Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Η επισημοποίηση της διεθνούς αταξίας


του Νίκου Μπινιάρη

Η απόφαση του Προέδρου Τραμπ στις 8 Μαΐου να αποχωρήσει από τη συμφωνία των οκτώ: Ιράν, ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας και ΕΕ έχει μια σειρά επιπτώσεων στη διεθνή τάξη πραγμάτων η οποία θα πρέπει να ορίζεται πλέον ως μια μόνιμη έκφραση της «πρακτικής της αταξίας». Εάν η έννοια «δημιουργική καταστροφή» βρίσκει κάποτε την πραγμάτωσή της στην ιστορία, τώρα πια το επίθετο «δημιουργική» αλλάζει σε «βεβαία».
Η  πρώτη σειρά επιπτώσεων βρίσκεται στο χώρο της Μ. Ανατολής. Αυτό είναι φανερό για επαΐοντες και αδαής περί τα διεθνή. Για την Ελλάδα οι επιπτώσεις είναι άκρως σημαντικές διότι άπτονται της εθνικής μας ασφάλειας και της οικονομικής κατάστασης οι οποίες δεν είναι και οι καλύτερες. Η πρώτη σε σχέση με την αναθεωρητική Τουρκία και η δεύτερη σε σχέση με την ιστορική, θα έλεγα, αδυναμία της Ελλάδος να προσαρμοστεί στην διεθνή οικονομική πρακτική.  Θα μπορούσαν βέβαια οι επιπτώσεις να είναι θετικές με την έννοια πως η γέω-στρατηγική μας θέση είναι δυνατόν να αναβαθμιστεί για διάφορους λόγους, αλλά αυτό έγκειται κυρίως στα πιθανά λάθη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, την αλλαγή στρατηγικής των ΗΠΑ, και ίσως της απόφασης της ΕΕ να αποκτήσει ενιαία εξωτερική πολιτική,  πράγμα σχεδόν απίθανο, στις παρούσες συνθήκες, αλλά όχι αδύνατον.   
Η δεύτερη σειρά επιπτώσεων της πολιτικής Τράμπ έχει να κάνει με τα οικονομικά γύρω από το μαύρο χρυσό, το βασικό προϊόν της  περιοχής. Το κλείσιμο των στενών του Χορμούζ μπορεί να οδηγήσει τις τιμές του πετρελαίου προς τα $200/β. Αυτό βέβαια οδηγεί  σε κρίση την ΕΕ και σε αναβάθμιση τη Ρωσία και την ίδια την Αμερική, μια και οι δύο είναι εξαγωγείς ενέργειας.  
Δεν θα προχωρήσω στην ανάλυση των δύο πρώτων επιπτώσεων. Θα προσπαθήσω να εμβαθύνω σε μια τρίτη σειρά επιπτώσεων, αυτή των σχέσεων ΗΠΑ-Ευρώπης-Γερμανίας.
ΗΠΑ-ΕΕ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΕΕ-ΚΟΣΜΟΣ
Την τελευταία δεκαετία έχουν γραφεί πολλά άρθρα και βιβλία για τον κεντρικό ρόλο που θα έπαιζε η Γερμανία της Άγκελα Μέρκελ στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Εμφανίστηκαν και σκίτσα με την Καγκελάριο να έχει το μουστάκι του Χίτλερ. Αποχωρώντας ο Πρόεδρος Ομπάμα, μάλιστα, εμφανίστηκε να αφήνει τη Μέρκελ θεματοφύλακα της δημοκρατίας, της ευπρέπειας και των καλών σχέσεων μεταξύ των «Δυτικών» σε αντιδιαστολή με τον τραχύ και «θεατρικά» φασίζοντα νέο Πρόεδρο Τράμπ.
Η θεωρία της ισχυρής Γερμανίας δεν χρειάστηκε παρά τις  προσφυγικές ροές του 2015 και μια ήτα της Μέρκελ στις τελευταίες εκλογές για να εξαφανίσει την «σιδηρά» Καγκελάριο από το διεθνές  προσκήνιο. Όσοι είχαν θεωρήσει την ανακήρυξη, από τους βιαστικούς, της σημερινής Γερμανίας ως το Δ’ Ράιχ-  μια αφελή ανάγνωση της ιστορίας- δικαιώθηκαν.
Όσο η Κα Μέρκελ προσπαθούσε να φτιάξει μια νέα κυβέρνηση συνασπισμού με τους  Σοσιαλοδημοκράτες ο νεοεκλεγής Πρόεδρος της Γαλλίας Μακρόν πήρε τα ηνία της ΕΕ, έστω και στο επίπεδο των δημοσίων σχέσεων. Πήρε επίσης τα ηνία της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ χτίζοντας δεσμούς φιλίας με τον Πρόεδρο Τραμπ. Τον κάλεσε στην επέτειο της 14ης Ιουλίου, και η Γαλλία προσφέρθηκε και έστειλε ειδικές δυνάμεις στη Συρία να αντικαταστήσουν Αμερικανούς ή να ενισχύσουν τις θέσεις τους και τελικά ελπίζοντας να εξαργυρώσει τις καλές του υπηρεσίες πήγε στις ΗΠΑ για να πείσει την Αμερικανική ηγεσία να μην αποσυρθεί από την συμφωνία με το Ιράν. Απέτυχε οικτρά και αυτό ίσως δικαιολογεί την μετέπειτα στάση του όπως θα δούμε πιο κάτω. Το ίδιο έκανε λίγες μέρες αργότερα η Καγκελάριος Μέρκελ, όπως και η Αγγλία. Η απάντηση από τον  Λευκό Οίκο ήταν αρνητική. Δεν ήταν καν θετική στην πρόταση του Μακρόν για μία νέα συμφωνία  που να  ικανοποιεί τις Αμερικανικές απαιτήσεις. Ο Τραμπ αμετάπειστος προχώρησε στην απόφασή του, όπως ακριβώς είχε κάνει και με την μεταφορά της Αμερικανικής  πρεσβείας από το Τελ-Αβίβ στην Ιερουσαλήμ.
Στις 11 Μαΐου η Εκπρόσωπος για Εξωτερική Πολιτική και Άμυνα της ΕΕ, Φεντερίκα Μογκερίνι σε συνέδριο στη Φλωρεντία είπε: «Η κατάσταση του σήμερα είναι μια κατάσταση χάους: η διάδοση κρίσεων και συγκρούσεων φαίνεται να υπερτερεί έναντι της λογικής. Και ακριβώς την ώρα που όλα δεν πάνε καλά, η λογική, η γαλήνη, προβλεπτικότητα, ο σεβασμός και ο διάλογος χρειάζονται όσο ποτέ να αποτρέψουν τα χειρότερα σενάρια, να προλάβουν τη διάδοση των συγκρούσεων, να περιορίσουν τις εντάσεις, να συντηρήσουν ό,τι ακόμα δουλεύει, κάτι το οποίο έχουμε την πρόθεση να κάνουμε στην περίπτωση της συμφωνίας με το Ιράν.»
Την ίδια μέρα ο Γάλλος Υπουργός Οικονομικών, διαγράφοντας την επωαζόμενη Αμερικανό-Γαλλική "ειδική σχέση" είπε στο ράδιο Ευρώπη 1: «Θέλουμε να είμαστε υποτακτικοί οι οποίοι υπακούουν σε διαταγές που πάρθηκαν από τις ΗΠΑ ενώ κολλάμε στα στριφώματα των παντελονιών τους; Ή θέλουμε να πούμε πως έχουμε τα δικά μας οικονομικά συμφέροντα και θα συνεχίσουμε να έχουμε εμπορικές σχέσεις με το Ιράν;» Είπε επίσης πως η Ευρώπη δεν πρέπει  να δεχθεί πως οι ΗΠΑ είναι «ο οικονομικός αστυνόμος του κόσμου.» Πώς μπορεί όμως να ανατραπεί αυτή η πραγματικότητα όταν το 88% των παγκοσμίων συναλλαγών γίνεται σε Δολάρια;
Την ίδια μέρα συνομίλησαν ο Πούτιν με την Μέρκελ και συμφώνησαν πως θα παραμείνουν στη συμφωνία με το Ιράν. Η Μόσχα θα υπογράψει μέσα στο Μάιο, μαζί με άλλες ασιατικές χώρες, συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με το Ιράν. Στις 13 Μαΐου ο Κινέζος Υπουργός Εξωτερικών είχε συνομιλίες με τον Ιρανό ομόλογό του όπου η Κίνα επιβεβαίωσε τον σημαντικό ρόλο της Περσίας στο Σχέδιο Ζώνης και Υποδομών το οποίο προωθεί η Κίνα. Ήδη στις 12 Μαΐου το πρώτο τρένο από την ανατολική Κίνα έφτασε στην Αντβέρπη με 41 κοντέινερ. Την ίδια περίπου ημερομηνία το  πρώτο τρένο από την εσωτερική Μογγολία έφτασε στο Ιράν. Αλλά τα κινεζικά τρένα έχουν ήδη βάση στο Ντουισμπουργκ της Γερμανίας. Η Κίνα και ο δρόμος του μεταξιού βρίσκονται ήδη εγκατεστημένες στην Ευρώπη.
Ο πρώην αρχηγός της ΣΙΑ στρατηγός Χάιντεν είπε στο Σπίγκελ: «Επιπρόσθετα για ό,τι συμβεί ή δεν συμβεί στον Περσικό Κόλπο (οι ενέργειες του Τραμπ) θα αποξενώσουν τους καλύτερους φίλους μας στον κόσμο και θα καταλήξουμε σε μια υπέρ-Ατλαντική διένεξη.»
Η ασυνήθιστα οξεία κριτική του Προέδρου της ΕΕ Τουσκ στις 16/5/2018 ανέδειξε το βαθύ υπέρ-Ατλαντικό σχίσμα: «Παρατηρώντας τις τελευταίες αποφάσεις του Προέδρου Τραμπ κάποιος μπορεί να σκεφτεί: με τέτοιους φίλους τί τους θέλεις τους εχθρούς;»
Πρακτικά η ΕΕ θέλει να διατηρήσει την Συνθήκη με το Ιράν ζωντανή, δηλαδή να μην αποχωρήσει το Ιράν από τη συμφωνία και αρχίσει πλέον να εμπλουτίζει και πάλι ουράνιο. Αυτό θα σημάνει την εξάλειψη των εμπορικών σχέσεων της ΕΕ με το Ιράν, ύψους 33 δις δολαρίων, και την απειλή ότι οι σκληροπυρηνικοί στην Τεχεράνη θα προχωρήσουν σε κατασκευή ατομικού οπλοστασίου. Η συνέπεια θα είναι επίθεση των ΗΠΑ ή και του Ισραήλ με σοβαρότατες επιπτώσεις στην περιοχή δίπλα στην ΕΕ.
Το ζήτημα της αποχώρησης των ΗΠΑ, μονομερώς από τη συμφωνία με το Ιράν, φαίνεται από τις δηλώσεις εκατέρωθεν να γίνεται ένα άμεσο και καίριο ζήτημα επιβίωσης των σχέσεων ΗΠΑ- Ευρώπης με τη μορφή  που γνωρίζαμε έως σήμερα. Αν η ΕΕ ακολουθήσει τον Τράμπ, αυτό συνεπάγεται πως αποδέχεται τις μονομερείς ενέργειες των ΗΠΑ σε θέματα εμπορίου αλλά και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Στα θέματα εμπορίου και οικονομικών συμφερόντων η ΕΕ βρίσκεται υπό την απειλή μονομερών κυρώσεων με τους υπό θεσμοθέτηση δασμούς σε προϊόντα χάλυβος και αλουμινίου εξαγόμενα στις ΗΠΑ. Πέραν αυτού, το άλλο συναφές πρόβλημα που βρίσκεται στο τραπέζι είναι η κατασκευή του αγωγού North Stream 2 για υποθαλάσσια μεταφορά αερίου από τη Ρωσία στη Γερμανία. Ο ίδιος ο Τράμπ έχει απειλήσει πρόσφατα τη Γερμανία με κυρώσεις. «Επιπροσθέτως (με την μικρή συνεισφορά τους στο ΝΑΤΟ οι Γερμανοί) δαπανούν δισεκατομμύρια επί δισεκατομμυρίων δολάρια αγοράζοντας τεράστιες ποσότητες αερίου από τη Ρωσία. Αυτό είναι κάτι που θα συζητήσουμε.» Ο Τράμπ εδώ χρησιμοποίησε το ΝΑΤΟ ως μέσον πίεσης στο οποίο η συμμετοχή των μελών έχει ορισθεί το 2% του ΑΕΠ ενώ η Γερμανία δαπανά μόλις το 1,1%.
Η ίδια η παραβίαση από τις ΗΠΑ της συμφωνίας με το Ιράν παραβιάζει τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ ακυρώνοντας τις επενδύσεις και εμπορικές συμφωνίες με αυτή τη χώρα. Η απειλή εξ’ άλλου κατά της Γερμανίας για τις εμπορικές της σχέσεις με τη Ρωσία είναι μια ευθεία αμφισβήτηση των γερμανικών συμφερόντων αλλά και της ΕΕ τη στιγμή που η Γερμανία χρειάζεται τεράστιες ποσότητες αερίου διότι κλείνει τους πυρηνικούς σταθμούς και τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με άνθρακα.  
Κατά δεύτερο λόγο διακυβεύεται η αξιοπιστία και η ανεξαρτησία των πολιτικών της ΕΕ και η οποιαδήποτε υπερηφάνεια σε σχέση με τα επιτεύγματα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Η διεθνής θέση της ΕΕ  περιέρχεται σε κατάσταση εξάρτησης η οποία μειώνει το κύρος της οποιασδήποτε συμφωνίας συνάψει η οποία δεν ακολουθεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Όσο για τη Γερμανία, βρίσκεται η ίδια σε μια ιδιότυπη ομηρία λόγω των πολύ μεγάλων εμπορικών της σχέσεων με την Αμερική (180 δις δολάρια αξία συναλλαγών) αλλά και με τη Ρωσία και με την Κίνα. Η Μέρκελ συνάντησε τον Πούτιν στη 18/5 και σε λίγο  πηγαίνει στη Μόσχα. Είναι ήδη στην Κίνα τον πλέον επικίνδυνο ανταγωνιστή της στο παγκόσμιο εμπόριο και τεχνολογία.
Η Μέρκελ δεν είναι διατεθειμένη να άρει τις κυρώσεις στη Ρωσία λόγω Ουκρανίας αλλά δεν φαίνεται, προς το παρόν, έτοιμη να ενδώσει στις  πιέσεις του Τραμπ. Ο Josef Janning Διευθυντής του Ευρωπαϊκού συμβουλίου Διεθνών σχέσεων δήλωσε: «Αρέσει στον Πούτιν η ενόχληση του Τραμπ στην Ευρώπη. Νομίζω πως στα μάτια του αυτή η εξέλιξη είναι θετική. Παλαιότερα προσπάθησε να εκφοβίσει τη Μέρκελ, αλλά αυτή είναι ακόμα εδώ-όπως και αυτός.»
Όπως διακυβεύεται η θέση της ΕΕ διακυβεύεται και η θέση της Γερμανίας στην ΕΕ αλλά και διεθνώς. Η Μέρκελ είχε ανακηρυχθεί πολύ πρόωρα ηγέτης της Ευρώπης. Αυτό ίσως ήταν επιφανειακά αλήθεια επί άλλων εύκολων στόχων, όπως η Ελλάδα ή επί Ομπάμα. Τώρα μπροστά της βρίσκεται η ωμή πραγματικότητα ενός Προέδρου ο οποίος δεν περιορίζεται από συμμαχίες ή καλούς τρόπους ή ακόμη και από διεθνείς συνθήκες. Ο Μακρόν θέλει να αντιδράσει στην επίθεση Τραμπ. Θα μπορέσει η Μέρκελ να σύρει το χορό μια σοβαρής αντίδρασης; 

Το όλο ζήτημα καταλήγει στο  ποιος έχει την ισχύ στον οικονομικό τομέα να επιβάλει τη βούλησή του αν βέβαια έχει την πολιτική βούληση να αντιδράσει; Ένας ανώτατος Ευρωπαίος Διπλωμάτης είπε: «Ας μην κοροϊδευόμαστε ότι υπάρχουν μια ντουζίνα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε. Δεν έχουμε και πολλά για να απειλήσουμε τους Αμερικανούς. Δεν είμαστε γεμάτοι αισιοδοξία.» Και βέβαια ο Διπλωμάτης γνώριζε πως ήδη ο Διευθύνων Σύμβουλος της Σήμενς είχε δηλώσει πως δεν μπορεί πλέον να αναλάβει νέα συμβόλαια με το Ιράν, απλά θα τελειώσει τα ήδη υπάρχοντα. Την ίδια ημέρα και ο ΔΣ της γαλλικής Τοτάλ είπε και αυτός το ίδιο. Οι εταιρίες αν συνεχίσουν το εμπόριο με το Ιράν αντιμετωπίζουν την προοπτική να χάσουν την τεράστια Αμερικανική αγορά, να βρεθούν αντιμέτωπες με μεγάλα πρόστιμα και να βρεθούν εκτός του κυρίαρχου Αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.


Από πολιτικής πλευράς ο Επίτροπος για τον Προϋπολογισμό της ΕΕ Gunther Oettinger είπε μιλώντας στο Γερμανικό ραδιόφωνο: «Ο Τραμπ περιφρονεί τους αδύνατους. Αν υποχωρήσουμε βήμα βήμα, αν συναινέσουμε, αν γίνουμε ο μικρός συνέταιρος των ΗΠΑ, τότε θα χαθούμε.»
Σε αυτό το πνεύμα ο Πρόεδρος της Κομισιόν Γιούνκερ επιβεβαίωσε στις 18/5 την επαναφορά ενός νομοθετήματος του  1996, το  «Καθεστώς Αναστολής», το οποίο στόχο έχει να προλαμβάνει την επιβολή Αμερικανικών κυρώσεων εναντίον του Ιράν. Το νομοθέτημα αυτό υιοθετήθηκε τότε για να αποτρέψει τις ΗΠΑ να μπλοκάρουν Ευρωπαϊκές εταιρίες να εμπορεύονται με την Κούβα και Βιετνάμ.
Το ζήτημα της μονομερούς πολιτικής στις Διεθνείς Σχέσεις
Τον 21ο αιώνα οι ΗΠΑ  αποσύρθηκαν από την αντί-βαλλιστική  συνθήκη, επέβαλαν δασμούς και οικονομικές κυρώσεις παραβιάζοντας τους όρους του ΠΟΕ, βομβάρδισαν τη Γιουγκοσλαβία δίχως την άδεια του  ΟΗΕ, επιτέθηκαν, το 2003 στο Ιράκ παρά την αντίρρηση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτό-εξαιρέθηκαν από την Συμφωνία της Γενεύης για τους αιχμαλώτους πολέμου εγκαθιστώντας το Γκουαντάναμο, δεν υπέγραψαν τις διεθνείς συνθήκες για τις νάρκες και για τα μικρά όπλα, απέσυραν την υπογραφή τους για το Διεθνές Δικαστήριο Εγκλημάτων, και αποσύρθηκαν από τη Συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα. Όλα αυτά ως  πολιτικές πράξεις έγιναν μετά από μονομερείς αποφάσεις των ΗΠΑ, πολιτικές οι οποίες είχαν αρνητικές επιπτώσεις στις διεθνείς σχέσεις και στην προαγωγή των θεσμών και του δικαίου ως μέσων άσκησης πολιτικής. Αντίθετα προέβησαν σε αυτές τις πράξεις για να προασπίσουν ή να προάγουν τα συμφέροντά τους θεωρώντας πως οι πολιτικές ισχύος και σύγκρουσης θα είχαν καλύτερα αποτελέσματα, απ’ ότι οι συμμαχίες.  
Μονομέρεια στο τομέα των διεθνών σχέσεων σημαίνει πολιτικές οι οποίες αψηφούν τις θελήσεις άλλων ή απορρίπτουν ό,τι οι άλλοι θεωρούν ως καθήκον. Όσοι υποστηρίζουν τις σταυροφορίες (τη ρεαλιστική σχολή των Διεθνών Σχέσεων) αλλά και όσοι υποστηρίζουν την αποχή από πολιτικές ισχύος μπορεί και οι δύο να υποστηρίζουν τη μονομέρεια ως πολιτική πρακτική για τις διεθνείς σχέσεις. Οι συνιστώσες για την άσκηση μονομερούς εξωτερικής   πολιτικής είναι κυρίως η ισχύς, η καταλληλότητα του χρόνου και το γεωγραφικό σημείο στο οποίο βρίσκεσαι το κράτος που διαμορφώνει αυτές τις πολιτικές. Τα κύρια αίτια όμως είναι: η οποιαδήποτε αντίληψη απειλής από άλλο κράτος ή συμμαχίες και δεύτερον η ευκαιρία για μεγιστοποίηση συμφερόντων. Η απόφαση του Ναπολέοντα να επιτεθεί στη Ρωσία όπως και του Χίτλερ να κάνει το ίδιο ήσαν μονομερείς. Και οι δύο απέτυχαν οικτρά διότι δεν είχαν ούτε την απαραίτητη ισχύ, ούτε ξεκίνησαν στο σωστό χρόνο, ούτε είχαν μια ευνοϊκή γεωγραφία για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής ισχύος των.

Οι ΗΠΑ έδρασαν μονομερώς στην Τρίπολη της Λιβύης τον 19ο αιώνα για  να σταματήσουν την πειρατεία εις βάρος των Αμερικανικών πλοίων. Ήταν μια αναγκαστική πολιτική μια και  δεν υπήρχαν τότε μηχανισμοί πολυμερούς δράσης κατά της πειρατείας στη Μεσόγειο. Οι ΗΠΑ έδρασαν μονομερώς στις Φιλιππίνες στο τέλος του ίδιου αιώνα όπως και κατά της Ισπανίας στην Κούβα, αρχίζοντας την ιστορική τους πορεία προς μια μεγάλη παγκόσμια δύναμη χτίζοντας ένα οιονεί Ιμπέριουμ, το οποίο πραγματώθηκε μετά τον Β΄ΠΠ. Αυτές τους οι μονομερείς επεμβάσεις είχαν σαφείς στόχους και εξυπηρέτησαν τα στενά δικά τους συμφέροντα. Κάτω από αυτήν την οπτική γωνία ήσαν επιτυχείς.  Στο μεσοδιάστημα όμως μεταξύ 1920-40 είχαν μονομερώς αρνηθεί να γίνουν μέλος της Κοινωνίας των Εθνών την οποίαν είχαν θεσπίσει οι ίδιες. Έτσι υποβοήθησαν με την απουσία τους τις εξελίξεις στην Ευρώπη,  και την διεθνή αταξία η οποία κατέληξε στην πολεμική τραγωδία του 1939-45. Όμως η νίκη των ΗΠΑ στον Β΄ΠΠ πραγματώθηκε μέσω της συμμαχία της με την Σοβιετική Ένωση, τη Μ. Βρετανία και Κίνα. Μαζί με τις ΗΠΑ μια νέα υπέρ-δύναμη αναδύθηκε, η Σοβιετική Ένωση, της οποίας η κληρονομιά θέτει συνεχώς προβλήματα στην υποτιθέμενη τάξη την οποία επέβαλαν οι ΗΠΑ, μετά το 1991.
Σε αυτό το σημείο οφείλει κανείς να προσέξει πως ένας ηγεμόνας, όπως οι ΗΠΑ, το 1920 ιδρύοντας και επιβάλλοντας λύσεις για μια νέα τάξη πραγμάτων παγκοσμίως, όπως η Κοινωνία των Εθνών και η αυτοδιάθεση των λαών, δεν μπορεί ταυτόχρονα να απορρίπτει το ίδιο τούτο έργο διότι καταστρέφει αυτήν την τάξη η οποία καταλήγει σε αταξία και χάος. Αυτό συνέβη μεταξύ 1920 και 40 και το ίδιο αρχίζει να διαγράφεται σήμερα μετά από όλες αυτές τις μονομερείς πολιτικές τις  οποίες έχουν εφαρμόσει οι ΗΠΑ τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. Εξαίρεση είναι η πολιτική του Προέδρου Μπους πατρός ο οποίος σχημάτισε μια συμμαχία με την επικύρωση από τον ΟΗΕ για να ανακαταλάβει το Κουβέιτ στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να επιχειρηματολογήσει λέγοντας πως μετά το 1991 δεν υπάρχει καμία τάξη πραγμάτων παρά ό,τι καθιερώθηκε μετά το τέλος του πολέμου: ο ΟΗΕ, ο οποίος πλέον είναι ανενεργός, το ΝΑΤΟ ως εργαλείο της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.
Η γενικότερα αναφερόμενη ως η ιδεαλιστική σχολή των Διεθνών Σχέσεων αναγνωρίζει ως βάση των διακρατικών σχέσεων όχι την ισχύ και τα συμφέροντα αλλά τη συμφωνία τους με την ηθική, το Δίκαιο και την αποδεκτή συμπεριφορά στη διεθνή κοινή γνώμη η οποία διαμορφώνει μια κοινά αποδεκτή ιδεολογία. Για αυτό το  λόγο και οι ΜΚΟ παρεμβαίνουν επικοινωνιακά προβάλλοντας πράξεις βίας και ανομίας από διάφορα κράτη για να υποστούν την κριτική τον ΜΜΕ και της κοινής γνώμης και έμμεση ή άμεση πίεση για την αλλαγή της στάσης τους. Και από αυτήν την σχολή όμως υπάρχουν επιχειρήματα για μονομερείς επεμβάσεις όπως στο Ιράκ, διότι ο Σαντάμ ήταν δικτάτορας, αλλά στην Συρία μια και ο Άσαντ είναι επίσης αιμοδιψής δικτάτορας.
Το σύγχρονο φαινόμενο της μονομερούς πολιτικής πράξης από τις ΗΠΑ πρέπει να μελετηθεί και να αποδοθεί στις ιδιοτυπίες της ίδρυσης των ΗΠΑ, της βαθιάς τους ιδεολογικής προσήλωσης στην Αμερικανική ιδιαιτερότητα ανάμεσα στα άλλα κράτη και έθνη και στην σύλληψη του κόσμου με ένα Μανιχαϊστικό τρόπο διαιρεμένο μεταξύ καλού και κακού. Αυτό βέβαια μπορεί να  προσδιοριστεί και ως ένας ιδιότυπος εθνικισμός ο οποίος επιτρέπει μονομερείς παρεμβάσεις είτε για λόγους συμφέροντος είτε όμως και για λόγους επιβολής του καλού σε ένα κόσμο αταξίας και συγκρούσεων.. Είναι ένας εθνικισμός που συμπυκνώνεται στο σλόγκαν «η Αμερική πρώτη», σλόγκαν του Προέδρου Τραμπ.
Οι επιπτώσεις της μονομερούς παραβίασης της Συνθήκης με το Ιράν στην ΕΕ και το Γέρμανο-Γαλλικό άξονα.
Επικεντρώνω την προσοχή μου σε αυτό το θέμα διότι ήδη η ΕΕ και ο Γέρμανο-Γαλλικός άξονας έχει αρχίζει να κλονίζεται επικίνδυνα. Κατ’ αρχάς, όπως περιέγραψα πιο πάνω, η Κομισιόν και η Επίτροπος Φεντερίκα Μογκερίνι φαίνεται πως αντέδρασαν ουσιαστικά και μάλιστα απάντησε αρνητικά στις 21/5 στον ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Πομπέο ο οποίος την προηγούμενη μέρα είχε θέσει 12 όρους για να επανέλθουν οι ΗΠΑ στη συμφωνία με το Ιράν. Αυτό βαπτίστηκε «σχέδιο Β». Οι όροι, μεταξύ άλλων είναι η  απόσυρση των Ιρανικών δυνάμεων από Συρία, η άρση της βοήθειας προς τους Χούτι της Υεμένης και τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου, έλεγχο στις δικαιοπραξίες της Κεντρικής Τράπεζας, διακοπή των δοκιμών βαλλιστικών πυραύλων, ακόμα και διακοπή κάθε έρευνας γύρω από τα πυρηνικά και για ιατρικούς σκοπούς, η άμεση διακοπή κάθε πολιτικής του Ιράν στη Μ. Ανατολή και ο έλεγχος των εξοπλισμών του. Είναι όροι συνθηκολόγησης ηττημένου κράτους. Tο Ιράν έχει δηλώσει πως δεν τους αποδέχεται.
Η ΕΕ, η Γερμανία και η Γαλλία όπως και η Αγγλία θα ήθελαν τη συμφωνία ως έχει διότι σταματά την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων στην περιοχή και αποτρέπει μια επίθεση από το Ισραήλ ή και τις ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, όπως συνήθως σε δύσκολες περιπτώσεις γίνεται, η κατάσταση στην ΕΕ,  έχει περιπλεχθεί. Πίσω από την Κομισιόν και την Μογκερίνι υπάρχει, όπως διατείνεται το Σπίγκελ, η Γαλλία η οποία έχει αντιδράσει θεωρώντας (όπως είπε ο Πρόεδρος Μακρόν στη Σόφια) πως αν η ΕΕ δεχτεί την πολιτική Τραμπ χάνει την εθνική της κυριαρχία. Η αλήθεια είναι πως και ο Μακρόν και άλλοι Γάλλοι πολιτικοί ήταν οι πλέον επικριτικοί των πολιτικών Τράμπ.
 Η Γερμανία, από την άλλη μεριά, δείχνει πως δεν είναι διατεθειμένη να τα βάλει με τις ΗΠΑ. Αυτό εξέφρασε και η Μέρκελ  η οποία είπε στις 11/5/2018 πως η μονομερής αποχώρησης των ΗΠΑ υπονομεύει την βεβαιότητα στη παγκόσμια τάξη αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να ανατρέψουμε δεκαετίες υπέρ-Ατλαντικής συνεργασίας. Αυτό φαίνεται να  πρεσβεύει και ο Υπουργός Οικονομικών Άλτμαϊερ ο οποίος βλέπει με δέος την διαφορά 180 δις δολάρια Γερμανικές συναλλαγές με τις ΗΠΑ, έναντι 3 δις με το Ιράν. Αντίθετα ο Γερμανός ΥΠΕΞ Χάας συναντήθηκε ήδη με τον  Αμερικανό ΥΠΕΞ  Πομπέο και έδειξε διατεθειμένος να συγκρουστεί με τις ΗΠΑ. Το Γερμανικό πολιτικό κατεστημένο δείχνει εσωτερικά διχασμένο.
Ο πρώην Γερμανός ΥΠΕΞ Joschka Fischer, σε συνέντευξή του στο Σπίγκελ στις 22/5 είπε: «…Από το 1949, μια σταθερή ακμάζουσα δημοκρατία (η Γερμανία) έχει αναδυθεί κάτω από την προστασία των ΗΠΑ. Μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους εμείς οι Γερμανοί έχουμε αναγνωρίσει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε παγκόσμια  πολιτική. Αυτό σχεδόν μας κατέστρεψε σαν έθνος και πολιτικά και ηθικά. Οι ΗΠΑ ήσαν υπεύθυνες για την προστασία μας και εμείς το συνηθίσαμε. Κινούμενοι μέσα σε αυτό το ελικοειδές ρεύμα  αισθανόμαστε άνετα και από μια ιστορική οπτική γωνία είναι κατανοητό, αλλά αυτό τώρα τέλειωσε.»
Ο ίδιος θεωρεί πως η Γερμανία και η Γαλλία πρέπει να προχωρήσουν την ΕΕ μπροστά και να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο το οποίο δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Η Γερμανία αισθανόταν άνετα με την Υπέρ-Ατλαντική της σχέση και αυτό δεν αλλάζει παρά μόνο με ριζοσπαστικές αποφάσεις. Πέραν όλων αυτών η Γερμανία έχει και έναν άλλο λόγο να είναι βαθύτατα προσεκτική σε ό,τι σχετίζεται με το Ιράν, και αυτό είναι το Ισραήλ. Γνωρίζει πολύ καλά πως πίσω από τις αποφάσεις του Προέδρου Τραμπ βρίσκεται το Ισραήλ το οποίο με κάθε τρόπο θέλει να περιορίσει και να εξαλείψει την οποιαδήποτε επιρροή του Ιράν στην περιοχή και ιδιαίτερα στα σύνορά του με το Λίβανο και τη Συρία. Η Γερμανική ευαισθησία για ό,τιδήποτε  έχει σχέση με το Ισραήλ είναι κατανοητή αλλά ταυτόχρονα άκρως δεσμευτική για να ασκήσει μια πολιτική ουσιαστικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ. Η  ιδιότυπη  σχέση της Γερμανίας με το Ισραήλ, υπόκειται σε μια ηθική ομηρία, είναι καθοριστική για την αμφιλεγόμενη στάση των Γερμανών πολιτικών.
Θεωρώ πως η Γερμανία θα υποκύψει στις απαιτήσεις Τραμπ. Ήδη στις  24/5 οι ΗΠΑ ξεκίνησαν την έρευνα για τις επιπτώσεις στην ασφάλειά τους από τις εισαγωγές αυτοκινήτων. Παρόμοια έρευνα οδήγησε στην  επιβολή δασμών 25% επί προϊόντων χάλυβα και αλουμινίου. Την ίδια μέρα τα ευρωπαϊκά και ασιατικά χρηματιστήρια έπεσαν λόγω πτώσης των μετοχών της αυτοκινητοβιομηχανίας. Σε μια τέτοια περίπτωση τα Γερμανικά οικονομικά συμφέροντα πλήττονται και βρίσκονται με το πιστόλι στον κρόταφο. Θα θελήσει η Γερμανία να διαπραγματευτεί  ακόμη και με όρους συγκρουσιακούς μια συμφωνία με τις ΗΠΑ ως ηγέτης της ΕΕ ή θα αποδεχτεί τις μονομερείς γεω-οικονομικές και γέω-στρατηγικές πολιτικές; Είναι ήδη εμφανές πως ο Πρόεδρος Τραμπ είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει κάθε εργαλείο της ισχύος του για να επιτύχει την απομόνωση, την αλλαγή καθεστώτος ή καταστροφής του Ιράν. Και στις δύο περιπτώσεις η Γερμανία θα πρέπει να παρασύρει μαζί της ολόκληρη την ΕΕ, μια και κάθε συμφωνία της Γερμανίας δεσμεύει την ΕΕ. Αλλιώς η ίδια η ΕΕ κινδυνεύει να βρεθεί σε αδυναμία λήψης αποφάσεων και αποτελμάτωση, αδυναμία δράσεως ομφαλοσκοπώντας. Αν η Γαλλία θελήσει να ανοίξει μια νέα εποχή στις υπέρ-Ατλαντικές σχέσεις βασισμένες στην ισοτιμία και όχι στη σχέση αφέντη-υποτακτικού, θα την ακολουθήσει η Γερμανία ή θα οδηγηθούμε σε ένα χάσμα μεταξύ τους με επίπτωση διαίρεσης της ΕΕ;   
Συμπεράσματα
Οι συνεχείς μονομερείς ενέργειες των ΗΠΑ τα τελευταία 25 χρόνια δεν ανησύχησαν και τόσο πολύ τα κράτη της ΕΕ. Υπήρξαν αντιπαραθέσεις όπως για τον πόλεμο στο Ιράκ αλλά γενικά υπήρξαν πάντα δικλείδες ασφαλείας στις μεταξύ τους σχέσεις. Οι δύο τελευταίες όμως πράξεις, η  απειλή επιβολής δασμών σε προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου στην ΕΕ και η παραβίαση της Συνθήκης με το Ιράν, με τον μειωτικό και περιφρονητικό τρόπο που έγιναν από έναν Πρόεδρο που χαίρει ελάχιστης εκτίμησης στην Ευρώπη έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου αναγγέλλοντας το τέλος μιας σχέσης η οποία περνάει σε άλλες  πιθανές φάσεις. Η μία είναι η αντιπαράθεση με σοβαρές εξελίξεις στις διεθνείς σχέσεις αλλά και σε μια ουσιαστική πολιτική και γέω-οικονομική επιρροή της ΕΕ παγκοσμίως. Η άλλη, και για μένα, η πιο πιθανή η υποταγή της ΕΕ με μοιραίες πλέον επιπτώσεις στη λειτουργία και αποτελεσματικότητα των πολιτικών της ΕΕ, στην ίδια της τη συνοχή.
Σε αυτή την εξέλιξη το πρώτο θύμα θα είναι οι Διεθνείς Σχέσεις οι οποίες θα στερηθούν των θετικών σταθεροποιητικών στοιχείων των Ιδεαλιστικών ή Θεσμικών αρχών της ΕΕ και θα ενισχυθούν οι τάσεις ανάπτυξης πολιτικών με γνώμονα την ισχύ και τις μονομερείς επεμβάσεις της υπέρ-δύναμης ή άλλων περιφερειακών δυνάμεων όπως η Τουρκία, το Ισραήλ ή και το Πκιστάν. Μπαίνουμε, κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μια εποχή αταξίας η οποία θα καταλήξει μοιραία σε συγκρούσεις με πιθανότητες ακραίων εξελίξεων. Το δεύτερο θύμα θα είναι η αξιοπιστία και παρουσία της ΕΕ ως σταθεροποιητικός παράγοντας στις Διεθνείς Σχέσεις  με δυνατότητες ρυθμιστικών παρεμβάσεων κυρίως στα σύνορά της και στη Μ. Ανατολή.
Για να ανατραπούν όλα αυτά η Γερμανία θα πρέπει να αναλάβει ένα νέο ρόλο, αυτόν που ο J Fischer θεωρεί πως η Γερμανία δεν μπορεί να παίξει. Και πράγματι δεν μπορεί να τον παίξει μόνη της αλλά με τη συμμετοχή των μελών της ΕΕ. Θα  πρέπει λοιπόν να διαμορφώσει νέα οικονομική πολιτική εντός της Ένωσης για να κρατήσει τις άλλες χώρες ικανοποιημένες. Θα πρέπει επίσης να αναβαθμίσει την στρατιωτική της ισχύ η οποία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Δύσκολες και πολυδάπανες αποφάσεις σε επικίνδυνους καιρούς με τις ΗΠΑ να προσδιορίζουν πλέον την ηγεμονία τους μονομερώς επιδιώκοντας την επίτευξη των στενών τους συμφερόντων με εργαλεία τη γέω-οικονομική και γέω-στρατηγική τους ισχύ. Η Ευρώπη και η Γερμανία βρίσκονται στο σταυροδρόμι της περιθωριοποίησης στη παγκόσμια σκηνή ως πολιτική οντότης  λόγω της Αμερικανικής μονομέρειας και ως οικονομικός παράγων λόγω Κίνας.