Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Η ακολουθητέα οδός.

του Κώστα Μελά

Οι ρήσεις όπως : «η αβεβαιότητα αποδυναμώνει τη θέση της χώρας , όχι της κυβέρνησης» δεν οδηγούμεθα στην πολυπόθητη άρση της όλο και διευρυνόμενης αβεβαιότητας που επικάθεται ως μαύρο σύννεφο στην χώρα. Δυστυχώς ρήσεις όπως η παραπάνω αποκρύβουν το res gestae (πραγματικό γίγνεσθαι) και αναλώνονται στο rerum gestarum (όπως εμείς το λέμε). Είναι γνωστό ότι η υπάρχουσα ζώσα πραγματικότητα , διαφέρει από τον αφηγηματικό λόγο για την υπάρχουσα πραγματικότητα. Ο τελευταίος δεν εμπεριέχει απλά υποκειμενικά στοιχεία (κάθε λόγος για την πραγματικότητα εμπεριέχει υποκειμενικά στοιχεία λιγότερα ή περισσότερα) αλλά είναι ένας λόγος «πολιτικής ρητορικής» που ως τέτοιος , μέχρις ενός σημείου, επιχειρεί «τόσο να κρίνει και να υποστηρίξει ένα επιχείρημα , όσο και να απολογηθεί και να κατηγορήσει» (Αριστοτέλης).
Το επιχείρημα που υποστηρίζουν οι λόγοι, όπως ο αναφερόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αυτό που διαχωρίζει, όταν  υπάρχει  καθεστώς αβεβαιότητας, τις επιπτώσεις (αποδυνάμωση στη συγκεκριμένη περίπτωση ) , στην κυβέρνηση και στην χώρα. Όμως δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αποδυνάμωση της χώρας χωρίς να υπάρχει αδύναμη κυβέρνηση . Στην αδυναμία της κυβέρνησης ,  να αποφευχθεί η πολιτική αβεβαιότητα,  οφείλεται η αποδυνάμωση της χώρας.  Βασικός δίαυλος της δημιουργίας πολιτικής αβεβαιότητας είναι η ασκούμενη πολιτική όπως αυτή εφαρμόζεται στο σύνολο  των επιμέρους τομέων . Από την οικονομία και τη δικαιοσύνη μέχρι την παιδεία και την υγεία. Η δημιουργούμενη αποστροφή ή και δυσφορία του εκλογικού σώματος ως προς το συντελούμενο κυβερνητικό έργο , σφυρηλατεί  τη θέληση του για απαλλαγή από την παρούσα κυβέρνηση. Η θέληση αυτή εκφράζεται ποικιλοτρόπως και ειδικά, στις μέρες μας , μέσω της σταθεροποίησης της δημοσκοπικής πρωτοπορίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.   Οι συντελούμενες κοινωνικές διεργασίες , μέσα από τις επιπτώσεις του εφαρμοζόμενου   κυβερνητικού έργου   προκαλούν συνεχή μείωση της εκλογικής – κοινωνικής απήχησης της κυβέρνησης  με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της κυβέρνησης  και επομένως τη δημιουργία κλίματος πολιτικής αστάθειας κάτι που επιβαρύνει τη θέση της χώρας στις αξιολογήσεις των διεθνών οργανισμών. Θα μπορούσαμε, επομένως , να καταλήξουμε ως προς αυτό το σημείο συμπεραίνοντας τα ακόλουθα:  η ασκούμενη πολιτική (σε όλα τα επίπεδα) προκαλεί κοινωνικές διεργασίες   οι οποίες αποδυναμώνουν την κυβέρνηση, δημιουργούν συνθήκες πολιτικής αστάθειας και συνεπώς αυξάνουν την αβεβαιότητα και αποδυναμώνουν την χώρα.
Τώρα αν η επερχόμενη πολιτική αλλαγή (όποτε γίνει και αν γίνει), με αλλαγή της κυβέρνησης  θα μειώσει, θα αυξήσει ή δεν θα μεταβάλει την ήδη υπάρχουσα πολιτική αστάθεια είναι ένα σημαντικό ζήτημα για διερεύνηση , αλλά αποτελεί παρόλα αυτά την εξέλιξη ενός ήδη υπαρκτού προβλήματος. Το πλέον πιθανό είναι η συνέχιση ή και η αύξηση του πολιτικού κινδύνου. Όμως  δεν είναι δυνατόν να επικαλείται η παρούσα κυβέρνηση την αύξηση του μελλοντικού πολιτικού κινδύνου για να αποκρύψει ότι η ίδια έχει δημιουργήσει πολιτική αστάθεια που εδράζεται στις εγχώριες κοινωνικές διεργασίες  με αποτέλεσμα να κυβερνά όλο και πιο δύσκολα χρησιμοποιώντας ακραίους τρόπους στα όρια της νομιμότητας , ενώ συγχρόνως να μην χαίρει της εκτίμησης των διεθνών αγορών την οποία συνεχώς επικαλείται ως βασικό πυλώνα της πολιτικής της.  Η προσπάθειά της να υπηρετήσει το στόχο «απόκτηση εμπιστοσύνη» των διεθνών αγορών δεν μπορεί να επιτευχθεί όσο αποτυγχάνει να εξασφαλίσει πλατιές συναινέσεις στο εσωτερικό μέτωπο. Η εξασφάλιση πλατειών συναινέσεων στο εσωτερικό μέτωπο είναι η αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την επίτευξη πολιτικής σταθερότητας. Όμως η εξασφάλιση και  ικανής συνθήκης δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την εξασφάλιση της αναγκαίας. Αυτή απαιτεί προσεκτική και λελογισμένη «προσαρμογή» στο υπάρχον διεθνές περιβάλλον.  Η ακολουθητέα οδός επομένως είναι γνωστή.