράτους, παρά από προγραμματισμένες κινήσεις υπέρ του διεθνούς καπιταλισμού. Φυσικά η ευρωπαϊκή πραγματικότητα εισέβαλε με μεγάλες επιχειρήσεις στον ελληνικό χώρο ο οποίος χαρακτηρίζονταν από μικρές οικογενειακές μονάδες με ανύπαρκτη σύγχρονη διοίκηση οι οποίες δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν την ευρωπαϊκή πρόκληση. Ήταν μια αναμενόμενη εξέλιξη την οποίαν όλοι έβλεπαν αλλά κανείς δεν ήθελε να την εσωτερικεύσει. Λίγοι έκαναν προσπάθειες, υπήρξαν επιτυχίες αλλά στο σύνολο της ο παραγωγικός ιστός της οικονομίας υπεχώρησε προς τον προκλητικό παρασιτισμό. Η ελληνική λαϊκή δεξιά κατέρρευσε και ο «μεσαίος χώρος»,  για πολλούς λόγους οι οποίοι χρειάζονται ουσιαστικής ανάλυσης και όχι: «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά», απέτυχε να ελέγξει μια κατάσταση η οποία ίσως δεν της είχε γίνει, και δεν φαίνεται να της έχει γίνει ,αντιληπτή η κατανοήσιμη. Προφανώς η ελληνική δεξιά δεν είχε τις πνευματικές και ηθικές δυνάμεις να αντιμετωπίσει το έωλα συνθήματα «εδώ και τώρα», και «ο λαός στην εξουσία». 

4. Συμπεράσματα

Δεν παρατηρούμε, δεν ακούμε, καμία ουσιαστική συζήτηση, με τεκμήρια, με ιστορικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, σε συσχέτιση με τα στοιχεία της πραγματικής οικονομίας, ώστε να θεμελιωθεί μια ρεαλιστική πρόταση  για το ποια ανάπτυξη μας είναι απαραίτητη και τι μέσα πρέπει να μετέλθουμε για να την πετύχουμε. Μέχρι στιγμής καμία πολιτική οργάνωση δεν μιλάει για την «ταμπακιέρα» της ανάπτυξης, απλώς όλοι καταγγέλλουν αλλήλους,  και αυτό πρέπει να μας κάνει καχύποπτους σε κάθε γενικόλογη πρόταση για την «σωτηρία της πατρίδος». Οι προτάσεις για ανάπτυξη της χώρας, αφού συμφωνήσουμε για την παθογένεια της ελληνικής οικονομίας, και όχι στο δέον ή το ευκτέον κατά το δοκούν, είναι ο έλεγχος, το τεστ για να καταλάβουμε αν ακούμε από κάποιους ευχολόγια, φαντασιώσεις ή επιστημονικά μελετημένες και μετά από σκληρή δουλειά διαμορφωμένες προτάσεις. Δεν επιτρέπεται να παρασυρόμαστε από τη συγκινησιακή συνιστώσα των συμβάντων και να επιτρέπουμε σε κάθε άποψη να έχει βαρύτητα και κύρος. Μέσα στη δίνη της κρίσης, όπου άτομα και ομάδες προσπαθούν να καταλάβουν και να αντιδράσουν σε αυτόν τον Αρμαγεδδώνα, έχουν εμφανιστεί και αυτόκλητοί μεσσίες, με αμφιλεγόμενα σχέδια «σωτηρίας» τα οποία έχουν τύχει της προσοχής και των μέσων ενημέρωσης τα οποία στο βωμό της προσέλκυσης μιας θυμωμένης πελατείας παρουσιάζουν τις πιο ακραίες θέσεις ως τεκμηριωμένες γνώμες. Οι «σωτήρες» αυτοί συνθηματολογούν με ανόητες προτάσεις και παρεμβάσεις κακοποιώντας βάναυσα την επιστημονική σκέψη ακόμα και την κοινή λογική. Τα περισσότερα από όσα λέγονται δεν έχουν παρά την ισχύ μιας επιθυμίας ή ενός απώτερου ιδιοτελούς σκοπού ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με την οικονομική βιωσιμότητα  της χώρας και της ασφάλειάς της, αλλά περισσότερο έχουν να κάνουν με προσωπικές φιλοδοξίες ή ακόμα και με παραισθήσεις μεγαλείου. 

Δυστυχώς, πέραν των όσων είπαμε πιο πάνω για τους λάθος χειρισμούς της κυβέρνησης να προχωρήσει σε μια δήλωση στάσης πληρωμών και επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους, ώστε να δοθεί η άνεση χρόνου για την πραγματική οικονομία να προσαρμοστεί με τις δικές της δυνάμεις στο ασφυκτικά πιεστικό διεθνές περιβάλλον ανταγωνισμού και καταμερισμού παραγωγής, το Μνημόνιο δεν είναι η αιτία όλων των δεινών της χώρας. Το Μνημόνιο είναι το επιστέγασμα της «σπουδαίας» πράξης της ελληνικής πολιτικής η οποία είχε ως παράπλευρο αποτέλεσμα την πτώχευση ενός λαού ο οποίος είχε πεισθεί ότι όδευε με αδιατάρακτη βεβαιότητα στο  αεικίνητο της οικονομικής ανάπτυξης δίχως να εξετάζει αν είχε τον τρόπο και τα μέσα για αυτήν. Όλα αυτά έγιναν δίχως ηδύ λόγω, δίχως έλεος. Δεν έχει υπάρξει τραγωδία, αλλά μια αποτυχία της ελληνικής κοινωνίας, μια καταστροφή, Δίχως κάθαρση η Ελλάδα θα παραμείνει δέσμια του φόβου. 




[1] Κατά τους Rogoff and Reinhart το 90% είναι το όριο πέραν από το οποίον το δημόσιο χρέος γίνεται μη-διαχειρήσιμο. Για άλλους είναι το 100%. Ο υπολογισμός του αναγκαίου κουρέματος πρέπει να γίνει με βάση το λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Εφόσον το χρέος μεγαλώνει το αναγκαίο κούρεμα τον επόμενο χρόνο θα είναι μεγαλύτερο. Σήμερα το ΔΧ είναι περίπου 350δις ευρώ. Ελληνικές τράπεζες και οι ασφαλιστικοί οργανισμοί κρατούν περίπου 80δις σε κρατικά ομόλογα. Βλέπε Κ. Μελάς  , Η Χρηματοδότηση της Οικονομίας ,www.kostasmelas.gr 03.04.2011.


[2] Για αυτό το θέμα έχουμε γράψει με λεπτομέρειες σε άρθρο μας στο περιοδικό Άρδην (Σεπτέμβριος 2010) και στο Monthly Review (Νοέμβριος 2010) με τον καθηγητή Κ. Μελά. 
[3] Ήδη η ΕΕ έχει προχωρήσει στις 25 Μαρτίου στη σύσταση του ESM για το 2013. Η σκληρή πραγματικότητα της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να αυξήσει τα έσοδα, και να έχει έλλειμμα πάνω από 10% το 2010 δημιουργεί έναν πανικό στην ΕΕ, η οποία πλέον αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να υποχρεωθεί να προχωρήσει σε άμεσα μέτρα αναδιάρθρωσης, πριν καν έχει διαμορφώσει τους μηχανισμούς για αυτό. Κατά τον Paolo Manasse[www.voxeu.org , April 5] ο μηχανισμός σταθερότητας για το 2013 πάσχει σε τέσσερα σημεία: είναι μικρός και ήρθε πολύ αργά, πάσχει ο μηχανισμός χρηματοδότησης, πάσχει από το σύστημα ψηφοφορίας για την εφαρμογή του (ομοφωνία) και πάσχει από πλευράς ορισμού του τι είναι μη-βιώσιμο ΔΧ. Σε μια φάση κρίσης της Πορτογαλίας και Ισπανίας ο μηχανισμός θα καταρρεύσει. 
[4] Το θέμα δεν είναι το πόσο «ανοιχτή» μια οικονομία είναι στο διεθνές εμπόριο. Το θέμα είναι πόσο κλειστή μπορεί να είναι. Ούτε το τελείως «ανοιχτή» στις αγορές έχει οικονομικό νόημα, ούτε τελείως κλειστή. Οι προτάσεις αυτές χρειάζονται μελέτη και εξειδίκευση. Είναι άλλο να προστατεύεις την εθνική οικονομία, κρατώντας τεχνογνωσία, και θέσεις εργασίας εντός της χώρας και άλλο να αφήνεις μια οικονομία απροστάτευτη από κάθε είδους μεταφοράς κεφαλαίου, και externalities, τα οποία μπορούν όντως να τινάξουν μια οικονομία σαν της Ελλάδος στον αέρα. Μια οικονομία η οποία προστατεύει τον εαυτό της δεν είναι κλειστή. Είναι σόφρων.
[5] Η ελληνική πραγματικότητα έχει περιγραφεί με γλαφυρό τρόπο από την Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Το ίδιο γλαφυρά από τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Με ουσιώδη κριτική από τον αείμνηστο Συκουτρή στο δοκίμιό του Τα σύγχρονα προβλήματα της πνευματικής μας ζωής. Με την ίδια ενάργεια και αναλυτικό τρόπο από τον Παναγιώτη Κονδύλη στην εισαγωγή του έργου του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Ο Κονδύλης βέβαια χλευάστηκε, και αποσιωπήθηκε από πολλούς μετά-μοντέρνους καριερίστες οι οποίοι στερούνταν επιστημονικής παιδείας και ακαδημαϊκής δεοντολογικής αξιοπρέπειας. Σήμερα τα πράγματα γίνονται χειρότερα με ασυνάρτητες κραυγές παράταιρων ανθρώπων οι οποίοι έμαθαν εν μία νυκτί τα πάντα για τα Spreads, CDS, ευρωομόλογα, τραπεζικό-πιστωτικό σύστημα, διεθνές εμπόριο, risk management, και βέβαια μερικοί έχουν προεξοφλήσει και την κατάρρευση του καπιταλισμού. Αυτή η κατάρρευση μπορεί να επέλθει γιατί τίποτα κοινωνικό δεν είναι γραμμένο στην πέτρα, αλλά προς το παρόν αυτές οι ανακοινώσεις είναι μάλλον πρόωρες. Πριν από αυτό, ας προετοιμαζόμαστε για αρκετές συγκρούσεις ή και πολέμους.