Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Η ασκούμενη οικονομική πολιτική είναι θεωρητικά λανθασμένη και πρακτικά αναποτελεσματική .


του Κώστα Μελά


Θυμάται άραγε κανείς ποιοι είναι οι τελικοί στόχοι του Μνημονίου μέσα στην παραζάλη των συνεχών και αλλεπάλληλων μέτρων συσταλτικής πολιτικής που λαμβάνουν οι ελληνικές κυβερνήσεις . Ας το υπενθυμίσουμε λοιπόν: η ελληνική οικονομία θα πρέπει να δημιουργήσει συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 5,0-6,0% του ΑΕΠ και να αναπτύσσεται με 2,0-3,0% ετησίως έτσι ώστε αφενός να μπορεί αν αποπληρώνει τις υποχρεώσεις της ώστε το ΔΧ/ΑΕΠ το 2020 να αντιστοιχεί στο 120,0% και αφετέρου να ξανακερδίσει την   εμπιστοσύνη από τις χρηματοπιστωτικές αγορές έτσι ώστε να μπορεί να δανεισθεί τα απαιτούμενα κεφάλαια για την λειτουργία της οικονομίας της και πρωτίστως την αναπτυξιακή. Το ότι κανείς δεν ομιλεί για όλα αυτά δεν σημαίνει ότι δεν εξακολουθούν να λειτουργούν ως προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Όμως πόσο απέχει η σημερινή κατάσταση από την σχεδιασθείσα επί χάρτου;
Τα μέτρα που έχουν ληφθεί και συνεχίζουν να λαμβάνονται και θα συνεχίσουν να λαμβάνονται (παρά τα όσα υπόσχονται οι κυβερνώντες)  μειώνουν δραστικά  το ΑΕΠ. Αυτό είναι γνωστό σε όσους επιβάλλουν αλλά και σε όσους απλά  ασκούν την οικονομική πολιτική. Δεν αποτελεί προνόμιο των οικονομικών αναλυτών που το επαναλαμβάνουν κατά κόρον ως τρομακτικό αμαχητό επιχείρημα στη καθημερινή διαμάχη που διεξάγεται στα ΜΜΕ.  Το σωστό επιχείρημα είναι το μέγεθος της ύφεσης σε σχέση με τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις που είχαν πραγματοποιηθεί. Είναι πολύ σοβαρό επιχείρημα η απόκλιση του μεγέθους της πραγματοποιημένης μείωσης του ΑΕΠ σε σχέση με την εκτιμώμενη, διότι το ΑΕΠ αποτελεί υπό μιαν έννοια το μέτρο με το οποίο υπολογίζονται όλα τα υπόλοιπα μεγέθη (μέσα ή στόχοι) . Μια αστοχία στην πρόβλεψη του μεγέθους του ΑΕΠ προκαλεί πλήρη αποτυχία ουσιαστικά στο πρόγραμμα διότι παρασύρει και τα υπόλοιπα μεγέθη. Άρα λοιπόν το  επιχείρημα ότι τα μέτρα προκαλούν ύφεση είναι τουλάχιστον μαχητό για να μην πούμε διάτρητο. Το σωστό επιχείρημα θα ήταν η αστοχία της πρόβλεψης αλλά και μια μεγάλη αστοχία  στην πρόβλεψη σχετικά με το  χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ελληνική οικονομία θα βρίσκεται σε ύφεση .  Σύμφωνα με τις αρχικές προβλέψεις του Μνημονίου η υπολογιζόμενη συνολική  ύφεση θα έφθανε στο 6,6% του ΑΕΠ για τα έτη 2010-2011.Το 2012 υπολογιζόταν ότι θα είχαμε μεγέθυνση 1,1% του ΑΕΠ. Αντιθέτως η συνολική ύφεση τα έτη 2010-2011 έφθασε στο 10,4% του ΑΕΠ και το 2012 υπολογίζεται στο 7,4% του ΑΕΠ. Συνολικά για τα τρία χρόνια του προγράμματος έχουμε ύφεση της τάξεως του 17,8% του ΑΕΠ. Αν υπολογίσουμε ότι και τα δύο προηγούμενα έτη 2008 και 2009 υπήρχε ύφεση (0,2% και 3,2%) αθροιστικά  3,4% η συνολική ύφεση τα τελευταία πέντε χρόνια (2008-2012) θα φθάσει τα 21,2% του ΑΕΠ. Για να γίνει αντιληπτό αυτό μπορούμε να δώσουμε τα απόλυτα νούμερα : το 2008 το ΑΕΠ της Ελλάδος ήταν 232.920 δις ευρώ ενώ το 2012 θα περιορισθεί σε 199.171 δις ευρώ. Δηλαδή μείωση κατά  33749 δις ευρώ .  Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία παρήγαγε μικρότερο συνολικό προϊόν , κατά το αναφερθέν μέγεθος, γεγονός που σημαίνει ότι και  οι αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας ,  το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα και οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών μειώθηκαν συνολικά, κατά το αντίστοιχο ποσό. Τα νέα μέτρα 11,5 έως 13,0 δις ευρώ, για τα έτη 2013 και 2014  είναι βέβαιο ότι θα έχουν σημαντικά συσταλτικά αποτελέσματα στο ΑΕΠ. Θα λειτουργήσουν περαιτέρω υφεσιακά. Μάλιστα το ΔΝΤ υπολογίζει περαιτέρω ύφεση για το 2013 : 3,5%, το 2014: 1,5% και το 2015: 0,5% .Αυτό αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα που έχουμε. Τα περίφημα διαρθρωτικά μέσα , ακόμη και αν εφαρμοστούν πλήρως σύμφωνα με τις οδηγίες της Τρόϊκας , θα χρειαστεί μεγάλο διάστημα για να δούμε αν θα αποδώσουν στην ελληνική οικονομία.  Επομένως στο προσεχές διάστημα δεν θα πρέπει να περιμένουμε θετικά αποτελέσματα από αυτή την πλευρά. Όμως αυτή η τρομακτική μείωση του ΑΕΠ λόγω της συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής με στόχο την εξισορρόπηση της ελληνικής οικονομίας σε «κατώτερο επίπεδο ισορροπίας» σε ποιο βαθμό είναι ελεγχόμενη από τους ασκούντες την οικονομική πολιτική ; Γιατί μια οικονομία που κατρακυλάει με ρυθμούς έξω από τους σχεδιασθέντες μέχρι σήμερα , μπορεί να θεωρήσουμε ότι θα την καθοδηγήσουν έτσι ώστε να επιτύχει αλλά και να ισορροπήσει  σε ένα «επιθυμητό κατώτερο  επίπεδο;».  Ποιο είναι όμως αυτό το επίπεδο ; Όπως έχουν εξελιχθεί τα γεγονότα στην ελληνική οικονομία το «κατώτερο επιθυμητό επίπεδο ισορροπίας εισοδήματος» ήταν αρχικά για το Μνημόνιο  εκείνο το επίπεδο που αντιστοιχούσε σε συνολική ύφεση – μείωση του ΑΕΠ κατά 6,6% . Αυτό το επίπεδο από τη στιγμή που τα αποτελέσματα για το πρωτογενές έλλειμμα δεν επετεύχθησαν άλλαξε άρδην και μεταφέρθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο δεδομένου ότι πάρθηκαν νέα συσταλτικά μέσα ώστε να επιτευχθεί ο πρωταρχικός στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Συνεπώς το «κατώτερο επιθυμητό επίπεδο ισορροπίας του εισοδήματος» είναι συνάρτηση όχι μόνο της επίτευξης όποιου  πρωτογενούς πλεονάσματος , αλλά της επίτευξης συγκεκριμένου ύψους πρωτογενούς πλεονάσματος  σε συνδυασμό με μεγέθυνση του ΑΕΠ και συγκεκριμένου ύψους επιτοκίου δανεισμού.
Με τον τρόπο αυτό και η δημοσιονομική προσαρμογή παρά τον βίαιο , οριζόντιο , μη επιλεκτικά  στοχευμένο και ουσιαστικά τυφλό τρόπο με τον οποίο ασκείται   τα τελευταία τρία χρόνια ,  υπολείπεται σημαντικά  των τεθέντων στόχων, τόσο σε ποσοτική όσο και σε ποιοτική αποτίμηση . Δηλαδή δεν επιτυγχάνονται ούτε οι γενικοί ποσοτικοί στόχοι , ούτε ο τρόπος που προσεγγίζονται συνάδει με αυτόν που είχε προγραμματιστεί.
Παρακολουθούμε όλοι έκπληκτοι ,μια δημοσιονομική προσαρμογή που δύσκολα κανείς την εντάσσει σε οποιαδήποτε θεωρία της οικονομικής πολιτικής: περισσότερο ομοιάζει με εκτέλεση διοικητικής εντολής με συγκεκριμένους  στόχους.  Τούτο λέγεται μετά λόγου γνώσεως και με βάση τα πορίσματα της θεωρίας της οικονομικής πολιτικής. Παραβιάζεται κατ’ αρχάς ,η  βασική αρχή της οικονομικής πολιτικής ,σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των μέσων πολιτικής πρέπει να είναι ίσος με τον αριθμό των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν[1].
Το αποτέλεσμα είναι η ασκούμενη οικονομική πολιτική να  είναι εξ’ αρχής  αναποτελεσματική , και ως εκ τούτου επιβαρυντική ουσιαστικά για τη λειτουργία της  οικονομίας στο σύνολό της . Όμως αξίζει να πούμε δύο λόγια για το τι σημαίνει , σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, αποτελεσματική οικονομική πολιτική . Σημαίνει αφενός ότι υπάρχει σημαντικά μεγάλη πιθανότητα να επιτευχθούν οι τιθέμενοι στόχοι (δεδομένου του καθεστώτος αβεβαιότητας εντός του οποίου λειτουργεί η οικονομία) και η επίτευξη αυτή θα γίνει με το μικρότερο δυνατό κόστος. Το κόστος μετριέται σε μονάδες ευημερίας οι οποίες μεταφράζονται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης , σε ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ , σε ποσοστό ανεργίας και σε άλλα ακόμα μεγέθη οικεία στους οικονομολόγους. Επειδή όμως όλα τα μεγέθη στην οικονομία παρουσιάζονται ως κόστη ευκαιρίας , είναι φανερό με βάση τη θεωρία ότι μια οικονομική πολιτική που δεν υπακούει στους κανόνες του θεωρητικού υποδείγματος ex principio , θα έχει μεγαλύτερο κόστος από την ωφέλεια που αναμένεται να προκαλέσει στο μέλλον.
 Αν μεταφέρουμε τα παραπάνω στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας διαπιστώνουμε τα ακόλουθα:  το πρωταρχικό και παρασάγγας σημαντικότερο κόστος είναι αυτό της ανεργίας (24,0% το 2012).Ακολουθούν και άλλα: η μείωση της αγοραστικής δύναμης των ελλήνων πολιτών (ήδη έφθασε στα επίπεδα του τέλους της δεκαετίας του 1970) η  απαξίωση της ακίνητης και κινητής περιουσίας  των ελλήνων πολιτών (οι μειώσεις των τιμών των ακινήτων και όλων των άλλων περιουσιακών στοιχείων : από τα αυτοκίνητα μέχρι όλες τις κινητές αξίες), δυσπραγία και χαμηλό επίπεδο παρεχομένων πάσης φύσεως υπηρεσιών του δημοσίου  , σημαντική καταστροφή οικονομικών πόρων (κλείσιμο επιχειρήσεων, συγχωνεύσεις τραπεζικού συστήματος ) κτλ. Το όφελος  το οποίο γενικά ταυτίζεται  με την  μη ουσιαστική  πτώχευση , θα πρέπει να γίνει  συγκεκριμένο . Δηλαδή  ποιο είναι το αποδεκτό κατώτατο σημείο ισορροπίας της ελληνικής οικονομίας για τους ασκούντες την οικονομική πολιτική;   Εδώ οι ασκούντες την οικονομική πολιτική δεν απαντούν,  η ανάκαμψη της οικονομίας μετατίθεται πάντοτε  για αργότερα, αλλά πόσο αργότερα; 
Οι ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας της οποίες προσπαθούν να εξισορροπήσουν οι χαράσσοντες και ασκούντες την οικονομική πολιτική είναι:  ανισορροπία δημοσιονομικού ελλείμματος , ανισορροπία ΔΧ/ΑΕΠ , ανισορροπία ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών. Σύμφωνα με τη θεωρία θα έπρεπε να διαθέτουν τουλάχιστον τρία μέσα οικονομικής πολιτικής (πχ επιτόκιο, συναλλαγματική ισοτιμία, δημόσιες δαπάνες, φορολογικοί συντελεστές, πραγματικό μισθό κτλ ). Σε διαφορετική περίπτωση οι στόχοι μπορεί να εμφανίζονται λογικά αντιφατικοί και πρακτικά αλληλοσυγκρουόμενοι.  Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί το ακόλουθο:  ο περιορισμός της ζήτησης που απαιτείται για την εξισορρόπηση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν συνάδει με την άνοδο της δραστηριότητας που επιβάλλει η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων. Μάλιστα τα πράγματα καθίστανται δυσμενέστερα όταν αυτές οι πολιτικές επιβάλλεται να έχουν αποτέλεσμα σε τόσο βραχύ διάστημα που καμιά οικονομία δεν το έχει καταφέρει. Είναι γεγονός ότι η εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική μέσα στο πλαίσιο του δευτέρου μνημονίου και των επιταγών των εφαρμοστικών νόμων οφείλει να επιτύχει ένα ευρύ φάσμα ενδιαμέσων στόχων, η επίτευξη των οποίων είναι προϋπόθεση για την επαναφορά της οικονομίας σε ισορροπία και ακολούθως σε τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης.
Οι διαμορφωτές του Μνημονίου   οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα έχουν στη διάθεσή τους όμως  ένα μόνο μέσο άσκησης πολιτικής ,τον ονομαστικό μισθό,  και καλούνται με τον μισθό να εξισορροπήσουν όλες τις ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας. Είναι άξιον να αναφερθεί ότι από τα 11,5 δις ευρώ (καθαρά) νέα μέτρα , τα 9,0 δις ευρώ αφορούν σε μισθούς –συντάξεις – προνοιακά επιδόματα και μόνο 2,5 δις σε μείωση λειτουργικών δαπανών του δημοσίου. Συνολικά την περίοδο 2010-2011 οι περικοπές των συντάξεων και οι μειώσεις των μισθών ανήλθαν αθροιστικά σε 16,2 δισ. ευρώ (ή 8% του ΑΕΠ). Δηλαδή σχεδόν η συνολική  μείωση των πρωτογενών δαπανών του δημοσίου (2009: -10,4% , 2011: -2,2%) προήλθε από τις μειώσεις των ονομαστικών αμοιβών της εργασίας.
Μάλιστα διαθέτουν και χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο μέσο που οι κυβερνήσεις αποφεύγουν να χρησιμοποιούν  λόγω της αναποτελεσματικότητάς του και συνεπώς του υψηλού κόστους του στη γενικότερη λειτουργία της συνολικής οικονομίας .  Η συνεχής μείωση των ονομαστικών μισθών μόνο σε οικονομίες όπου δεν λειτουργούν συλλογικές συμβάσεις και είναι κρατικοποιημένες μπορούν να επιβληθούν διοικητικά. Διαφορετικά δεν υπάρχει τρόπος να επιβληθεί ομοιόμορφη μείωση των ονομαστικών ρυθμών.
Η στενότητα μέσων άσκησης της οικονομικής πολιτικής οφείλεται στον πρόσθετο λόγο ότι η συμμετοχή της χώρας στη νομισματική ένωση την αποστερεί ορισμένων βασικών μέσων οικονομικής πολιτικής τα οποία στην τρέχουσα συγκυρία θα βοηθούσαν στην εξισορρόπηση και συμβιβασμό κάποιων στόχων. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα πρέπει να οδηγηθεί στον γκρεμνό, επειδή η νομισματική ένωση κατά τρόπο λανθασμένο και αντεπιστημονικό , έχει θεσπίσει να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.
Τα παραπάνω ενισχύουν την άποψη ότι το μείγμα της οικονομικής πολιτικής απαιτεί βελτίωση και κυρίως εμπλουτισμό με νέα μέσα προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερο. Τα μέσα πολιτικής στο οπλοστάσιο αυτών που διαμορφώνουν και ασκούν πολιτική πρέπει να αυξηθούν έτσι ώστε να διαθέτουν ένα επαρκή αριθμό μέσων ανάλογο του αριθμού των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν. Εδώ ανοίγεται μια νέα συζήτηση   σχετικά με το ποια μπορούν να είναι αυτά τα μέσα  που θα δώσουν νέους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής  και θα «απαλλάξουν» στη κυριολεξία  τον ονομαστικό μισθό από το αδιέξοδο (και όχι δύσκολο)  έργο που του έχει ανατεθεί.  Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να είναι  απλά «επιστημονική» διότι η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται στην ελληνική οικονομία έχει συγκεκριμένα ιδεολογικά και θεωρητικά θεμέλια και συγκεκριμένη κοινωνική στόχευση . Συνεπώς η οποιαδήποτε αλλαγή  υποδείγματος  θα μπορέσει να επιβληθεί μόνο όταν αλλάξει και η  κοινωνική  στόχευση .

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ  31.08.2012














[1] Υπάρχουν και περιπτώσεις που αυτό δεν είναι απαραίτητο αλλά δεν εμπίπτει στην περίπτωση που συζητούμε.