Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Σκέψεις για τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ (28-29 Ιουνίου 2012)

του Κώστα Μελά


Στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής (27-28 Ιουνίου 2012) πάρθηκαν ορισμένες αποφάσεις οι οποίες συζητήθηκαν αρκετά δεδομένου ότι πολλοί διεθνείς αναλυτές αλλά και γενικά ο διεθνής τύπος επικεντρώθηκε σε αυτές  αποδίδοντάς τους ξεχωριστή σημασία.
Η αποδιδόμενη ξεχωριστή σημασία έχει να κάνει τόσο με τις αποφάσεις αυτές καθ’ αυτές αλλά και με τον τρόπο που αυτές επετεύχθησαν. Ας αρχίσουμε την ανάλυσή μας αφιερώνοντας δύο λόγια στο δεύτερο σημείο: η απειλή μη συμφωνίας  εκ μέρους του πρωθυπουργού της Ιταλίας συνεπικουρούμενου από τον αντίστοιχο της Ισπανίας στο κοινό ανακοινωθέν του Συμβουλίου , αν δεν συμπεριληφθούν σε αυτό  συγκεκριμένα μέτρα που θα απέτρεπαν την αύξηση των αποδόσεων των ιταλικών ομολόγων και παράλληλα θα επέτρεπαν την ανακεφαλαιοποίηση των ισπανικών τραπεζών κατευθείαν από τους μηχανισμούς στήριξης (EFSF και ESM )και όχι μέσω του ισπανικού κράτους, οδήγησε σε υποχώρηση την γερμανίδα καγκελάριο και σε αποδοχή των συγκεκριμένων προτάσεων. Το γεγονός αυτό παρά το ότι χαιρετίστηκε ως κάτι το ιδιαίτερο αποτελεί στην ιστορική διαδρομή της ΕΕ  έναν καθιερωμένο τρόπο διαπραγμάτευσης με εξ ίσου καθιερωμένη κατάληξη : ένα επίσης καθιερωμένο συμβιβασμό. Οι αποφάσεις στην ΕΕ λαμβάνονται από  εκατέρωθεν εκβιασμούς των συμμετεχόντων – ενδιαφερομένων οι οποίοι πάντοτε καταλήγουν σε μεγαλόστομους συμβιβασμούς, αφού προηγουμένως οι αντικειμενικές συνθήκες , κατά το κοινώς λεγόμενο έχουν υπερωριμάσει.. Έτσι και τώρα , το κόστος δανεισμού της Ισπανίας και της Ιταλίας είχε ανέβει στο υψηλότερο υποφερτό σημείο κάτι που εξανάγκασε τους πρωθυπουργούς των δύο ενδιαφερομένων χωρών να τοποθετηθούν κατά τρόπο αυτονόητο και την καγκελάριο της Γερμανίας να δεχτεί από τα αυτονόητα αυτό που θεωρεί ότι έχει το μικρότερο κόστος για την χώρα της, και να συνεχίζει να κομπάζει για την ορθότητα της ασκούμενης πολιτικής εκ μέρους της.     Συνεπώς δεν συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό  όλων όσοι κραύγασαν Vitoria των Νοτίων επί των Βορείων. Απλά για αρκετό διάστημα οι Νότιοι είχαν αφεθεί παντελώς στις ορέξεις των Βορείων θεωρώντας ότι όσοι έχουν τα χρήματα έχουν και την εξουσία. Όμως σημασία δεν έχει ποιος κατέχει τα χρήματα αλλά ποιος αποφασίζει για αυτά.
Τώρα περνούμε να θέσουμε υπό τη βάσανο της κριτικής τις αποφάσεις που ελήφθησαν :
Αποφασίστηκε η δυνατότητα  ανακεφαλαιοποίησης των  τραπεζών των χωρών (που δεν βρίσκονται σε προγράμματα στήριξης)  με απευθείας χρηματοδότηση από τους μηχανισμούς στήριξης (τον προσωρινό EFSF ή τον μόνιμο ESM όταν τεθεί σε λειτουργία). Άμεσα αφορά στην Ισπανία. Βασική προϋπόθεση για να τεθεί σε λειτουργία είναι η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Εποπτικού Μηχανισμού του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος.  Η πρώτη ανάγνωση φαντάζει θετική. Αποδεσμεύεται το δημόσιο χρέος των χωρών από την επιβάρυνση των δανειακών κεφαλαίων που απαιτούνται για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Σπάει ο δεσμός αλληλεξάρτησης δημοσίου χρέους και χρέους ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών που μέχρι σήμερα δημιουργούσε ένα φαύλο κύκλο. Όμως πάλι παραμένει το εξής πρόβλημα : ο  ESM  , ο οποίος θα λειτουργεί ως μηχανισμός διάσωσης του τραπεζικού συστήματος από την επίθεση των χρηματοπιστωτικών αγορών θα πρέπει να απευθύνεται σε αυτές για να βρει τα απαιτούμενα κεφάλαια διάσωσης. Παράλληλα η μη αποδοχή της πρότασης των Γάλλων να μετατραπεί σε τραπεζικό ίδρυμα ώστε να μπορεί να δανείζεται από την ΕΚΤ, δεν επιτρέπει στο μηχανισμό  χρηματοπιστωτικής σταθερότητας την απεριόριστη πρόσβαση στα κεφάλαια της ώστε αυτή να έχει το ρόλο του έσχατου πιστωτή και συνεπώς να σπάσει η εξάρτηση του από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Δηλαδή η Γερμανία απέτρεψε για ακόμα μια φορά στη ΕΚΤ να λειτουργήσει ως μια κανονική κεντρική τράπεζα.
Όμως ακόμα και αυτή η απόφαση  βρίσκεται υπό την αίρεση της δημιουργίας του πανευρωπαϊκού εποπτικού μηχανισμού του χρηματοπιστωτικού συστήματος η μελέτη για τη δημιουργία του οποίου παραπέμφθηκε σε επιτροπή , τα αποτελέσματα της οποία θα συζητηθούν στη σύνοδο του Δεκεμβρίου 2012. Αν υπάρξει κατ’ αρχάς συμφωνία  θα χρειαστεί η τεχνική επεξεργασία , οπότε καλώς εχόντων των πραγμάτων θα τεθεί σε εφαρμογή προς το τέλος της Άνοιξης του 2013. Όμως είναι έτοιμη η ΕΕ για ένα τέτοιο μηχανισμό; Νομίζω πως όχι. Πρώτα θα πρέπει να λύσει το πρόβλημα ποιος θα είναι ο Επόπτης. Θα είναι η ΕΚΤ ή κάποιος ανεξάρτητος οργανισμός κατά τα βρετανικά πρότυπα. Εδώ σίγουρα θα υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων δεδομένου ότι η ΕΚΤ είναι ένας απολύτως ανεξάρτητος οργανισμός , με ελάχιστη διαφάνεια των λειτουργιών σε σχέση πχ με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ η οποία δημοσιεύει όλα τα στοιχεία και ελέγχεται στενά από το κογκρέσο. Όλες οι χώρες της ΕΕ θα παραχωρήσουν την εποπτεία του τραπεζικού τους συστήματος στην ΕΚΤ; Θα αποστερηθούν την δυνατότητά τους να «χρησιμοποιούν» το τραπεζικό τους σύστημα σύμφωνα με τις ανάγκες της οικονομίας τους; Η Γερμανία έχει ένα τραπεζικό σύστημα (μέρος του) προσανατολισμένο καθαρά στις επενδυτικές και αναπτυξιακές ανάγκες της οικονομίας της. Οι χώρες του Νότου χρησιμοποιούν το τραπεζικό τους σύστημα για να εξυπηρετεί τις δανειακές τους ανάγκες (με το αζημίωτο) μέσω της αγοράς ομολόγων. Άλλες χώρες χρησιμοποιούν το τραπεζικό τους σύστημα κυρίως για τα επενδυτικά του χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Εξάλλου όλες οι προσπάθειες οριζόντιας αντιμετώπισης προβλημάτων , χωρίς την αποδοχή των ιδιομορφιών κάθε χώρας (κάτι που αποτελεί τη φύση της Ευρώπης) αντί να οδηγεί σε κατάσταση μεγαλύτερης ισορροπίας απλά αυξάνει υπέρμετρα την εντροπία του συστήματος προκαλώντας όλο και περισσότερη ανισορροπία πλησιάζοντας σε κατάσταση έκρηξης. Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι αν αυτός ο μηχανισμός θα αφορά μόνο την Ευρωζώνη ή και τις υπόλοιπες 10 χώρες της ΕΕ. Είναι δύσκολο οτιδήποτε αποφασιστεί η ΜΒ να παραχωρήσει την παραμικρή κυριαρχία επί του χρηματοπιστωτικού της συστήματος σε ευρωπαϊκή αρχή. Εδώ έπεισε την Ευρωπαϊκή αρχή ότι το Τζέρσεϋ και το Γκέρσεϋ  δεν ανήκουν γεωγραφικά στην Ευρώπη ώστε να αποτελούν φορολογικούς παραδείσους. Το City του Λονδίνου αποτελεί την πηγή κυριαρχίας της ΜΒ. Επομένως  τα πράγματα δυσκολεύουν. Θα προχωρήσει η ευρωζώνη σε διαχωρισμό λειτουργίας εντός της ΕΕ σχετικά με τη λειτουργία των τραπεζών όταν επί δέκα χρόνια προσπαθεί να δημιουργήσει ενιαίο χρηματοπιστωτικό χώρο; Δύσκολη απάντηση. Επίσης υπάρχουν σοβαρές αντιρρήσεις από τη μεριά γερμανών ιθυνόντων για  την σχεδιαζόμενη ένωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα.  Κατά την άποψή τους, αυτό σημαίνει ότι «όλες οι χώρες του ευρώ θα πρέπει να εγγυηθούν τα χρέη των τραπεζών της ευρωζώνης». Και επειδή τα χρέη των τραπεζών είναι τρεις φορές περισσότερα από το δημόσια ελλείμματα, είναι «λάθος να ζητήσουμε τώρα από φορολογούμενους, συνταξιούχους και αποταμιευτές των χωρών με ισχυρές οικονομίες να εγγυηθούν για το συνολικό χρέος». Υπάρχει ακόμα το πρόβλημα αν χρειάζεται να αλλάξει το καταστατικό του ESM ώστε να μπορεί να δανείζει κατευθείαν τις τράπεζες. Όμως σε τέτοιες περιπτώσεις πάντοτε βρίσκεται νομική φόρμουλα in senso lato , αποδεικνύοντας ότι η πολιτική βούληση επικυριαρχεί  επί όλων των υπολοίπων υποσυστημάτων του κοινωνικού σχηματισμού.
Η Τρίτη απόφαση αφορά στη δυνατότητα των μηχανισμών στήριξης να αγοράζουν ομόλογα χωρών που ασκούν «σωστή» δημοσιονομική πολιτική από την πρωτογενή όσο και από τη δευτερογενή αγορά. Η πρόσβαση στη χρηματοδοτική συνδρομή από τον ΕΜΣ θα παρέχεται με βάση αυστηρούς όρους πολιτικής, σύμφωνα με πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής και εμπεριστατωμένη ανάλυση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, που θα διενεργεί η Επιτροπή από κοινού με το ΔΝΤ και σε συνεργασία με την ΕΚΤ.
Ο ΕΜΣ θα διαθέτει συμβούλιο διοικητών, αποτελούμενο από τους υπουργούς Οικονομικών των κρατών-μελών της ευρωζώνης (ως μέλη με δικαίωμα ψήφου), ενώ ο Ευρωπαίος επίτροπος για τις οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις και ο πρόεδρος της ΕΚΤ θα συμμετέχουν ως παρατηρητές.
Θα είναι ο ανώτατος φορέας λήψης αποφάσεων του ΕΜΣ και θα λαμβάνει τις ακόλουθες σημαντικές αποφάσεις με αμοιβαία συμφωνία:
- Χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής - όρους και προϋποθέσεις της χρηματοδοτικής συνδρομής - δανειοδοτική ικανότητα του ΕΜΣ. Αλλαγές της δέσμης των προβλεπόμενων μέσων. Όλες οι άλλες αποφάσεις του συμβουλίου των διοικητών θα λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά. Η ειδική πλειοψηφία ορίζεται σε ποσοστό 80% των ψήφων. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Μόντι ζητούσε να προσδιορίσει ο ΕSM πλαφόν στο κόστος δανεισμού της χώρας του. Αυτό θα ήταν καινούριο, όμως η ιδέα απερρίφθη.
Η τέταρτη απόφαση αφορά στο αναπτυξιακό σκέλος και προβλέπει επενδύσεις ίσες με 1,0% του κοινοτικού ΑΕΠ , δηλαδή 120 δις ευρώ. Νομίζω ότι το ποσό είναι αρκετά χαμηλό για να επιλύσει τα προβλήματα μεγέθυνσης του ΑΕΠ της ΕΕ το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση στασιμότητας προς την ύφεση.

Η  σύνοδος κορυφής της περασμένης εβδομάδας ήταν κάποια πρόοδος;  Θα μπορούσαμε να πούμε ναι σε σχέση με την απόλυτη απραξία της προηγούμενης περιόδου.  Όμως, υπάρχει κάτι που δεν άλλαξε: οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. συνεχίζουν να κάνουν το ίδιο βασικό λάθος. Επιχειρούν να επιλύσουν ταυτόχρονα  τρεις διαφορετικούς στόχους, ο καθένας εκ των οποίων είναι σε διαφορετικό βαθμό επείγων. Τα προβλήματα της Ευρωζώνης μπορεί να είναι περίπλοκα, όμως η δέουσα σειρά αντιμετώπισής τους όχι. Πρώτα αντιμετωπίζεται η κρίση εμπιστοσύνης που καθιστά αφερέγγυες τις κυβερνήσεις. Αυτό δεν μπορεί να σημαίνει παρά μεγέθυνση της οικονομίας.  Δεύτερον, επιδιόρθωση  το δημοσιονομικού-χρηματοπιστωτικού συστήματος  για να μειωθούν οι πιθανότητες νέας κρίσης. Τρίτον, αντιμετωπίζονται οι ς βαθιές αιτίες των προβλημάτων της Ευρωζώνης - δηλαδή το ίδιο το κοινό νόμισμα. Οι ηγέτες της Ε.Ε. επιχειρούν να τα συνδέσουν και τα τρία, κινδυνεύοντας να αποτύχουν σε όλα.
Όταν καταρρέει η εμπιστοσύνη σε έναν οφειλέτη και οι αρχές θέλουν να πείσουν τις αγορές ότι δεν θα επέλθει στάση πληρωμών, πρέπει άμεσα να δεσμευθούν ότι θα κάνουν αυτό που πρέπει. Η απεριόριστη στήριξη είναι συχνά φθηνότερη εντέλει, διότι είναι αξιόπιστη. Η σύνοδος κορυφής της περασμένης εβδομάδας αντιθέτως  δεν πρόσφερε κανένα νέο πόρο. Δεν προστέθηκαν νέα κεφάλαια στον ΕSM για να διεκπεραιώσει τα νέα του καθήκοντα. Ο μηχανισμός έχει μόλις 500 δισ. ευρώ, εκ των οποίων μεγάλο μέρος έχει ήδη δεσμευθεί. Ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό, άνω των 2 τρισ. ευρώ, θα απαιτούνταν για να γίνει ό,τι ζήτησε ο κ. Μόντι και να στηριχθεί η δέσμευση περί πλαφόν στα επιτόκια των προβληματικών χωρών. Η κ. Μέρκελ πιστεύει ότι αυτό που χρειάζεται είναι η πίεση και όχι ο χρόνος, ότι χρειάζεται ύφεση, υψηλή ανεργία και απειλή άμεσης κατάρρευσης για να χαράξει η Ευρώπη αποτελεσματικούς νέους κανόνες. Τι μέλλει γενέσθαι;
Κώστας  Μελάς  05.07.2012