Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Το Ποτάμι και η Μετανεωτερικότητα.

του Κώστα Μελά.

Μα είναι τόσο δύσκολο να γίνει αντιληπτό , από τους υπάρχοντες «παραδοσιακούς» πολιτικούς  οργανισμούς , ό,τι  αυτοί θεωρούν , σύμφωνα με την δική τους αντίληψη, αδυναμία του «Ποταμιού» στην ουσία αποτελεί τη δύναμή του; 
Είναι τόσο δύσκολο να αντιληφθούν ότι όσα υποστηρίζουν ,ως κριτική κατευθυνόμενη  προς το «Ποτάμι», περί μη ύπαρξης θέσεων και προγράμματος  στην ουσία αποτελεί βούτυρο στο ψωμί του;
Είναι τόσο δύσκολο να γίνει αντιληπτό ότι υπάρχει μια μεγάλη δεξαμενή ψηφοφόρων  οι οποίοι αδιαφορούν παντελώς για τα προγράμματα  τα οποία εμπεριέχουν, εν τοις πράγμασι , μια εκδίπλωση στο  μέλλον άρα συμπεριλαμβάνουν ως ουσιαστική κοσμοθεωρητική μεταβλητή   τον χρόνο ;
 Δεν βλέπουν ότι υπάρχει ένα πλήθος ανθρώπων που απεχθάνονται «τις μεγάλες αφηγήσεις» ίδιον της νεωτερικότητας , και το μόνο που αντιλαμβάνονται είναι η «συμμετοχή» τους  στα εφήμερα κατακερματισμένα «συμβάντα» της κοινωνικής ζωής μέσα από την τοποθέτηση posts  σε κάποια άποψη τοποθετημένη στα διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή των περιοδικών life style; Απόψεις οι οποίες έχουν ως σημείο αναφοράς τον ίδιο τους τον εαυτό  δημιουργώντας έτσι ένα απόλυτο αυτοαναφορικό πλαίσιο κριτηρίων αλήθειας.
Η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής μιας κοινωνίας σχετίζονται στενά με τις εκάστοτε κρατούσες ιδέες για το ρόλο του ατόμου μέσα σε αυτές.  Αυτό σημαίνει ότι  η μετεξέλιξη ή η μετατροπή των κοινωνιών βρίσκεται πρωταρχικά σε συνάφεια με την μετατόπιση της έννοιας του ατομικισμού. Οι παρατηρούμενες αλλαγές στη νοοτροπία και στον τρόπο ζωής της σύγχρονης κοινωνίας των τελευταίων τουλάχιστον 50 ετών , συναρτώνται ουσιωδώς με την νέα αντίληψη για το άτομο και συγκεκριμένα σε ότι αναφέρεται ως  προγραμματική διαδικασία  αντικατάσταση των αξιών της αυτοϋπέρβασης – αυτοπειθάρχησης  από τις αξίες της αυτοπραγμάτωσης.
 Είναι η αξία της  αυτοπραγμάτωσης λοιπόν που κυριαρχεί . Ίδιον της προσωπικής ύπαρξης είναι η προσωπική εμπειρία. Όπου δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα το αποτέλεσμα είναι η μάζα. Όμως προσοχή η μάζα στην σημερινή εποχή δεν είναι μια αυθόρμητη σύναξη ατομικοτήτων που χάνουν τον λογαριασμό του Εγώ τους σε μια στιγμιαία περιδίνηση ή ενός συλλογικού πανικού. Είναι το κατακερματισμένο ενεργούμενο , που «αυτοπραγματώνεται» επιχειρώντας να συναιρέσει τις πολυδιασπάσεις του στο ενιαίο σχήμα του βιοτικού επιπέδου και της «ποιότητας ζωής» στην κατανάλωση. Η μάζα και το άτομο συμπυκνώνονται , ταυτίζονται σε μια αργόσυρτη ιστορική επανάληψη του ταυτού. Οι  αλλεπάλληλες «απόψεις» ακολουθούμενες από αμέτρητα  posts δεν είναι τίποτε περισσότερο από αένεα άλματα από φευγαλέα εικόνα σε έτερη φευγαλέα εικόνα . Πρόκειται για ένα αέναο ζάπινγκ στην «τηλεόραση της ζωής»  το οποίο δείχνει με απόλυτη ακρίβεια ότι οι μεταμοντέρνοι τρόποι ύπαρξης είναι κατατεμαχισμένοι, έκκεντροι, πολιτικά και ηθικά ανάπηροι, ριζωμένοι στη αυτοτέλεια του στιγμιαίου, χωρίς παρελθόν , χωρίς μέλλον. Σε ένα αέναο παρών.
Να το πούμε διαφορετικά : η έννοια της «ποιότητας ζωής» αντικαθιστά τη νεωτερική έννοια της επιβίωσης. Μια τέτοια αντίληψη είναι ενδημικά μη ένσκοπη, αποσυναρτημένη από οποιαδήποτε εντελή πραξιακή διαδικασία. Η «ποιότητα ζωής» δεν κατευθύνεται εσωτερικά προς κάποια κορύφωση , έναν τελικό σκοπό, ενώ εμπεριέχει ως ουσιώδη διάσταση  τη συγκυριακότητα , την αποσπασματικότητα της ύπαρξης. Η ζωή είναι μια σειρά επεισοδίων , βιωμένων από ένα Εγώ αυτοσκηνοθετούμενο,σε μια πολλαπλότητα ρόλων η υπόδυση των οποίων , επάλληλα ή ταυτοχρόνως , κατά τρόπο  ανυπερθέτως παρανοϊκό , συνιστά την αυτοπραγμάτωση. Αυτοπραγμάτωση που παρότι εμπεριέχει το  «αυτό» δεν είναι καν τέτοιο,  αφού δεν αναφέρεται σε ένα οργανωμένο Εγώ αλλά σε δυνατότητες υπόδυσης  χωρίς ηθοποιό.
Η μαζικοδημοκρατική κοινωνία της μετανεωτερικής εποχής , εγκαταλείποντας ή καταστρέφοντας τις ολοποιητικές εναρμονιστικές φιλοδοξίες της νεωτερικότητας, δύο μόνον διαδικασίες κατορθώνει, πρακτικά, να συσχετίσει οργανικά στους κόλπους της :την πολτοποίηση της συλλογικότητας- τα «πρόσωπα» καθίστανται άμορφη μάζα τυποποιημένων μονάδων, διασκορπισμένα  εντός της ισοπεδωτικής εγκοσμιότητας – με τον ατομοκεντρικό υποκειμενισμό υπερφίαλων υπάρξεων, που είναι πάντα πρόθυμες να αναγνωρίσουν υψίστη  σπουδαιότητα στην ιστορική ουτιδανότητα της συνείδησης και των ενεργημάτων της. Εξουδετερώνοντας τη νεωτερική «μεταφυσική της παρουσίας» , δηλαδή το ανθρωποκεντρικό πρότυπο της ηθικής σκέψης των Νέων Χρόνων, συγκροτεί , εξαιτίας της «πανουργίας του Λόγου» που πάντα καιροφυλακτεί για να φέρει τα πάνω κάτω, το πολιτισμικό σύμπαν του φρενήρους ατομισμού, του υπερκαταναλωτισμού και του αγοραίου ευδαιμονισμού.
Το «Ποτάμι» επιχειρεί να αποτελέσει  το μοναδικό γνήσιο εκφραστή αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας. Επαναλαμβάνω της  κοινωνικής πραγματικότητας. Εδώ συνίσταται και η διαφορά του από τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα.  Δεν επιχειρεί να κρύψει το τι εκφράζει . Δεν ορρωδεί μπροστά στις καταγγελίες που εδράζονται σε απόψεις  των κομμάτων της ύστατης νεωτερικότητας οι εκφραστές της οποίας προσποιούνται ότι  δεν έχουν αντιληφθεί, ότι οι ιδέες τους  περί ολοκλήρωσης του σχεδίου της νεωτερικότητας ,έχουν ολοκληρωτικά ηττηθεί και αποτελούν κατάλοιπα παρόμοια της nobilta  nera που διακωμωδούσε ο Fellini στις πρώτες ταινίες του.  Βεβαίως προσποιούνται ,εκτός ελαχίστων «ορθολογικών εκσυγχρονιστών»  που αδυνατούν να κατανοήσουν τι συμβαίνει στον πλανήτη. Προσποιούνται παρότι μεγάλο μέρος της «ιδεολογικής τους συμπεριφοράς» προέρχεται από το ιδεολογικό οπλοστάσιο της μετανεωτερικότητας και του μεταμοντερνισμού.
Επομένως  η μάχη στο πεδίο των ιδεών ή των  πολιτικών προγραμμάτων στο οποίο επιχειρούν να δώσουν τα «παραδοσιακά» κόμματα έχω την εντύπωση ότι δεν πρόκειται να δημιουργήσει ουσιαστικό πρόβλημα στο «Ποτάμι» στην παρούσα συγκυρία όπου εκτός των άλλων η πολυσχιδής κρίση που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία επιδρά καταλυτικά στον περαιτέρω κατακερματισμό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Αξίζει σε αυτό το σημείο να δώσουμε το περίγραμμα της μετανεωτερικής  - μεταμοντέρνας  πολιτιστικής συμπεριφοράς όπως το περιγράφει ο Bauman[1] :
«το πρόβλημα της μετανεωτερικής ταυτότητας συνίσταται στην ουσία, στην αποφυγή των αποκρυσταλλώσεων , στο να μείνουν όλες οι δυνατότητες ανοιχτές. Στο ζήτημα της ταυτότητας , όπως και σε πολλά άλλα, το σύνθημα της νεωτερικότητας ήταν «δημιουργία». Εκείνο της μετανεωτερικότητας «ανακύκλωση».  Το αποτέλεσμα είναι σαφές: «Στη ζωή –παιχνίδι των μετανεωτερικών  καταναλωτών οι κανόνες αλλάζουν αδιάκοπα κατά τη διάρκεια της πατρίδας… Οι κατευθυντήριες αρχές κάθε ορθολογικής συμπεριφοράς γίνονται …»αποφασιστικότητα να ζεις τη μια μέρα μετά την άλλη και να περιγράφεις την καθημερινή ζωή σαν  μια σειρά από ήσσονες επιτακτικότητες». Συνεπάγεται ότι τα ρυθμιστικά ιδεώδη της μετανεωτερικότητας συνοψίζονται σε κανόνες όπως : «Μην αφιερώνεις τη ζωή σου σε μια μόνο αποστολή. Μην ορκίζεσαι συνέπεια και νομιμοφροσύνη σε τίποτε και σε κανένα . Μην επιχειρείς να ελέγξεις το μέλλον, αλλά μην το υποθηκεύεις. Πρόσεχε ώστε οι συνέπειες του παιχνιδιού σου να μην επιζήσουν του ιδίου και αρνήσου την ευθύνη των επιπτώσεων στην περίπτωση που αυτό συμβεί. Απαγόρευσε στο παρελθόν να βαραίνει μέσα στο παρόν. Εν  συντομία , τεμάχισε το παρόν στα δυό του άκρα, απόκοψέ το από την Ιστορία. Κατάργησε κάθε μορφή χρόνου αλλιώτικη από ένα σύνολο ή μια αυθαίρετη διαδοχή στιγμών του παρόντος. Υπόταξε τη ροή του χρόνου σε ένα συνεχές παρόν».
Οι προσταγές αυτές , ηθικές κορωνίδες των μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων, αποτυπώνουν με ενάργεια τη φυσιογνωμία της μαζικοδημοκρατικής κοινωνίας της «άγνοιας», που πρόθυμα αποκαλείται «κοινωνία της γνώσης», προκειμένου να συγκαλύψει το γεγονός ότι η αχρονία της ατομικής και συλλογικής συνείδησης καθιστά και περιττή και ανέφικτη τη μέθεξη σε όσα μέχρι πρότινος ονομάζονταν υψηλός πολιτισμός. Στην παιγνιώδη δίνη του καταναλωτικού ευδαιμονισμού η μνήμη αναστέλλεται. Μαζί της καταλύεται και η δυνατότητα προσοικείωσης του πολιτισμικού κεκτημένου, εφ’ όσον αυτή είναι αδύνατη δίχως σύλληψη της ιστορικότητας των πολιτισμικών μορφωμάτων. Ο πολιτισμικός απαλφαβητισμός , όρος ύπαρξης και επιβίωσης της «κοινωνίας της γνώσης ή της πληροφορίας», επεκτείνεται και αγκαλιάζει όλες τις πτυχές του βιώματος. Η συνομιλία με το παρελθόν φαντάζει επιζήμια ή γελοία. 
Είναι χαρακτηριστική  η αναφορά που κάνει ο Bauman σε ένα άλλο του βιβλίο[2] που συνάδει α απολύτως με τα παραπάνω: «Οι κάτοικοι της Λεονίας, μιας από τις Αόρατες Πόλεις του Ίταλο Καλβίνο, θα έλεγαν, αν τους ρωτούσαν, ότι το πάθος της πόλης τους είναι «να απολαμβάνει καινούργια και διαφορετικά πράγματα». Πράγματι, «κάθε πρωί ο πληθυσμός… φοράει ολοκαίνουριες ρόμπες, βγάζει από το πλέον τελειοποιημένο ψυγείο σφραγισμένα ακόμα τενεκεδένια κουτάκια, ακούγοντας τα καινούργια τραγούδια από το τελευταίο μοντέλο της συσκευής». Κάθε πρωί όμως «τα υπολείμματα της χθεσινής Λεονίας περιμένουν το κάρο του σκουπιδιάρη», ώστε δικαίως θα αναρωτιόταν κανείς αν το αληθινό πάθος της πόλης δεν είναι «μάλλον να αποβάλλει, να διώχνει μακριά της, να ξεφορτώνεται κάθε περιοδική μιαρότητα». Ειδάλλως γιατί οι σκουπιδιάρηδες να «γίνονται αποδεκτοί σαν άγγελοι» ακόμα και αν η αποστολή τους «έχει τον σιωπηρό σεβασμό όλων..» και δικαιολογημένα , βέβαια,: «Αφού κάποιος πετάξει ό,τι είναι να πετάξει, δεν θέλει πλέον να έχει την έγνοια του».
Δεν είναι άραγε οι κάτοικοι του ρευστού μετανεωτερικού κόσμου μας σχεδόν πανομοιότυποι με τους κατοίκους της Λεονίας;  Οι πλέον « ιδεολογικά συνειδητοποιημένοι» (σε μια εποχή που οι ίδιοι ομιλούν περί του τέλους των ιδεολογιών) δεν έχουν το δικαίωμα να εκφραστούν και «πολιτικά» με έναν τρόπο που να συνάδει με τις αντιλήψεις τους;




[1] Z. Bauman, Le vie en miettes, Editions du Rouergue (10 novembre 2003)
[2] Ζ. Μπάουμαν, Ρευστή Αγάπη, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006,σ.14-15.