Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Αξιολόγηση του Μνημονίου σύμφωνα με τα στοιχεία του 2010. Οι Πρόσφατες Εξελίξεις (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2011).


[του Κώστα Μελά]

Εισαγωγή.
Το μνημόνιο είναι ένα πρόγραμμα οικονομικής δράσης με ποσοτικούς στόχους . Με το τέλος του 2010 μπορούμε να αξιολογήσουμε κατά πόσον επιτεύχθηκαν οι στόχοι που είχαν τεθεί. Αυτό έχει μεγάλη σημασία  δεδομένου ότι με αυτό τον τρόπο αποδεικνύονται οι αδυναμίες πραγμάτωσής του  και ως εκ τούτου δείχνεται ο λανθασμένος τρόπος με τον οποίο έχει κατασκευαστεί. Άμεση συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι ότι  οδηγείται η οικονομία σε  μεγαλύτερες και απρόβλεπτες μελλοντικές εξελίξεις.  Συγκεκριμένα μπορούν να ειπωθούν τα κάτωθι βάση στοιχείων και όχι πολιτικής ρητορείας.

Ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με το Μνημόνιο το έτος 2010 το πραγματικό ΑΕΠ  θα μειωθεί κατά 4,0 %.
Αντιθέτως  έκλεισε στο  - 4,5% του ΑΕΠ.
Ανά τρίμηνο ο ρυθμός μεταβολής ήταν ο ακόλουθος: Α’ Τρίμηνο: -0,7% . Β’ : 5,1%. Γ’: 5,7% . Δ’ : 6,6%., σε σχέση με τα αντίστοιχα τρίμηνα του 2009. Ανά τρίμηνο του έτους 2010 η εξέλιξη ήταν: 1,9%, 1,8%, 1,7%, και 1,4%.

Το ονομαστικό ΑΕΠ ανήλθε το 2010  σε 224,5 Δις. Ευρώ έναντι 233,1 δις ευρώ το 2009. Πρόκειται για μια σημαντική απόκλιση δεδομένου ότι το ΑΕΠ αποτελεί το βασικό μέγεθος της οικονομίας και σημείο αναφοράς των υπολοίπων οικονομικών μεγεθών.[1] 
Για το 2011 το Μνημόνιο προβλέπει μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ  3,0%. Σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις η μείωση θα είναι αρκετά μεγαλύτερη και θα πλησιάζει το 4,0% . Βεβαίως είναι ακόμα ενωρίς για περισσότερες σίγουρες προβλέψεις.

Ρυθμός Μεταβολής των συνιστωσών της Εγχώριας Ζήτησης
Ο ρυθμός μεταβολής της εγχώριας ζήτησης για το 2010 εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο -6,0% ενώ η πρόβλεψη του Μνημονίου ήταν για -7,1%. Συνεπώς έχουμε απόκλιση της πρόβλεψης . Η απόκλιση αυτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ. Η μικρότερη μείωση επιδρά θετικά στο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Συνεπώς το πρόβλημα πρέπει να αναζητηθεί στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας.
Επίσης η Ιδιωτική Κατανάλωση μειώθηκε κατά 4,5% έναντι πρόβλεψης -4,0%.
Η Δημόσια Κατανάλωση μειώθηκε  κατά 6,5%,  έναντι πρόβλεψης -10,6%.

Πίνακας  1.
Οι Συνιστώσες του ΑΕΠ. (Ρυθμοί Μεταβολής και Ποσοστά ως προς το ΑΕΠ).
                                2009                                     2010e                              2011f

Δις Ευρώ
% του ΑΕΠ

y-o-y
Δις Ευρώ
% του ΑΕΠ
 y-o-y
Δις Ευρώ
% του ΑΕΠ
y-o-y
ΑΕΠ
233,1
100,0
-2,1
224,5
100,0
-4,5
216,7
100,0
-3,5
Εγχ. Ζητ.
259.9
112,0
-3,7
244,3
108,8
-6,0
230,1
106,2
-5,8
Τελ. Κατ
219.8
94,3
0,4
209,0
93,1
-4,9
198,3
91,5
-5,1
Ιδ. Κατ
174.4
74,8
-1,8
166,5
74,2
-4,5
158,8
73,3
-4,6
Δημ. Κατ
45.4
19,5
7,6
42,5
18,9
-6,5
39,6
18,3
-6,8
Σχημ. Παγίου. Κεφαλ.
40.1
17,2
-11,0
33,4
14,8
-16,7
30,0
13,9
-10,0
Κατασκ.
19,8
8,5
-12,5
16,3
7,25
-17,9
14,5
6,7
-11,2
Μηχανημ.
17.9
7,7
-10,2
15,0
6,7
-15,8
13,6
6,3
-9,4
Αποθέμ.


-2,2


1,0


-0,1
Καθ.Εξαγ.


2,2


2,2


3,0
Εξαγωγές
44,3
19,0
-20,1
46,2
20,6
4,3
48,9
22,6
5,9
Εισαγ.
69,5
29,8
-18,7
66,0
29,4
-5,0
62,6
28,9
-5,1










Πηγή: NBG, Greece: Monthly Macroeconomic Outlook . March 2011.

Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου.
Σύμφωνα με το Μνημόνιο το έτος 2010 ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου θα έπρεπε να μειωθεί κατά 11,4% .
Μ ε τα στοιχεία έτους 2010 , αντιθέτως έχουμε μείωση  16,7%  .  Οι επενδύσεις στις Κατασκευές μειώθηκαν κατά 17,9% ενώ οι αντίστοιχες στα Μηχανήματα κατά 15,8%
Οι επενδύσεις μειώθηκαν κυρίως λόγω της σημαντικής υποχώρησης των δαπανών για μηχανήματα και εξοπλισμό, και μεταφορικά μέσα. Οι λόγοι είναι η αρνητική επίδραση της Οικονομικής Πολιτικής, η άνοδος της φορολογίας των κερδών, η έλλειψη κεφαλαίων και η αύξηση του κόστους των κεφαλαίων.
Εξωτερικό Ισοζύγιο
Οι προβλέψεις του Μνημονίου  μιλούσαν για αύξηση του ετήσιου μέσου ρυθμού εξαγωγών κατά 4,5% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία  2010  έχουμε αύξηση κατά 4,3%. Για τις εισαγωγές υπήρχε πρόβλεψη για μείωση κατά 9,7% ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία  η μείωση ανέρχεται σε 5,0%. Οι προβλέψεις του Μνημονίου  για τη συνεισφορά του εξωτερικού τομέα στη μεγέθυνση του ΑΕΠ , το 2010, ήταν 3,8% ενώ στην πράξη είναι 2,2%.
 Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σύμφωνα με το Μνημόνιο θα ήταν  -8,4% του ΑΕΠ ενώ με τα υπάρχοντα στοιχεία του  2010 το έλλειμμα βρίσκεται στο 10,5%  παρότι υπήρξε μεγάλη ύφεση στην οικονομία και οι εισαγωγές πετρελαίου μειώθηκαν κατά 13,0% σε σχέση με το 2009.
 Αναλυτικότερα οι εξελίξεις στο εμπορικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας έχουν ως εξής:

Οι εξελίξεις στο εμπορικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας.
Είναι γνωστό ότι το εμπορικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας είναι ελλειμματικό τουλάχιστον ολόκληρη την περίοδο μετά τον εμφύλιο πόλεμο.  Τα ελλείμματα αυτά καλύπτονταν μέχρι και το 1972 από την εισροή άδηλων πόρων . Μετά το 1973 μέσω κεφαλαιακών εισροών , αυτόνομων αλλά κυρίως δανειακών. Την περίοδο ένταξης της χώρας στην ευρωζώνη τα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου παρουσιάζουν συνεχή διεύρυνση. Την περίοδο της κρίσης  που μας ενδιαφέρει (2008-2010) τα στοιχεία του εμπορικού ισοζυγίου παρουσιάζονται  στον Πίνακα 2. 


Πίνακας 2.
Ελληνική Οικονομία ,  Εμπορικό  Ισοζύγιο 2008-2010


2008
% ΑΕΠ
2009

2010









Εμπορικό Ισοζύγιο
-44048,8

-30767,3

-28279,6

Εμπορικό Ισοζύγιο (Χωρίς καύσιμα και πλοία)
-27189,3

-19813,9

-16031,1

Εξαγωγές Αγαθών
19812,9
8,4%
15318,0
6,5%
17081,5
7,5%
Καύσιμα
4254,5

3063,2

4950,0

Πλοία (Εισπράξεις)
1582,0

771,7

798,6

Λοιπά Αγαθά
13976,5
5,9%
11483,3
4,9%
11332,9
5,0%
Εισαγωγές Αγαθών
63861,7

46085,3

45361,0

Καύσιμα
16409,0

10659,8

13577,1

Πλοία (Πληρωμές)
6286,9

4128,6

4419,9

Λοιπά Αγαθά
41165,8

31296,9

27364,0








ΑΕΠ
236,4

235,0

224,5
















Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος .

Οι συνολικές  εξαγωγές εμπορευμάτων  της χώρας υπολείπονται σε σχέση με το έτος 2008 πριν δηλαδή αρχίσει η κρίση ενώ παρουσιάζουν αύξηση σε σχέση με το πρώτο έτος της κρίσης 2009. Η αύξηση αυτή οφείλεται όμως στις εξαγωγές καυσίμων ενώ όσο αφορά στα Λοιπά Αγαθά υπάρχει   υστέρηση (σημαντική ) σε σχέση με το 2008 αλλά και σε σχέση με το 2009. Το ποσοστό  των εμπορευμάτων /αγαθών ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα ανέρχεται το 2010, στο 5,0% όταν σύμφωνα με τον ΣΕΒΕ ο ΜΟ της ΕΕ ανέρχεται στο 42,0%. 

Στον Πίνακα 3 παρουσιάζονται οι εξελίξεις του Ελληνικού Εμπορικού Ισοζυγίου  για τον μήνα Ιανουάριο των ετών  2008-2009-2010. Επίσης παρουσιάζονται οι Εισπράξεις Υπηρεσιών και Εισοδημάτων για τον ίδιο μήνα.  Αυτό που διαπιστώνεται είναι:
-          Το εμπορικό  ισοζύγιο τον Ιανουάριο 2011 επανήλθε στο επίπεδο του 2008.
-          Οι εξαγωγές  αγαθών  αυξήθηκαν  τον Ιανουάριο του 2011 σε σχέση με το 2010 και το 2009 αλλά εξακολουθούν  να βρίσκονται  αρκετά χαμηλότερα από το επίπεδο του 2008.
-          Οι εξαγωγές των εμπορευμάτων (Λοιπά Αγαθά)  παρουσιάζουν την ίδια εικόνα με τις  εξαγωγές αγαθών.
-          Οι εισαγωγές αγαθών αυξήθηκαν  τον Ιανουάριο    του  2011 σε σχέση με το 2010 και το 2009 αλλά εξακολουθούν  να βρίσκονται  αρκετά χαμηλότερα από το επίπεδο του 2008.
Συμπερασματικά υπάρχει μια τάση το 2011 για βελτίωση των εξαγωγών αλλά χρειάζεται πολύς δρόμος για να φθάσουμε το 2008 και πάνω από όλα δεν χρειάζονται μεγαλοστομίες και πανηγύρια από τους κυβερνώντες. Δεν χρειάζεται να επιβεβαιώνουν την λαϊκή ρήση «ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται». Ας υπερβούμε πρώτα τις εξαγωγές του  έτους 2008 και τότε ας αρχίσουμε να ομιλούμε περί αυξήσεως της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας.
  
Πίνακας  3
Ελληνική Οικονομία ,  Εμπορικό  Ισοζύγιο :  Ιανουάριος  (2008-2010).


2008
% ΑΕΠ
2009

2010
2011








Εμπορικό Ισοζύγιο
-3354,2

-2903,2

-3046,2
-3231,5
Εμπορικό Ισοζύγιο (Χωρίς καύσιμα και πλοία)
-2424,3

-1668,4

-1610,7
-1233,9
Εξαγωγές Αγαθών
1858,0

1157,5

1070,4
1398,6
Καύσιμα
572,9

170,2

228,4
410,2
Πλοία (Εισπράξεις)
144,7

35,3

42,0
75,6
Λοιπά Αγαθά
1140,4

952,0

800,0
912,8
Εισαγωγές Αγαθών
5212,2

4060,7

4116,6
4630,2
Καύσιμα
1378,3

989,0

1296,8
2076,6
Πλοία (Πληρωμές)
269,2

451,3

409,1
406,8
Λοιπά Αγαθά
3564,7

2620,4

2410,7
2146,8







Εισπράξεις  Υπηρεσιών
2171,6

1559,3

1522,3
1578,7
Εισπράξεις
Εισοδημάτων
368,6

509,6

367,2
297,6








Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος .






Στον Πίνακα 4 παρουσιάζονται οι συνολικές εισπράξεις/ εισροές της Ελληνικής Οικονομίας, που οφείλονται ,  με την ευρεία  έννοια , στις παραγωγικές ικανότητες της . Και εδώ μπορούν να γίνουν ίδια σχόλια με τα προηγούμενα.


Πίνακας  4.
Ελληνική Οικονομία ,  Εισπράξεις Πραγματικής Οικονομίας (με την ευρεία έννοια) :    (2008-2010).



2008

2009

2010

Εξαγωγές Αγαθών
19812,9
8,38
15318,0
6,5
17081,5
7,6
Εισπράξεις Υπηρεσιών
34066,2
14,41
26983,3
11,5
28480,9
12,7
Εισπράξεις Εισοδημάτων
5573,2
1,93
4282,9
1,8
3791,5
1,6

59452,3
24,72
46584,2
19,8
49353,9
21,9








Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος .

Εκείνο που μας δείχνουν τα στοιχεία είναι ότι η ελληνική οικονομία είναι μια απολύτως εσωστρεφείς οικονομία με χαμηλή ανταγωνιστικότητα του συνόλου των τομέων και των κλάδων  της . Η απόλυτη ευθύνη πρέπει να αποδοθεί στους υπευθύνους : στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ που κυβέρνησαν τον τόπο μετά την μεταπολίτευση. Παράλληλα φαίνεται η μεγάλη προσπάθεια που χρειάζεται να γίνει για τη βελτίωσή της, η οποία βεβαίως δεν μπορεί να επιτευχθεί με τους τρόπους που υποδεικνύει η τρόικα και δέχεται αδιαμαρτύρητα η κυβέρνηση. Η εξωστρέφεια της οικονομίας (δεν σημαίνει μόνο αύξηση των εξαγωγών) πρέπει να αποτελέσει  πρωταρχική και  μακροχρόνια προτεραιότητα της ελληνικής κοινωνίας αν θέλει να επιβιώσει στο πλαίσιο της σημερινής πλανητικής εποχής .
Αν δεν εμπεδωθεί στους έλληνες η ιδέα της πραγματικής παραγωγής  δύσκολα θα ξεφύγουμε από τον όλεθρο της καταστροφής.


Πίνακας 5.
Τα Κυριότερα Εξαγώγιμα Προϊόντα (εκατομμύρια Ευρώ)


2010
% συμμετοχής
2009
% 2010/2009
1
Έλαια πετρελαίου/ασφαλτώδη ορυκτά
1612,3

1213,8

2
Φάρμακα
985,4

914,1

3
Φρούτα /καρποί, νωπά ή αποξηραμένα
610,1

613,2

4
Αργίλιο
753,1

543,7

5
Ψάρια νωπά /κατεψυγμένα
466,0

418,2

6
Λαχανικά παρασκευασμένα
397,6

332,2

7
Εμπιστευτικά Προϊόντα
391,8

225,5

8
Χαλκός
371,1

211,9

9
Βαμβάκι
391,2

305,8

10
Φρούτα παρασκευασμένα
331,8

304,4

11
Ράβδοι από σίδηρο ή χάλυβα
280,6

191,2

12
Ασβέστης , Τσιμέντο, έτοιμα υλικά κατασκευών
246,0

290,7

13
Ενδύματα από Υφάσματα , Πλεκτά.
228.6

267,1

14
Τυριά ,Παρασκευάσματα
219,6

205,0

15
Έλαια &λίπη φυτικά
241,4

265,8

16
Πλάκες, Φύλλα, Ταινίες από πλαστικές ύλες
220.0

198,0

17
Καπνός μη βιομηχανοποιημένος
210,1

297,7

18
Αεροσκάφη και συναφής εξοπλισμός
212,7

359,3

19
Υλικό για διανομή ηλεκτρισμού. ΜΑΚ
196,5

174,7

20
Λοιπά πλαστικά σε πρωτογενείς μορφές
183,7

152,5

21
Τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός.
212,6

169,2

22
Αντικείμενα και συμπληρώματα ενδύσεως
195,6

152,6

23
Σωλήνες και εξαρτήματα από σίδηρο και χάλυβα
183,7

298,6

24
Προϊόντα αρωματοποιίας.
171,4

193,0

25
Τεχνουργήματα από πλαστικές ύλες.
170,5

167,3

26
Είδη ένδυσης.
168,9

182,0

27
Βιομηχανικά προϊόντα καπνού.
164,2

147,8

28
Διάφορα παρασκευάσματα διατροφής
150,6

119,9

29
Ποτά αλκοολούχα
139,0

135,4

30
Μηχανικός εξοπλισμός θερμάνσεως και ψύξεως.
133,2

128,3

31
Λαχανικά νωπά & κατεψυγμένα
129,3

121,2

32
Παρασκευάσματα και δημητριακά.
126,7

128,8

33
Θραύσματα μη σιδηρούχων κοινών μετάλλων.
126,4

56,9

34
Σαπούνια & προϊόντα καθαρισμού.
126,0

121,2

35
Κατασκευές από σίδηρο, χάλυβα, άργιλο
123,4

128,6

36
Σκάφη & πλωτές κατασκευές.
109,4

73,7

37
Λοιπές ηλεκτρικές μηχανές & συσκευές
99,4

90,2

38
Διάφορα χημικά προϊόντα.
98,6

70,1

39
Παιδικά αμαξάκια , παιχνίδια &αθλητικά είδη.
97,6

70,9

40
Ζάχαρη, μελάσα, μέλι
89,9

50,1


Μερικό σύνολο των 40 πρώτων προϊόντων
11385,0

10072,5


Σύνολο εξαγωγών Ελλάδος.
16248,4

14675,3













Πηγή: ΕΛ. ΣΤΑΤ


Πληθωρισμός.

Σύμφωνα με το Μνημόνιο προβλεπόταν πληθωρισμός 1,0% στο τέλος της περιόδου(2010) και 1,9% ο αντίστοιχος της μέσης περιόδου. Οι πραγματικές εξελίξεις είναι εντελώς διαφορετικές: το Δεκέμβριο 2010 έκλεισε στο 5,2% ενώ ο ετήσιος μέσος ρυθμός ανήλθε σε 4,7%.
Παρότι το μήνα Φεβρουάριο 2011 διαπιστώνεται μια σχετική αποκλιμάκωση του πυρήνα του πληθωρισμού , η εκτίμηση για ΜΟ πληθωρισμού στο 2,7% το 2011 , παρά την μεγάλη ύφεση της οικονομίας , θα εξαρτηθεί από τις τιμές του πετρελαίου και από το μέγεθος της ύφεσης της οικονομίας.  Όμως οι εξελίξεις δεν επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες : στο 4,5% αυξήθηκε ο πληθωρισμός τον Μάρτιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) την Παρασκευή 08-04.2011, παραμένοντας σχεδόν δύο ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από το μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Αναλυτές ανέμεναν ο πληθωρισμός να υποχωρήσει στο 3,7% από 4,4% τον Φεβρουάριο.

Σε μηνιαία βάση, ο δείκτης τιμών καταναλωτή Μαρτίου παρουσίασε αύξηση 3,3%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.
Ανεργία
Στο Μνημόνιο η πρόβλεψη για το 2010 ήταν 11,8% του ενεργού οικονομικά πληθυσμού.  Στην πραγματικότητα έχουμε αύξηση στο 14,20% στο τέλος του Δ’ Τριμήνου του 2010.
 Έκρηξη της ανεργίας στο 16,5% εντός του 2011, αν συνεχιστεί η τάση του τελευταίου τριμήνου του 2010, προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος[2]. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, η ανεργία θα συνεχίζει να αυξάνεται το 2011 και θα πλησιάσει ή και θα ξεπεράσει το 15%. Όμως  εάν συνεχισθούν οι τάσεις του τελευταίου τριμήνου του 2010 στο μέτωπο της απασχόλησης, η ανεργία μπορεί να φθάσει και το 16,5%.
Αντιθέτως περισσότερο αισιόδοξοι εμφανίζονται οι αναλυτές της Alpha Bank[3] (όπως συνήθως το τελευταίο διάστημα). Σύμφωνα λοιπόν με την Alpha Bank η κατάσταση στην αγορά εργασίας αναμένεται να βελτιωθεί σταδιακά από τα μέσα του 2011, μετά την μεγαλύτερη ευελιξία που εισάγει η πρόσφατη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας, η οποία αναμένεται να διευκολύνει τις προσλήψεις κυρίως νέων εργαζομένων. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχουν ενδείξεις για αύξηση της ανεργίας σε επίπεδα άνω των 760 χιλ. ατόμων το 2011, ενώ σταδιακή πτώση της ανεργίας αναμένεται από τις αρχές του 2012.
Όμως οι εξελίξεις διαψεύδουν την όποια αισιοδοξία : στο 15,1% ανήλθε η Ανεργία το Μάρτιο του 2011 σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Εργασιακές Σχέσεις.
Πλήρης ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, που ενισχύει τους φόβους ότι η κατάσταση έχει βγει εκτός ελέγχου, συντελείται στην ελληνική αγορά εργασίας το πρώτο δίμηνο του 2011 με κύρια χαρακτηριστικά την σημαντική μείωση των νέων προσλήψεων και την απόλυτη κυριαρχία των ελαστικών μορφών εργασίας.

Μία στις δύο νέες προσλήψεις, εντός του 2011, αφορά ελαστικές μορφές απασχόλησης και κυρίως -τη χειρότερη εκδοχή- την εκ περιτροπής εργασία.

Άκρως δε ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι περισσότερες από 10.000 συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, μετατράπηκαν σε μερικής ή εκ περιτροπής εργασία, εντός του πρώτου διμήνου του έτους, κάποιες φορές με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου, αλλά κυρίως με μονομερή απόφαση του εργοδότη. [4]

Το διάστημα αυτό μειώθηκαν οι νέες προσλήψεις. Οι νέες επιχειρήσεις που προχώρησαν στη σύναψη νέων συμβάσεων εργασίας ήταν λιγότερες κατά 10,32%, σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Από τις νέες συμβάσεις εργασίας που πραγματοποιήθηκαν, οι πλήρους απασχόλησης είναι μειωμένες κατά 45,08% σε σχέση με αυτές του πρώτου διμήνου του 2010. Συγκεκριμένα, υπογράφηκαν  43.900 συμβάσεις πλήρους απασχόλησης το 2011, έναντι 79.932 το 2010. Μειωμένες κατά 11,65% είναι και οι συμβάσεις μερικής απασχόλησης, οι οποίες από 27.857 το 2010 συρρικνώνονται σε 24.611 το 2011.
Αντιθέτως, κατακόρυφη αύξηση 21,82% παρουσιάζουν οι συμβάσεις εκ περιτροπής απασχόλησης σε 8.263 το 2011, από 6.783 το 2010.
Το άλλο στοιχείο που αποδεικνύει τις δραματικές για τον εργαζόμενο αλλαγές που συντελούνται στην αγορά εργασίας, αφορά τις μετατροπές των υφιστάμενων συμβάσεων πλήρους απασχόλησης, σε συμβάσεις μερικής ή εκ περιτροπής εργασίας, κάποιες φορές με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου, αλλά κυρίως με μονομερή απόφαση του εργοδότη.
Οι συμβάσεις πλήρους απασχόλησης που μετατράπηκαν το πρώτο δίμηνο του έτους σε μερικής απασχόλησης είναι αυξημένες κατά 199,15%, σε σχέση με το 2010.
Πιο εντυπωσιακή είναι η αύξηση των συμβάσεων εκ περιτροπής εργασίας. Οι συμβάσεις πλήρους απασχόλησης που μετατράπηκαν σε εκ περιτροπής αυξήθηκαν κατά 1.121,45%, όταν πρόκειται για μετατροπές συμβάσεων που είχαν τη σύμφωνη γνώμη του εργαζόμενου και κατά 2.725% όταν πρόκειται για μετατροπές που έγινα με μονομερή απόφαση του εργοδότη.








Δημόσια οικονομικά

Δημοσιονομικά ελλείμματα.
Σύμφωνα με το Μνημόνιο το συνολικό έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι στο 8,1% του ΑΕΠ. Θα κλείσει στο 9,6% (Τράπεζα της Ελλάδος, οπ.προηγ.). Η Κυβέρνηση δικαιολογεί την απόκλιση στην αύξηση του συνολικού ελλείμματος του 2009 από 13,6% του ΑΕΠ σε 15,4% του ΑΕΠ λόγω της αναθεώρησης των στοιχείων από την Eurostat. Σύμφωνα όμως με την ΕΕ και το ΔΝΤ (εκθέσεις προόδου του προγράμματος της ελληνικής οικονομίας) μόνο το 1/3 της απόκλισης αυτής αποδίδεται στην επίπτωση της αναθεώρησης των δημοσιονομικών στοιχείων για το 2009, ενώ το υπόλοιπο σχετίζεται με την υστέρηση των εσόδων κατά την εξεταζόμενη από τις εκθέσεις περίοδο του 2010. Θα πρέπει να ειπωθεί ότι στα έσοδα του 2010 περιλαμβάνεται 1 δις ευρώ από την περαίωση (μη επαναλαμβανόμενο έσοδο) και όλα τα έσοδα από την πληρωμή τελών κυκλοφορίας (τα προηγούμενα χρόνια μέρος εισπράττονταν τον επόμενο χρόνο).
Το πρωτογενές έλλειμμα  σύμφωνα με το μνημόνιο έπρεπε να ήταν 2,4% του ΑΕΠ. Θα κλείσει περίπου στο 2,8% του ΑΕΠ.
Παράλληλα το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης το 2010 με βάση τα στοιχεία  του Υπουργείου Οικονομικών [5]  ανέρχεται στο ύψος των 24871 δις ευρώ (20620 δις ευρώ το έλλειμμα του Κρατικού Προϋπολογισμού συν 4251 δις ευρώ ελλείμματα της Κυβέρνησης που προέρχονται από : 1864 δις δαπάνες με ειδικές εκδόσεις ομολόγων για ασφαλιστικά ταμεία, εξόφληση χρεών νοσοκομείων, 1500 δις ευρώ για καταβολή κεφαλαίου στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, 827 εκατομμύρια ευρώ για καταπτώσεις εγγυήσεων φορέων εντός γενικής κυβέρνησης). Επομένως και με βάση τα τελικά στοιχεία του ΑΕΠ το δημοσιονομικό έλλειμμα για το 2010 μπορεί να ξεπεράσει το 10,0% έναντι στόχου 8,1%.
Για τα Συνολικά Έσοδα η πρόβλεψη το 2010  ήταν 58382 εκατ. Ευρώ. Το Αποτέλεσμα είναι: 54.240 εκατ. ευρώ.
Για τις Συνολικές Δαπάνες η πρόβλεψη ήταν 77.073 εκατ. ευρώ. Το Αποτέλεσμα είναι 79130 εκατ. ευρώ.

Εκείνο όμως που δημιουργεί περισσότερες σκέψεις είναι ότι οι αποκλίσεις συνεχίζουν να εμφανίζονται και μάλιστα  διευρυμένες. 
Σύμφωνα με τα στοιχεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού για το δίμηνο Ιανουάριου-Φεβρουάριου 2011, σε δημοσιονομική βάση, παρουσιάζεται έλλειμμα 1.028 εκατ. € έναντι ελλείμματος 944 εκατ. € το  αντίστοιχο διάστημα  του 2010. 
Ειδικότερα τα καθαρά έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 7.943 εκ. € και εμφανίζουν μείωση κατά 9,2%.
Οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού είναι αυξημένες κατά 3,3%. Η αύξηση αυτή οφείλεται στη διάθεση ποσού ύψους 351 εκατ. € για επιχορήγηση νοσηλευτικών ιδρυμάτων προκειμένου να εξοφληθούν παλαιές  οφειλές  τους, ενώ οι  πρωτογενείς δαπάνες είναι μειωμένες κατά  0,1% και οι τόκοι κατά 1,3 %. Οι δαπάνες τακτικού Προϋπολογισμού παραμένουν χαμηλότερες κατά 300 εκ. περίπου από τις μηνιαίες προβλέψεις του Προϋπολογισμού. 
Τα έσοδα, τέλος, του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων παρουσιάζουν αύξηση 356,4% και οι δαπάνες μείωση 67,9%.

Η Εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού 2011.(Ιανουάριος-Φεβρουάριος ).


Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών [6]το έλλειμμα του ΚΠ για το δίμηνο Ιανουάριος –Φεβρουάριος 2011, είναι 55 εκατομμύρια ευρώ χαμηλότερο από το στόχο του Προϋπολογισμού.  Είναι γνωστό ότι ο ΚΠ αποτελείται από τον Τακτικό Προϋπολογισμό  και τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων. 
Τα καθαρά έσοδα του ΤΠ  είναι χαμηλότερα από το στόχο που έχει τεθεί στο δίμηνο κατά 860 εκατομμύρια ευρώ, ενώ αυτό του ΠΔΕ είναι αυξημένα κατά 603 εκατομμύρια ευρώ με συνέπεια για το σύνολο των εσόδων του ΚΠ ή μείωση να περιορίζεται στα 257 εκατομμύρια ευρώ. Οι δαπάνες του ΤΠ είναι αυξημένες κατά 284 εκατομμύρια ευρώ, σε σχέση με το στόχο που είχε τεθεί , ενώ οι δαπάνες του ΠΔΕ είναι περιορισμένες  κατά 595 εκατομμύρια ευρώ.  Το πρωτογενές αποτέλεσμα είναι κατά 193 εκατομμύρια ευρώ καλύτερο από τον αντίστοιχο στόχο. Το βελτιωμένο πρωτογενές αποτέλεσμα , όμως οφείλεται στη σημαντική μείωση (-67,8 % έναντι ετησίου στόχου αύξησης 0,6%) που εμφανίζουν οι επενδυτικές δαπάνες , καθώς και στην αύξηση των εσόδων του ΠΔΕ όπως είπαμε προηγουμένως. 
Το προγραμματισμένο ύψος του ΠΔΕ για το έτος 2011 είναι το ίδιο με αυτό που υλοποιήθηκε το 2010, 8,5δις ευρώ. Εκτός από το μέγεθος του ΠΔΕ που έχει μεγάλη σημασία (η Κυβέρνηση προχωρά σε μείωση του ύψους του με τα νέα μέτρα) αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει και η πραγματοποίησή του ώστε να λειτουργήσουν οι σχετικοί πολλαπλασιαστές. Η Κυβέρνηση αντί να προχωρήσει σύμφωνα με αυτή την λογική , παρουσιάζει έναν χαμηλό , και μάλιστα μικρότερο του περυσινού, βαθμό υλοποίησης του ΠΔΕ στο δίμηνο Ιανουαρίου –Φεβρουαρίου ( δαπάνες 255 εκατομμύρια ευρώ, έναντι 793 εκατομμυρίων ευρώ ) γεγονός που δημιουργεί έντονο προβληματισμό για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
Συμπερασματικά , το Υπουργείο Οικονομικών  δείχνει αδυναμία εκπλήρωσης των στόχων που το ίδιο θέτει σχετικά με τα μεγέθη του ΤΠ. Όπως συνήθως χρησιμοποιεί τα μεγέθη του ΠΔΕ  κατά το δοκούν (όσο μπορεί) για να «κλείνει» τις τρύπες του ΤΠ δεδομένου ότι δεν μπορεί να αυξήσει τη συλλογή των εσόδων ( μέσω της μείωσης της φοροδιαφυγής και της επέκτασης της φορολογικής βάσης ) ή να συγκρατήσει τις δαπάνες.  Όμως αυτός  ο τρόπος  επιβαρύνει  τη διαδικασία μεγέθυνσης της οικονομίας και αυξάνει τα υφεσιακά φαινόμενα.

Πίνακας  6
Εκτέλεση Κρατικού Προϋπολογισμού 2011.(Ιανουάριος-Φεβρουάριος ).

2010
2011
2011





ΣΤΟΧΟΣ
ΕΚΤΕΛΕΣΗ
ΔΙΑΦΟΡΑ



(1)
(2)
(3)
(4)
(5)
(6)
ΕΣΟΔΑ
8878
8811
8554
-257


Τακτ.Πρ
8745
8810
7950
-860


ΠΔΕ
133
1
604
+603


ΔΑΠΑΝΕΣ
9822
9890
9578
-312


Πρωτ. Δαπ. ΤΠ
8158
8319
8464
+145


ΠΔΕ
793
850
255
-595


Τόκοι
871
721
859
+138


Πρωτογενές Έλλειμμα
73
358
165
-193


Καθαρό Έλλειμμα
944
1079
1024
-55

















ΠΗΓΗ: Υπουργείο Οικονομικών  , Πορεία Εκτέλεσης Κρατικού Προϋπολογισμού Αριθμός Δελτίου 2, Φεβρουάριος 2011.

 
Δημόσιο χρέος.
Το Ακαθάριστο Δημόσιο Χρέος σύμφωνα με το Μνημόνιο θα έφθανε στο133,0% του ΑΕΠ. Στην πραγματικότητα θα κλείσει στο 144,0%  . Το απόλυτο ύψος ανέρχεται σε 330.400 εκατ. Ευρώ. Αν σε αυτά προστεθούν τα 6,5 δις της δόσης του δανείου από ΕΕ/ΔΝΤ τα οποία καταβλήθηκαν το 2011 τότε το ΔΧ ανέρχεται σε 336.900 εκατ. ευρώ ή σε 146,8% του ΑΕΠ. Η αύξηση του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ οφείλεται : α) στο έλλειμμα της ΓΚ του 2010 (9,4% του ΑΕΠ) , β) στην ανάληψη των χρεών τν νοσοκομείων (2,3% του ΑΕΠ) , γ) στην χρηματοδότηση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (1,1% του ΑΕΠ), δ) στη μείωση του επιπέδου του ΑΕΠ (3,4 % του ΑΕΠ) και ε) σε εκτιμώμενο ταμειακό υπόλοιπο ύψους 1,1% του ΑΕΠ στις 31.12.2010. Παράλληλα η μείωση του ΑΕΠ , σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ , θα αυξήσει περαιτέρω το λόγο ΔΧ/ΑΕΠ.





Μέσω του Μνημονίου  είναι αδύνατον να επιλυθεί το πρόβλημα του ελληνικού δημοσίου χρέους.


Νομίζω ότι έχει φθάσει ο καιρός για να παραδεχτούν δημοσίως όλες οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου ότι μέσω του Μνημονίου  είναι αδύνατον να επιλυθεί το πρόβλημα του ελληνικού δημοσίου χρέους. Ένα χρέος που υπολογίζεται να αγγίξει τα 394 δις ευρώ , βάσει του Μνημονίου , δηλαδή περίπου στο 172,3% του ΑΕΠ, απλά δεν μπορεί να  διαχειριστεί σε μια οικονομία σε βαθειά ύφεση, υψηλή αβεβαιότητα για τη μελλοντική μεγέθυνση, έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και αδυναμία υποτίμησης του νομίσματος. Καμιά χώρα στη σημερινή  κατάσταση της Ελλάδας  δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε καταβολή τόκων ετησίως περίπου στο 8,0-8,5% του ΑΕΠ ,δηλαδή 18,5-19,5 δις ευρώ (Σύμφωνα με το Μνημόνιο)[7] . Καμιά χώρα δεν μπορεί να παράγει συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως 5,5-6,0% του ΑΕΠ ,δηλαδή 12,0-14,0 δις ευρώ για περίοδο 15 – 20 χρόνων , ενώ συγχρόνως να πραγματοποιεί ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ μεγαλύτερους από το επιτόκιο δανεισμού το οποίο στο ορατό μέλλον δεν μπορεί να είναι μικρότερο ,μεσοσταθμικά , από 3,8-4,5%, δηλαδή να αναπτύσσεται τα παραπάνω χρόνια με ρυθμούς πάνω από 5,0%. Είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος που γνωρίζει στοιχειώδη οικονομικά και μαθηματικά που δεν το καταλαβαίνει; Ας αφήσουμε στην άκρη για μια στιγμή , τα ιδιοτελή συμφέροντα και ας αναρριχηθούμε στη σφαίρα της καθαρού λέγειν και πράττειν ανιδιοτελώς.
Ας δούμε πιο συγκεκριμένα το πρόβλημα.
Η Ελλάδα (η Κεντρική Κυβέρνηση) το 2011 θα έχει (ανώτερο όριο) 394 δις ευρώ δημόσιο χρέος (Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του αναθεωρημένου μνημονίου που αναφέρονται από τη Τράπεζα της Ελλάδος, Ενδιάμεση έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική Φεβρουάριος 2011,  ) . Το 2012 το χρέος θα αυξηθεί περαιτέρω δεδομένου ότι η ελληνική οικονομία θα εξακολουθήσει να παράγει πρωτογενή ελλείμματα και το επιτόκιο δανεισμού θα είναι αρκετά υψηλότερο από το ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας (ο τελευταίος θα κυμανθεί σύμφωνα με το Μνημόνιο στο 1,1%). Ας υποθέσουμε ότι τίθεται στόχος για μείωση του δημοσίου χρέους στο 100,0% του ΑΕΠ μέχρι το 2020.  Αυτό σημαίνει ότι πρέπει σε δέκα έτη να μειωθεί το δημόσιο χρέος κατά 170 δις ευρώ. Κατά μέσο όρο ετησίως η Ελλάδα πρέπει να καταβάλλει 17,0 δις ευρώ για τη μείωση του δημοσίου χρέους . Θεωρούμε ότι το ύψος του δημοσίου χρέους δεν επιβαρύνεται περαιτέρω από τη σχέση του επιτοκίου δανεισμού και του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ ( παράτολμη θέση δεδομένου ότι είναι σχεδόν αδύνατον ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ να είναι υψηλότερος από το επιτόκιο δανεισμού της χώρας, μάλλον το αντίθετο είναι πιθανότερο να συμβεί). Επομένως η Ελλάδα θα πρέπει να καταβάλλει ετησίως περίπου 35,0 δις ευρώ για τόκους και απομείωση του δημοσίου χρέους . Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό ότι τα συνολικά  έσοδα του ελληνικού κράτους για το 2010 ανήλθαν στο ύψος των 54420 δις ευρώ ενώ προϋπολογίζονται για το 2011 σε 59442 δις ευρώ. Όποιο  και να είναι το ύψος των  εσόδων,  αυτό σε συνάρτηση και με τη μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν μπορεί να υπερβεί τα επόμενα έτη τα 65000 δις ευρώ .  Συνεπώς η Ελλάδα θα πρέπει να καταβάλλει περισσότερο από το μισό των εσόδων της για τόκους και απομείωση του ΑΕΠ. Νομίζω ότι είναι φανερή η αναποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης πρότασης.
  


Συναλλαγματική Ισοτιμία.

Η  Ονομαστική Σταθμισμένη ΣΙ μειώθηκε κατά 2,9 % έναντι πρόβλεψης αύξησης 0,5%. Η Πραγματική Σταθμισμένη ΣΙ μειώθηκε κατά 0,5% έναντι πρόβλεψης ανόδου κατά 1,6%.

Τα Συμπεράσματα είναι εύλογα όσον αφορά στις σημαντικότατες αποκλίσεις των τεθέντων στόχων . Εδώ εξετάζεται το Μνημόνιο μόνο ως προς τους ποσοτικούς στόχους των μακροοικονομικών μεγεθών που είχαν τεθεί.

Η   Χρηματοδότηση της Οικονομίας το 2010. Οι αναμενόμενες εξελίξεις στο 2011.
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της ΤτΕ [8]
Ο ετήσιος ρυθμός ανόδου της συνολικής χρηματοδότησης του εγχώριου ιδιωτικού τομέα σημείωσε οριακή περαιτέρω επιβράδυνση το Φεβρουάριο του 2011 και διαμορφώθηκε σε -0,3%, από -0,2% τον Ιανουάριο του 2011 και 0,0% το Δεκέμβριο του 2010. Συνολικά η χρηματοδότηση προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα παρουσίασε θετική καθαρή ροή 122 εκατ. ευρώ.
Χρηματοδότηση των επιχειρήσεων
Η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις παρουσίασε το Φεβρουάριο του 2011 θετική καθαρή ροή 278 εκατ. ευρώ (Φεβρουάριος 2010: θετική καθαρή ροή 458 εκατ. ευρώ) και ο ετήσιος ρυθμός της πιστωτικής επέκτασης διαμορφώθηκε σε 0,9% (Ιανουάριος 2011: 1,0%, Δεκέμβριος 2010: 1,1%).
Χρηματοδότηση των ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών και ατομικών επιχειρήσεων
Η καθαρή ροή των δανείων προς τους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις ήταν οριακά αρνητική κατά 16 εκατ. ευρώ τον επισκοπούμενο μήνα και ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των δανείων αυτών μειώθηκε σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα (Φεβρουάριος 2011: 0,0%, Ιανουάριος 2011: 0,2%).
Χρηματοδότηση των ιδιωτών και των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων
Αρνητική κατά 140 εκατ. ευρώ ήταν η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τους ιδιώτες και τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα το Φεβρουάριο του 2011, έναντι θετικής καθαρής ροής 117 εκατ. ευρώ το Φεβρουάριο του 2010. Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης προς τους ιδιώτες και τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα να σημειώσει μικρή περαιτέρω μείωση (Φεβρουάριος 2011: -1,6%, Ιανουάριος 2011: -1,4%, Δεκέμβριος 2010: -1,3%).
Η χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας προϋποθέτει θετικές προσδοκίες αναφορικά με τις επενδύσεις αλλά και την ροπή προς κατανάλωση. Είναι οι θετικές προσδοκίες που δημιουργούν τις προϋποθέσεις επένδυσης και όχι το αντίθετο όπως λανθασμένα διακηρύττουν οι οπαδοί της νεοκλασικής σχολής. Πως θα δημιουργηθούν θετικές προσδοκίες σε μια οικονομία σε βαθειά ύφεση που έχει ανάγκη λόγω των πολλαπλών προβλημάτων της γρήγορη μεγέθυνση ως μοναδική απάντηση στα πολλαπλά αυτά προβλήματα της ; Ποιός θα αποδεχτεί το ρόλο της λοκομοτίβας της μεγεθυντικής διαδικασίας στην ελληνική οικονομία ; Το σίγουρο είναι ότι το ρόλο δεν μπορεί να τον αναλάβει κανένας ιδιώτης επενδυτής. Άλλωστε, αν το ήθελε  θα τον είχε ήδη αναλάβει. 
Παράλληλα επιτέλους θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η χρηματοδότηση της οικονομίας περνάει ολοκληρωτικά , με τη σημερινή διάρθρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος , από το  τραπεζικό σύστημα.  Μεγέθυνση της οικονομίας χωρίς την ενεργή συμμετοχών των τραπεζών είναι αδύνατη.
Ο θεσμικός ρόλος των τραπεζών είναι να χρηματοδοτούν την οικονομία αλλά αυτόν τον θεσμικό ρόλο οι τράπεζες δεν μπορούν  να επιτελέσουν.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το  ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα ολόκληρη  την 10ετία του 2000 πρωτοστάτησαν (με το αζημίωτο) στην   χρηματοδότηση  των επιχειρήσεων  αλλά πρωτίστως στην κατανάλωση των νοικοκυριών.  Η συνολική χρηματοδότηση της οικονομίας  περνούσε μέσα από το τραπεζικό σύστημα.
Η 10ετία του 2000 της ραγδαίας μεγέθυνσης του ΑΕΠ  στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην συνεχή επεκτεινόμενη πιστωτική επέκταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. (Δες Πίνακα.7).

 
Πίνακας 7.
Καταθέσεις και Δάνεια προς τις εγχώριες επιχειρήσεις και νοικοκυριά από εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα.(σε εκατομμύρια ευρώ).
                          
                         

Επιχειρήσεις
Νοικοκυριά
Σύνολο
Καταθέσεις
Υπόλοιπα 31.12.2001
47679  /67,0%
23504 /33,0%
71183 / 100,0%
113823
Υπόλοιπα 31.12.2005
71283/52,0%
65698/48,0%
136981
154245
Υπόλοιπα 31.12.2010
139305/54,2%
117823/45,8%
257127
211470

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος.

Είναι σημαντικό να μεταφέρουμε στην παρούσα εργασία τι αναφέραμε σε άρθρο μας τον Ιούλιο του 2005[9]:
«Η ελληνική κοινωνία προσαρμόστηκε με γρήγορους ρυθμούς στη νέα πραγματικότητα η οποία αποτέλεσε τμήμα του «εκσυγχρονιστικού προγράμματος» των κυβερνήσεων Σημίτη. Ο δανεισμός των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων αλλά και του κράτους αποτελεί τον μοναδικό δείκτη της ελληνικής οικονομίας που ακολουθεί ακάθεκτη ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια. Αν για τις επιχειρήσεις και το ελληνικό δημόσιο η συμπεριφορά αυτή δεν αποτελεί καινοτομία , πρόκειται κυριολεκτικά για επανάσταση στη συμπεριφορά των νοικοκυριών.  Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 ,περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μετέθεσαν το κέντρο βάρους της πιστωτικής δραστηριότητας από τις επιχειρήσεις στα νοικοκυριά (λιανική τραπεζική), ο δανεισμός των τελευταίων  έγινε κανόνας ζωής ή  το όχημα    για την επίτευξη  ενός καλύτερου επιπέδου ζωής. Βεβαίως αυτό γίνεται προεξοφλώντας τα μελλοντικά εισοδήματα , τα οποία όμως είναι εντελώς αβέβαιο αν θα υπάρξουν στο μέλλον. Το γεγονός αυτό αποτελεί το βασικό πρόβλημα στην αλόγιστη επέκταση της πίστωσης.  Στην παραπάνω εξέλιξη καθοριστικά συνέβαλε η απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης ,στο πλαίσιο της ενοποίησης των αγορών χρήματος και κεφαλαίου των χωρών της Ε.Ε. Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύονται στο έπακρον τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα οποία βομβαρδίζουν στην κυριολεξία τα νοικοκυριά με συνεχώς «νέα» προϊόντα αποσκοπώντας σε μεγιστοποίηση των κερδών τους. Το 2000 κυκλοφορούσαν περίπου 70 πιστωτικές κάρτες στην ελληνική αγορά. Σήμερα κυκλοφορούν πάνω από 200.Το 2001 τα καταστήματα που δέχονταν να πληρωθούν μέσω πιστωτικών καρτών με δόσεις ήταν διακόσιες χιλιάδες. Σήμερα ξεπερνούν τις εξακόσιες πενήντα χιλιάδες. Από το 2000 έως το τέλος Δεκεμβρίου 2004 ο δανεισμός ,μέσω πιστωτικών καρτών, προσωπικών και καταναλωτικών δανείων έχει αυξηθεί κατά 545%, από 5511,4 σε 35563 εκατομμύρια ευρώ.(Τράπεζα της Ελλάδος : Έκθεση του Διοικητή ,2005) Αν σ’ αυτά προστεθούν και 33127,0 εκατομμύρια ευρώ οφειλές από στεγαστικά δάνεια ,ο συνολικός δανεισμός των ελληνικών νοικοκυριών φθάνει στο ύψος των 69 εκατομμυρίων ευρώ. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 τα χρέη των νοικοκυριών αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό 33,2%. Το συνολικό χρέος ανά νοικοκυριό σημείωσε ταχεία αύξηση τα τελευταία χρόνια και από 3360 ευρώ το 1999 (13,5% του διαθεσίμου εισοδήματος ) έφθασε στα 12750 ευρώ το 2004(44,4%του διαθεσίμου εισοδήματος). Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ (Γενική Διεύθυνση Καταναλωτή),η Ελλάδα αντιμετωπίζει την τρίτη υψηλότερη υπερχρέωση νοικοκυριών. Το 24% των Ελλήνων δηλώνει υπερχρεωμένο έναντι του 16% ,κατά μέσο όρο των χωρών της ΕΕ –15. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως ποσοστό του ΑΕΠ το χρέος των νοικοκυριών στην Ελλάδα ήταν στο τέλος του 2004 το 31,8% ,έναντι 55,3% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο στην ΕΕ-15.  Το τελευταίο αυτό στοιχείο χρησιμοποιείται από τις εμπορικές τράπεζες ως επιχείρημα υπέρ της περαιτέρω αύξησης του τραπεζικού δανεισμού των ελληνικών νοικοκυριών. Θα πρέπει λοιπόν να σημειωθεί ότι το συνολικό ποσοστό δανεισμού ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν αντανακλά την αλήθεια αν δεν συμπεριληφθεί η κατανομή των εισοδηματικών μεριδίων αυτών που δανείζονται. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στην Ευρώπη ο δανεισμός καλύπτει όλα τα εισοδηματικά κλιμάκια σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου κατά βάση δανείζονται τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια.
Η χρηματοοικονομική κατάσταση ενός νοικοκυριού δεν μπορεί να αξιολογηθεί με την χρήση συνολικών στατιστικών στοιχείων. Μόνο στοιχεία σε επίπεδο νοικοκυριού μπορούν να μας αποκαλύψουν την χρηματοπιστωτική πίεση που πραγματικά υφίσταται. Ειδικότερα μπορούν να δείξουν των αριθμό των νοικοκυριών που αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους. Σύμφωνα  με τα αποτελέσματα δειγματοληπτικής έρευνας της Τραπέζης της Ελλάδος[10]  το 51,6% των νοικοκυριών που απάντησαν στην έρευνα, δεν έχουν κανένα είδος δανείου από το τραπεζικό σύστημα. Το υπόλοιπο 48,4% έχει οφειλές προς τις Τράπεζες που ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 14.850 ευρώ. Αυτό αντιστοιχεί σε μέσο υπόλοιπο 7.200 ευρώ για το σύνολο του  πληθυσμού του δείγματος. Η πλέον διαδεδομένη μορφή δανεισμού είναι μέσω των πιστωτικών καρτών , καθώς το 53,1% των νοικοκυριών έχει δανειστεί με τον τρόπο αυτό ,με μέσο υπόλοιπο 1702 ευρώ.
Η δεύτερη πλέον διαδεδομένη μορφή δανεισμού είναι τα στεγαστικά δάνεια, το 37,2% των νοικοκυριών έχουν λάβει κάποιας μορφής στεγαστικό δάνειο , με μέσο υπόλοιπο  29.557 ευρώ. Ακολουθούν τα καταναλωτικά και προσωπικά δάνεια , 29,4% των νοικοκυριών με μέσο υπόλοιπο 2.979 ευρώ και τα δάνεια για αγορά αυτοκινήτου , 20,9 % των νοικοκυριών με μέσο υπόλοιπο 5815 ευρώ. Η κατανομή του χρέους ανά εισοδηματικά μερίδια δείχνει ότι : το 23,6% των νοικοκυριών με ετήσιο εισόδημα μέχρι 7500 ευρώ έχει κάποια χρέος ,το ποσοστό φθάνει στο 39,5 για τα νοικοκυριά του δεύτερου εισοδηματικού κλιμακίου , από 7500-15000 ευρώ, ανέρχεται  σε 61,1% για τα νοικοκυριά του τρίτου εισοδηματικού κλιμακίου , 15000-30000 ευρώ, και αυξάνει περαιτέρω για τα εισοδήματα πάνω από 30000 ευρώ στο76,5%. Η θετική συσχέτιση που παρουσιάζουν τα ευρήματα της έρευνας , είναι σύμφωνα με την οικονομική λογική ,αλλά δεν θα πρέπει να μας παραπλανήσουν διότι σε απόλυτους αριθμούς τα ελληνικά νοικοκυριά ανήκουν στις δύο πρώτες κατηγορίες των εισοδηματικών κλιμακίων.
Σημαντικό στοιχείο της έρευνας είναι η ανάλυση του λόγου εξυπηρέτησης χρέους των νοικοκυριών[11]: έτσι  για τα μισά νοικοκυριά του δείγματος η μηνιαία δόση εξυπηρέτησης του χρέους απορροφά το 17% του μηνιαίου εισοδήματος.  Για το 77,4% των νοικοκυριών το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι κάτω από το 1/3 του μηνιαίου εισοδήματος των. Όμως για το 10% των νοικοκυριών το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους είναι πάνω από το μισό του εισοδήματός τους και για το 2,6% των νοικοκυριών το κόστος εξυπηρέτησης είναι πάνω από το μηνιαίο εισόδημά τους. 
Σήμερα σημαντικός αριθμός των νοικοκυριών δανείζονται για να αγοράσουν σπίτια, να αποκτήσουν καλύτερα αυτοκίνητα , να προμηθεύονται διάφορα άλλα καταναλωτικά αγαθά όπως διακοπές και ταξίδια στο εξωτερικό , αναζητώντας στην παραμυθία του δανεισμού την ψευδαίσθηση μιας ανύπαρκτης ευμάρειας.  Παράλληλα όλο και μεγαλύτερος αριθμός νοικοκυριών δανείζονται για να καλύψουν βασικές τους ανάγκες δεδομένου ότι αδυνατούν να ανταποκριθούν σ’ αυτό μόνο με το διαθέσιμο εισόδημα τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας)  χρεωμένο με δάνεια που χρησιμοποιήθηκαν για την προμήθεια καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών είναι το 45,28% των μη-φτωχών Ελλήνων και το 4,14% των φτωχών Ελλήνων.[12] Στην Ελλάδα υπάρχει  το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό φτώχειας ,20,0% στην Ευρώπη. Πρώτη κατατάσσεται, η κατά τα άλλα ευημερούσα, Ιρλανδία με 21,0%. Το 15,68% δεν έχει δανειοληψίες με το χρηματοπιστωτικό σύστημα διότι απλούστατα δεν έχει πιστοληπτική ικανότητα λόγω χαμηλών εισοδημάτων για κάτι τέτοιο .Το 6,0% των δανειζομένων Ελλήνων αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις ληξιπρόθεσμες τραπεζικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να οδηγείται σε πλειστηριασμό της περιουσίας του. Το ποσοστό αυτό παρουσιάζει  συνεχώς αυξητικό ρυθμό. Αυτή η ραγδαία αυξανόμενη προεξόφληση μελλοντικών εισοδημάτων ,τα οποία όπως προείπαμε είναι αβέβαια , δημιουργούν μεγάλους κινδύνους για το μέλλον. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η οικονομική ευημερία ενός νοικοκυριού, μιας χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται στα γυάλινα πόδια ενός συνεχώς διευρυνόμενου δανεισμού. Οι σειρήνες της καταναλωτικής κοινωνίας , πάντοτε θα ηχούν διαφημίζοντας κάθε λογής επίγειους παραδείσους. Στα χέρια μιας ευνομούμενης και δημοκρατικής πολιτείας υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα να καθορίσει εκείνους τους κανόνες του παιχνιδιού που θα αποτρέπουν την χειραγώγηση των πολιτών από κάθε τέτοιας λογής κελεύσματα».
Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε με εντονότερους  ρυθμούς για όλη την περίοδο μέχρι και το 2009.


Από το τέλος του 2009 αλλά κυρίως από το  2010 και το 2011 λόγω της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας των τραπεζών να δανεισθούν από τις χρηματοπιστωτικές  αγορές,  οι ελληνικές τράπεζες είναι σχεδόν απούσες από την στήριξη της πραγματικής οικονομίας αλλά και της σημαντικής χρηματοδότησης της υπέρμετρης ιδιωτικής αλλά και δημόσιας  καταναλωτικής δαπάνης .


Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τραπέζης της Ελλάδος [13]η κατάσταση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού περιγράφεται ως ακολούθως :
«Την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου  2010 παρατηρήθηκε εκ νέου υποχώρηση της κερδοφορίας και της αποδοτικότητας των ελληνικών εμπορικών τραπεζών και ομίλων, επιδείνωση στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και σημαντική πίεση στη ρευστότητά τους. Αντίθετα, σε σχετικά υψηλό επίπεδο παρέμεινε η κεφαλαιακή τους επάρκεια, αν και μειώθηκε ελαφρά σε σύγκριση με το τέλος του 2009.
Η σημαντική επιδείνωση ―λόγω του αντίξοου μακροοικονομικού περιβάλλοντος― της χρηματοοικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών αναπόφευκτα επηρέασε δυσμενώς την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών.
Αύξηση παρατηρήθηκε στο λόγο των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων (Σεπτέμβριος 2010: 10%, Δεκέμβριος 2009: 7,7% ), και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό σε σύγκριση με το τέλος του α’ εξαμήνου 2010.
Ιδιαίτερες πιέσεις δέχθηκε η ρευστότητα, καθώς κατά την υπό εξέταση περίοδο οι ελληνικές τράπεζες ήταν αποκλεισμένες από τις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων.
 Η εξέλιξη αυτή ήταν συνέπεια των συνεχών υποβαθμίσεων της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδος, που αναπόφευκτα συμπαρέσυραν και τις αξιολογήσεις των τραπεζών. Την ίδια περίοδο, επιπρόσθετες πιέσεις στη ρευστότητα άσκησε η σταδιακή εκροή καταθέσεων, η οποία μάλιστα συνεχίστηκε μέχρι και τα τέλη του 2010 αλλά και τους πρώτους μήνες του 2011.
Ικανοποιητική παραμένει η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών και των
ομίλων τους, η οποία εμφάνισε μάλιστα μικρή βελτίωση έναντι του πρώτου εξαμήνου του 2010 και οριακή μόνο μείωση σε σύγκριση με το τέλος του 2009 . Στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2010, ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας (ΔΚΕ) και ο Δείκτης Βασικών Κεφαλαίων (ΔΒΚ) διαμορφώθηκαν για τις τράπεζες σε 12,8% και 11,2% αντίστοιχα, ενώ για τους τραπεζικούς ομίλους σε 11,4% και 10,1% αντίστοιχα».


Η απλή απεικόνιση της κατάστασης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος δεν δείχνει σε ποιους παράγοντες και σε ποια συγκεκριμένα μέτρα οφείλεται  αυτή την απεικόνιση.  Συγκεκριμένα μπορούν να ειπωθούν τα ακόλουθα   :

Σχετικά με την Φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος και την συμφωνία με τους εποπτικούς σκοπούς της Βασιλείας ΙΙ το τραπεζικό σύστημα έχει δεχθεί ενισχύσεις από το Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3723/2008 για την κεφαλαιακή του επάρκεια ποσού ύψους 3.768.585.000 ευρώ μέσω της αγοράς προνομιούχων μετοχών (Δες Πίνακα 8).



Πίνακας 8
Ενισχύσεις της Κεφαλαιακής Επάρκειας των Ελληνικών Τραπεζών από το Ελληνικό Δημόσιο.

Πιστωτικό Ίδρυμα
Προνομιούχες Μετοχές (ευρώ).
Ως % των Ιδίων Κεφαλαίων.
Τράπεζα Πειραιώς
370000000
18,74
Attica Bank
100200000
18,70
ΑΤΕ
675000000
37,40
Alpha Bank
940000000
21,21
Proton Bank
80000000
22,10
Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο
224960000

EFG Eurobank
950125000
18,60
ΕΤΕ
350000000
10,32
FBB
50000000

Πανελλήνια Τράπεζα
28300000


  Πηγή: Κρατικός Προϋπολογισμός  2011– Εισηγητική Έκθεση. Ετήσιες Οικονομικές Εκθέσεις των Εμπορικών Τραπεζών . Υπολογισμοί του Συγγραφέα. 


Σύμφωνα με το τρέχον νομικό και εποπτικό πλαίσιο, οι εκδοθείσες προνομιακές  μετοχές περιλαμβάνονται για εποπτικούς σκοπούς στα Tier I κεφάλαια. Επομένως τα κεφάλαια αυτά συνέβαλαν στην ενδυνάμωση της κεφαλαιακής επάρκειας του τραπεζικού συστήματος[14] της χώρας και μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ουσιαστικά στη διάσωση του. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ελληνικό δημόσιο επέλεξε να μην εμπλακεί στη διοίκηση των τραπεζών , κάτι που θα μπορούσε να πράξει νομοθετώντας  στη θέση  των προνομιούχων αγορών να αποκτήσει   κοινές μετοχές

 Σχετικά με τη ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος  θα πρέπει να ειπωθεί ότι αυτή στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά  , τα τελευταία δύο έτη, στη βοήθεια του ελληνικού δημοσίου και στην αλλαγή που επιβλήθηκε από ανάγκη στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ με την χρησιμοποίηση των λεγόμενων «μη συμβατικών μέσων άσκησης της νομισματικής πολιτικής».[15] 

Είναι γνωστό ότι το Ελληνικό δημόσιο εκτός από την αγορά προνομιούχων μετοχών,:

α)  έχει εκδώσει τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου διάρκειας έως τρία έτη μέχρι συνολικού ύψους 8 δισεκατομμυρίων ευρώ και να τους διαθέτει απευθείας στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, και εφόσον καλύπτουν το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που θέτει η Τράπεζα της Ελλάδος, έναντι σχετικής προμήθειας που καταβάλλουν τα εν λόγω ιδρύματα και επαρκών, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, εξασφαλίσεων. Για τη διάθεση των τίτλων συνάπτονται διμερείς συμβάσεις, στη λήξη των οποίων οι τίτλοι επιστρέφονται και ακυρώνονται. Η διαδικασία διενέργειας της διάθεσης των τίτλων και οι όροι έκδοσης καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.


β)  έχει χορηγήσει  εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, μέχρι του συνολικού ποσού των 15 δισεκατομμυρίων ευρώ, προς τα πιστωτικά ιδρύματα (Ν.3723/2008) , ακόμα 15 δις ευρώ εγγύηση (Άρθρο 4/Ν.3845/Μάιος 2010) και επιπλέον 25 δις ευρώ (άρθρο 7/Ν.3872/ Σεπτέμβριος 2010) . Επίσης έλαβε απόφαση κατά τη διάρκεια του Υπουργικού Συμβουλίου ( 23.03.2011) για χορήγηση νέων εγγυήσεων ύψους 30 δις ευρώ. Συνολικά το ύψος των εγγυήσεων του ελληνικού δημοσίου προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μετά την νέα  προγραμματισμένη αύξηση ,  ανέρχεται σε 85 δις ευρώ. Στον Πίνακα  9 αναφέρονται ανά τράπεζα οι συγκεκριμένες ενισχύσεις.[16]

Πίνακας 9
Ενισχύσεις Ελληνικών Τραπεζών σύμφωνα με τον Ν3723/2008 .
Τράπεζες
Β’ Πυλώνας
Γ’ Πυλώνας
Εθνική
0,787
12,873
Alfa
1,600
09,500
Eurobank
1,737
13,600
Πειραιώς
1,300
08,200
Αγροτική
0,684

ΤΤ


Attica


Proton


Πηγή : Οικονομικές Καταστάσεις των Τραπεζών για την περίοδο 01.01.2010 – 31.12.2010.



Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία τα ποσά που  έχουν δανεισθεί  οι ελληνικές τράπεζες από την ΕΚΤ(παρεχόμενη ρευστότητα εντός του 2010) ανέρχονται σε 97,5 δις ευρώ και έναντι αυτών είχαν καταθέσει  ενέχυρα ύψους  162 δις ευρώ.[17]. Στον Πίνακα  10 εμφανίζεται ο δανεισμός ανά τράπεζα[18]

Πίνακας 10
Ρευστότητα από ΕΚΤ. Ποσά σε δις ευρώ

Τράπεζες
31.12.2010
Φεβρουάριος  2011
Εθνική
23,0
18,6
Alfa
14,2
13,6
Eurobank
20,3
20,0
Πειραιώς
14,0
17,2
Αγροτική
7,9
-
ΤΤ
2,5
-
Proton
1,2
-
Κύπρου
2,8
2,8
Marfin
7,5
7,0
Λοιπές
4,1
-
Σύνολο
97,5


 Πηγή : Οικονομικές Καταστάσεις των Τραπεζών για την περίοδο 01.01.2010 – 31.12.2010.



Ο δανεισμός εντός του 2010,  του συνόλου των Ελληνικών Τραπεζών αυξήθηκε κατά 131,2%. Η αύξηση του δανεισμού των Ελληνικών Τραπεζών  από την ΕΚΤ στη χρήση 2010 αντικατοπτρίζει την επιδείνωση της ελληνικής αγοράς ρευστότητας, που οφείλεται στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής  διαβαθμίσεως του Ελληνικού Δημοσίου.
 Εκτός από την χρησιμοποίηση των χρεογράφων του δημοσίου με σκοπό την απόκτηση ρευστότητας το ελληνικό τραπεζικό σύστημα  προκειμένου να αντεπεξέλθει στο δυσμενές περιβάλλον, αναδόμησε  τις  ήδη υπάρχουσες  τιτλοποιήσεις  του , εξέδωσε απευθείας καλυμμένες ομολογίες και τιτλοποίησε μεγαλύτερο μέρος του δανειακού χαρτοφυλακίου του. Ενώ οι τιτλοποήσεις στοιχείων του ενεργητικού είναι γνωστές ως χρηματοοικονομικό εργαλείο και έχουν χρησιμοποιηθεί σχεδόν από το σύνολο του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ως μέσον απόκτησης ρευστότητας το τελευταίο χρηματοπιστωτικό εργαλείο που έχει αρχίσει και χρησιμοποιείται ευρέως από τις ελληνικές τράπεζες είναι οι καλυμμένες ομολογίες[19].  
Οι ελληνικές τράπεζες στο σημείο αυτό φαίνεται να ακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις , όπου η αυξανόμενη χρήση καλυμμένων ομολογιών για τη χρηματοδότηση των τραπεζών είναι μια  τάση στη σημερινή συγκυρία  που αναμένεται να συνεχιστεί,  καθώς σε αυτό συμβάλλουν τόσο η αποστροφή των επενδυτών απέναντι στο ρίσκο που παρατηρείται αυτήν την εποχή όσο και ρυθμιστικοί λόγοι.[20] Παρ' όλα αυτά, η Fitch δεν θεωρεί ότι η υπερβολική εξάρτηση από τις καλυμμένες ομολογίες αποτελεί παράγοντα κινδύνου για όλους τους τραπεζικούς ομίλους. Αυτό βεβαίως δεν μπορεί κανείς να το αποδεχθεί εύκολα με δεδομένη την ιστορική εμπειρία των σύγχρονων χρηματοπιστωτικών κρίσεων των αναπτυγμένων χωρών[21]. Σύμφωνα με όσα ο διεθνής οίκος αξιολόγησης επισημαίνει, αν και ένας μικρός αριθμός χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κάνει ήδη σημαντική χρήση αυτού του τρόπου χρηματοδότησης, η ανάπτυξη του συγκεκριμένου τρόπου χρηματοδότησης αναμένεται να προέλθει από νέες αγορές ή από εκδότες που σήμερα έχουν μικρό όγκο καλυμμένων ομολογιών σε κυκλοφορία. Σύμφωνα με έρευνα που έκανε η Fitch, για καλυμμένες ομολογίας αξίας περίπου 2,3 τρισ. ευρώ, ο συγκεκριμένος τύπος χρέους αντιπροσώπευε κατά μέσον όρο το 12,2% του ισολογισμού του ομίλου-εκδότη.[22]
Στην Ελλάδα έχουν προχωρήσει στην έκδοση καλυμμένων ομολόγων  τουλάχιστον οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες : Εθνική (25,0δις ευρώ)  Alpha Bank, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς.
Με την χρησιμοποίηση  όλων αυτών των μηχανισμών οι ελληνικές τράπεζες έχουν σήμερα αποκτήσει από την ΕΚΤ ρευστότητα που αγγίζει το ύψος των 98,0 δις ευρώ.
 Η εξάρτηση επομένως από την ΕΚΤ είναι σχεδόν απόλυτη.
Συγχρόνως οι καταθέσεις μειώθηκαν στα 204 δις ευρώ και όλες οι ενδείξεις ότι η πτωτική τάση θα συνεχισθεί το 2011 έστω και με επιβραδυνόμενους ρυθμούς. Οι τράπεζες έχουν χάσει 34 δις ευρώ καταθέσεις από τις αρχές του 2010 που αποτελεί ρεκόρ όλων των εποχών για το τραπεζικό σύστημα.
 
Οι προβλέψεις των ελληνικών τραπεζών το 2010 για τα δάνεια σε καθυστέρηση   ανήλθαν σε πολύ υψηλά επίπεδα και συγκεκριμένα στο ύψος των 7,2 δις ευρώ σύμφωνα με τα στοιχεία που  παρουσιάζονται στον Πίνακα …..Τα Δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών βάσει ΔΠΧΑ7 (NPLs), διαμορφώθηκαν στο 10,8% έναντι 7,7% το 2009. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες παραδοχές ο δείκτης αυτός θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ του 3,0% -4,0% , σε κανονικές καταστάσεις. 

Πίνακας  11.                          
Προβλέψεις για επισφαλή δάνεια των Ελληνικών Τραπεζών . Έτος 2010. Σε δις ευρώ
Τραπεζικά Ιδρύματα
 Ποσά
Εθνική
1,365
Alpha bank
0,884
Eurobank
1,362
Πειραιώς
0,601
Κύπρου
0,375
Marfin P B
0,266
Emporiki
1,021
ATE Bank
0,604
Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο
0,054
Geniki bank
0,415
Λοιπές
0.302
Σύνολο
7,200
 Πηγή : Οικονομικές Καταστάσεις των Τραπεζών για την περίοδο 01.01.2010 – 31.12.2010.

Οι ελληνικές  τράπεζες τα δύο τελευταία χρόνια 2009-2010 έχουν προβεί σε προβλέψεις για επισφαλή δάνεια ύψους 12,5 δις ευρώ.  
Για το 2011 οι εκτιμήσεις κάνουν λόγω για σταθεροποίηση των προβλέψεων αλλά όπως είναι αναμενόμενο αφού η πιστωτική επέκταση δεν προβλέπεται να αυξηθεί  δείκτης NPLs θα αυξηθεί ίσως στο 13,5%. Αν επιβεβαιωθεί η εκτίμηση αυτή , τότε το 2011 θα έχουμε αύξηση των μη εξυπηρετούμενων   δανείων με αποτέλεσμα  τα συνολικά δάνεια αυτής της κατηγορίας να ανέλθουν στο ύψος των  34 δις ευρώ.
Οι Ζημίες που  εμφάνισαν οι ελληνικές τράπεζες στην χρήση 2010 ανήλθαν στο ύψος των  717 εκατομμυρίων  ευρώ σε σχέση με τα 1,24 δις ευρώ που ήταν τα κέρδη του κλάδου το 2009.
 Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι βασικοί λόγοι ς για τις ζημίες είναι:
1)Η  αύξηση των προβλέψεων για  τα μη εξυπηρετούμενα  δάνεια. Όπως έχουμε αναφέρει  στα τελευταία δύο χρόνια οι  προβλέψεις ανήλθαν σε  12,5  δις ευρώ.
 
2)Η σημαντική μείωση των εσόδων  από χρηματοοικονομικές πράξεις

3)Η μείωση  των περιφερειακών δραστηριοτήτων των τραπεζών στον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων.

4) Η μείωση της πιστωτικής επέκτασης.

Πίνακας 12.
Τα  Αποτελέσματα  των Ελληνικών  Τραπεζών ΓΙΑ  το έτος 2010.
Ποσά σε εκατομμύρια  ευρώ
Τράπεζες
2009
2010
Διαφορά
Εθνική23/3
923
406
-56%
Alpha16/3
249,8
85,6
-75,5%
Eurobank24/2
305
68
-77,7%
Πειραιώς24/3
202
-20
-
Κύπρου28/2
313
306
-2%
Μarfin28/2
186,7
87,1
-50%
ATE30/3
-451,7
-438,1
-
TT30/3
22,64
-32,93
-
Emporiki11/2
-582,6
-873,5
-
Ελλάδος14/3
228,1
190,45
-16,5%
Geniki15/2
-109,5
-415,2
-
Proton30/3
13,4
-9,71
-
TBank30/3
-61,8
-71,3
-
Σύνολο
1.240
-717
-
Πηγή : Οικονομικές Καταστάσεις των Τραπεζών για την περίοδο 01.01.2010 – 31.12.2010.

Με βάση  όσα έχουμε αναφέρει  παραπάνω και τα οποία μπορούν συνοπτικά να κωδικοποιηθούν ως εξής :
1)      Η πολύ δύσκολη  κατάσταση της οικονομίας που προφανώς θα είναι περισσότερο  δύσκολη για το 2011 και συνεχώς θα  χειροτερεύει .
2)      Το φάντασμα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους
3)      Η σχεδόν απόλυτη  εξάρτηση των τραπεζών από την ΕΚΤ η οποία θα διαρκέσει για πολύ.
4)      Ο  κίνδυνος επισφαλειών ο οποίος θα ενταθεί και θα επιδράσει στον  επιχειρηματικό περιβάλλον  πιο έντονα τους επόμενους μήνες .

οι τράπεζες δεν πρόκειται να προχωρήσουν σε αλλαγή της πιστωτικής τους πολιτικής τουλάχιστο μέχρι το 2013, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αν κάτι αλλάξει δραματικά οι τράπεζες δεν μπορεί να  επανακαθορίσουν τη στρατηγική χρηματοδότησης της οικονομίας.  
Άρα νωρίτερα από το 2013 δεν θα μπορέσει να υπάρξει αύξηση της χρηματοδότησης της ελληνικής  οικονομίας.
Η εξέλιξη αυτή είναι άκρως σημαντική καθώς χωρίς ανάπτυξη η ελληνική οικονομία, δεν μπορεί να βρει τον βηματισμό της.
Είναι δύσκολο η οικονομία  να μεγεθυνθεί χωρίς την τραπεζική  χρηματοδότηση και οι τράπεζες να προχωρήσουν σε χρηματοδοτήσεις αν δεν αρχίσει η μεγέθυνση της οικονομίας. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται  αντιμέτωπη με έναν φαύλο κύκλο.
Παράλληλα η  μη χορήγηση δανείων εκ μέρους των  τραπεζών  μειώνει  και τις καταθέσεις.  Η μείωση των καταθέσεων συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την έλλειψη ρευστότητας νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την υπάρχουσα μεγάλη ύφεση της οικονομίας.
Με βάση τις παραμέτρους αυτές οι καταθέσεις θα μπορούσαν να μειωθούν ακόμα περισσότερο (ίσως και  στα 180 δις ευρώ) τα επόμενα 2 χρόνια με βάση συντηρητική εκτίμηση και με επιβραδυνόμενο ρυθμό λόγω της έλλειψης ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.










[1] Κανείς θεσμικός παράγοντας ή ινστιτούτο ή δεξαμενή σκέψης ή πολυμερής οργανισμός ή τραπεζικός οργανισμός δεν πρόβλεψε σωστά.
Αξίζει να αναφέρουμε τις προβλέψεις  διαφόρων θεσμικών παραγόντων που είχαν κάνει αμέσως μετά την υπογραφή του Μνημονίου.
Το Μνημόνιο προέβλεπε 230.800 εκατ. ευρώ. 
 Η Alpha Bank προέβλεπε 239.300 εκατ. ευρώ. Ο Economist προέβλεπε  232.600 εκατ. Ευρώ.







[2] Σε ημερίδα που διοργάνωσε το υπουργείο Οικονομικών για το Μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής της περιόδου 2012 – 2014.
[3]  Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων . 31 Μαρτίου 2011.
[4] Οι δραματικές αλλαγές στην αγορά εργασίας απεικονίζονται στα στατιστικά στοιχεία του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας (ΣΕΠΕ) την εξέλιξη των συμβάσεων εργασίας για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2011.
[5] Υπουργείου Οικονομικών ,Πορεία εκτέλεσης προϋπολογισμού 2011 ,Νο 2 Φεβρουάριος 2011
[6] Πορεία Εκτέλεσης Κρατικού Προϋπολογισμού Αριθμός Δελτίου 2, Φεβρουάριος 2011.
[7] Δες : Κ. Μελάς – Ν. Μπινιάρης , Δημόσιο χρέος: αθέτηση πληρωμών, αναδιάρθρωση ή τι άλλο. www.monthlyreview.gr/antilogos/greek. Τεύχος Νο 69.
[8] Τράπεζα της Ελλάδος ,Τραπεζική χρηματοδότηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα: Φεβρουάριος 2011, 30/03/2011 .

[9] Κ. Μελάς,  Η τυραννία του  χρηματοπιστωτικού συστήματος  και ο δανεισμός  των ελληνικών νοικοκυριών. MR.gr 30.07.2005


[10] Το χρέος των ελληνικών νοικοκυριών, Οικονομικό Δελτίο Τεύχος 25, Αύγουστος 2005, Τράπεζα της Ελλάδος.
[11] Ο λόγος του  μέρους του μηνιαίου εισοδήματος που καταβάλλεται για την αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων προς το μηνιαίο εισόδημα του νοικοκυριού ή του ατόμου
[12] Το ποσοστό των πολιτών στα όρια της φτώχειας ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων (επί του συνόλου του πληθυσμού) των οποίων το χρηματικό εισόδημα (αφού ληφθούν υπόψη οι κοινωνικές μεταβιβάσεις) βρίσκεται κάτω από τη «γραμμή της φτώχειας», δηλαδή το 60% της διαμέσου της κατανομής ολόκληρου του πληθυσμού.


[13] Τράπεζα της Ελλάδος , Νομισματική Πολιτική 2010-2011. Φεβρουάριος 2011.
[14] Συγκεκριμένα για την EFG Eurobank τα κεφάλαια Tier I , το τέλος του 2010 δεν θα ήταν 5,1 δις ευρώ αλλά 4,14 δις ευρώ μετά την αφαίρεση των 0,951 δις ευρώ που αφορούν στη κρατική βοήθεια . Δεδομένου ότι το σταθμισμένο έναντι κινδύνων ενεργητικό του Ομίλου ανήλθε στα €48 δις  ο δείκτης Tier I θα  διαμορφωνόταν  σε  8,6% και όχι σε 10,6% (2009: 11,2% ) όπως διαμορφώθηκε. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στις υπόλοιπες τράπεζες.


[15] Ως αποτέλεσμα, όλες οι Ελληνικές τράπεζες χρηματοδοτούνται μέσω των εβδομαδιαίων δημοπρασιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
[16] Μόνο τα εκδοθέντα ομόλογα του Β’ Πυλώνα ύψους 8,0 δις ευρώ επιβαρύνουν το Ελληνικό ΔΧ .Τα υπόλοιπα αποτελούν εγγυήσεις και ως τέτοιες θα συνυπολογιστούν στο ΔΧ αν καταπέσουν εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.  
[17] Οι εγγυήσεις που έχουν κατατεθεί στην  ΕΚΤ ώστε να παράσχει ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες αντιστοιχούν : Ομόλογα Ελλάδος  52 δις ευρώ ,Εγγυήσεις Δημοσίου 50 δις ευρώ, Ομόλογα Τραπεζών 6 δις ευρώ, Τιτλοποιήσεις  διαφόρων  δάνεια 35 δις ευρώ, Ομόλογα τρίτων χωρών 4,5 δις ευρώ και Λοιπά στοιχεία 10 δις ευρώ

[18] Τα στοιχεία αφορούν στις συγκεκριμένες ημερομηνίες . Θα πρέπει να ειπωθεί ότι τα στοιχεία αυτά μεταβάλλονται συνεχώς και γίνονται γνωστά με καθυστέρηση και σύμφωνα με εκτιμήσεις.   
[19] Δες: ΠΔ/ΤΕ αριθμός 2620/28.8.2009 όπου γίνεται η κωδικοποίηση της ΠΔ/ΤΕ 2598/2.11.2007 με θέμα: «Πλαίσιο εποπτείας καλυμμένων ομολογιών που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα». Οι καλυμμένες ομολογίες (covered bonds) είναι ομολογιακοί τίτλοι, οι οποίοι παρέχουν στους επενδυτές μία πρόσθετη εξασφάλιση επί ενός σαφώς διαχωρισμένου, από τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος, χαρτοφυλακίου υψηλής ποιότητας απαιτήσεων. Το εν λόγω χαρτοφυλάκιο, το οποίο αποτελεί το κάλυμμα της έκδοσης, απαρτίζεται κυρίως από ενυπόθηκα δάνεια και κρατικά ομόλογα. Η αξιοπιστία των συγκεκριμένων τίτλων πηγάζει, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι η έκδοση του ομολόγου δεν συνεπάγεται την απαλοιφή του από τα στοιχεία ενεργητικού, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των τιτλοποιηθέντων δανείων, που παύουν να εμφανίζονται στο χαρτοφυλάκιο της τράπεζας μετά την έκδοσή τους. Χαρακτηριστικό  είναι το γεγονός ότι,  ο αντισυμβαλλόμενος / αγοραστής του τίτλου είναι αυξημένης πιστοληπτικής ικανότητας, όπως:
- Κεντρικές κυβερνήσεις ή περιφερειακές κυβερνήσεις κράτους-μέλους της Ε.Ε.
- Διεθνείς οργανισμοί.
- Πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕΥ, τα ανοίγματα των οποίων έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση πρώτης βαθμίδας.
- Δημόσιες επιχειρήσεις ή οργανισμοί κράτους-μέλους της Ε.Ε.
- Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος στην οργανωμένη αγορά.
Όπως ορίζεται στη σχετική πράξη, προκειμένου το πιστωτικό ίδρυμα να προβεί στην έκδοση καλυμμένων ομολογιών, θα πρέπει να διαθέτει δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 9% κατ’ ελάχιστο και το ύψος των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση να ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 500 εκατ. ευρώ. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα μπορούν να εκδίδουν καλυμμένες ομολογίες διαθέτοντας ως κάλυψη τίτλους ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων ή δανείων με υποθήκη επί εμπορικών ακινήτων, πλοίων και κρατικών χρεογράφων, καθώς και παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Στις περιπτώσεις που το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιείται για την κάλυψη υπερβαίνει το 20% των διαθεσίμων στοιχείων ενεργητικού της εκδότριας ή της εγγυήτριας τράπεζας, η ΤτΕ θα μπορεί να επιβάλλει πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η ονομαστική αξία των εκδιδόμενων καλυμμένων ομολογιών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 95% της αξίας του ενεργητικού που αποτελούν το κάλυμμα.
[20] Fitch Ratings,  "Banks' Use Of Covered Bond Funding on the Rise", 2011.
[21] Δες για τα ζητήματα αυτά: Κ. Μελάς, Σύγχρονες κρίσεις του Χρηματοπιστωτικού συστήματος (1974-2008) , ΑΑ. Λιβάνης 2011.
[22] Σύμφωνα με την αναφερόμενη μελέτη της Fitch Ratings , Η αγορά των καλυμμένων ομολογιών έχει παρουσιάσει τεράστια ανάπτυξη από το 2003 και μετά, τόσο σε ό,τι αφορά τον αριθμό των εκδοτών όσο και ως προς τον όγκο. Ενδεικτικά, οι επενδυτές μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ 300 πιστωτικών ιδρυμάτων στα μέσα του 2010, ενώ η συνολική αξία των καλυμμένων ομολογιών που βρίσκονταν σε κυκλοφορία σε τέλη του 2009 είχε ανέλθει στα 2,4 τρισεκατομμύρια  ευρώ. Έκτοτε, ο ρυθμός των νέων εκδόσεων είναι σταθερός, ενώ κατά το πρώτο δίμηνο του 2011 έφτασε σε  επίπεδο ρεκόρ. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η τάση έκδοσης καλυμμένων ομολογιών στη Γερμανία, η οποία ιστορικά κατείχε τα... σκήπτρα στον συγκεκριμένο τομέα, βαίνει μειούμενη. Αντιθέτως, οι εκδόσεις είναι πιθανό να αυξηθούν σε χώρες όπου η συγκεκριμένη αγορά δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πλήρως, όπως η Ιταλία. Επιπλέον, σε αρκετές χώρες, όπως η Αυστραλία, θα πρέπει να θεσπιστεί και σχετική νομοθεσία, αν και, όπως επισημαίνει η Fitch, αυτό μπορεί να πάρει αρκετό καιρό σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Νέα Ζηλανδία, η Νότια Κορέα ή οι ΗΠΑ. Στο παρελθόν, οι εκδόσεις καλυμμένων ομολογιών βοηθούσαν τις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν τα χαρτοφυλάκια των δανείων τους (loan books) που αυξάνονταν συνεχώς. Σήμερα, όμως, χρησιμοποιούνται σαν μια εναλλακτική μακροπρόθεσμη πηγή χρηματοδότησης, σχετικά χαμηλού κόστους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ενέχουν κινδύνους, σε περίπτωση υπερβολικής εξάρτησης.