Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Σκέψεις για το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής.

του Κώστα Μελά.

Το   Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τετάρτη 31.10.2012 προβλέπει μέτρα για την περίοδο 2013-2016 το ύψος των οποίων φθάνει στο τρομακτικό μέγεθος των 18,886 δις ευρώ από τα οποία, περίπου 9,4 δις. ευρώ θα ληφθούν το 2013,( και στη συντριπτική πλειονότητά τους- 6,064 δις. ευρώ- θα  αφορούν σε νέες μειώσεις μισθών, συντάξεων και προνοιακών επιδομάτων). Το 2014 θα ληφθούν επιπλέον μέτρα ύψους  4,886 δις ευρώ ενώ τη διετία 2015-16 νέες περικοπές θα συνεχιστούν με νέα μέτρα ύψους 4,6 δις ευρώ.
Όπως και τα προηγούμενα προγράμματα είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο για την πορεία της ελληνικής οικονομίας μέχρι το 2016  (πχ. μιλά για ανάπτυξη 3,5% το 2016),  χωρίς  όμως να εξηγεί με πειστικό τρόπο από πού θα προέλθει αυτή η ανάπτυξη. Με κάθε βεβαιότητα η υπεραισιοδοξία του προγράμματος θα χτυπήσει βίαια στην οικονομική πραγματικότητα με αποτέλεσμα την επανάληψη του θεάτρου που είμαστε μάρτυρες τα τελευταία τρία χρόνια : κατάρρευση των προσδοκιών , βάθεμα της κρίσης, επέκταση της αβεβαιότητας , αύξηση της κατάθλιψης στην κοινωνία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΜΠΔΠ  και ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης δημοσιονομικής προσαρμογής, η δημόσια κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να μειώνεται μέχρι το 2016 (-3,8% κατά μέσο όρο για την περίοδο 2013–2016), ενώ η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να παραμείνει σε περιορισμένα επίπεδα (από -7,0% το 2013 και -1,6% το 2014 σε 1,3% το 2015 και 2,3% το 2016). Είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί η πρόβλεψη για αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης σε αυτή την περίοδο όταν θα εξακολουθεί να ισχύουν τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής μέχρι το 2016 που στην πράξη σημαίνουν απορρόφηση πόρων από το εισοδηματικό κύκλωμα.
Οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου προβλέπεται να ανακάμψουν σταδιακά (σημειώνοντας αύξηση το 2014 και επιταχύνοντας στο 10,0% το 2016). Είναι μια πρόβλεψη η οποία δυστυχώς δεν θεμελιώνεται σε κανένα στοιχείο. Πρόκειται για έωλη πρόβλεψη. Όμως η εξέλιξη του συγκεκριμένου μεγέθους είναι περισσότερο από καταλυτική για οποιαδήποτε μελλοντική μεγέθυνση του ΑΕΠ. 
Η συνεισφορά του εξωτερικού τομέα στην ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει θετική για όλη την περίοδο του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος, με τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών να αυξάνονται σημαντικά (4,6% κατά μέσο όρο το χρόνο για την περίοδο 2013–2016) και τις εισαγωγές να σημειώνουν μείωση το 2013 (-5,2%) και το 2014 (-0,4%), αλλά να αυξάνονται 2,6% κατά μέσο όρο τη διετία 2015-16. Ακόμη και αν δεχθούμε την συγκεκριμένη πρόβλεψη είναι γνωστό τοις πάσι ότι είναι τόσο μικρό το μέγεθος των εξαγωγών ως προς το μέγεθος του ΑΕΠ που είναι αδύνατον να σηκώσει το βάρος της επανεκκίνησης της οικονομίας.
Η απασχόληση προβλέπεται να μειωθεί κατά 2,1% το 2013, ανακάμπτοντας σταδιακά από το 2014. Το ποσοστό ανεργίας προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω το 2013 (23,7%), πριν αρχίσει να μειώνεται σταθερά μέχρι το 17,9% το 2016. Η αγορά εργασίας αναμένεται να επηρεαστεί ευνοϊκά από τις ανάλογες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη εφαρμοσθεί ή προγραμματισθεί, αλλά και από τη συγκράτηση των μισθών. Θεωρώ ότι πρόκειται για προβλέψεις που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Η ανεργία θα συνεχίσει να ανέρχεται σε ολόκληρη την περίοδο του ΜΠΔΠ και μάλιστα θα ζήσουμε καταστάσεις κατάρρευσης της αγοράς εργασίας.
Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης, προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί σε 7% του ΑΕΠ το 2013, σε 5,5% του ΑΕΠ το 2014, σε 3,8% του ΑΕΠ το 2014, σε 4,4% το 2015 και σε 3,2% του ΑΕΠ το 2016. Για το 2013, το Μεσοπρόθεσμο  θέτει ως στόχο να υπάρξει μηδενικό πρωτογενές πλεόνασμα, ενώ ο προϋπολογισμός, που κατατέθηκε στη Βουλή  μόλις λίγη ώρα νωρίτερα, προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 0,4% του ΑΕΠ !!!
Η εξέλιξη του δημοσίου χρέους, με τη λήψη του πρόσθετων  μέτρων, το δημόσιο χρέος θα διαμορφωθεί σε 175,6% του ΑΕΠ εφέτος, σε 189,1% του ΑΕΠ το 2013, σε 191,6% του ΑΕΠ το 2014, σε 190,5% του ΑΕΠ το 2015 και σε 184,9% του ΑΕΠ το 2016. Εδώ χρειάζεται να κληθούν να απαντήσουν όλοι όσοι υιοθέτησαν το λεγόμενο
PSI διαβεβαιώνοντας τον ελληνικό λαό ότι «μπήκε πάτος στο βαρέλι». Γίνεται κατανοητό όσον αφορά στο ΔΧ ότι δεν είναι διαχειρίσιμο και επομένως απαιτείται νέα απομείωση , κάτι που ήδη συζητείται ευρέως στην διεθνή σκηνή.

Μια ακόμη αστοχία γίνεται παραδεκτή σήμερα:  σε μόλις 9,515 δις. ευρώ προβλέπονται τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις την περίοδο 2013- 2016, ενώ ο στόχος των 50  δις. ευρώ παραπέμπεται να υλοποιηθεί για μετά το 2020 (χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς χρονικά).

Όλες οι αναφερόμενες εκτιμήσεις και προβλέψεις του ΜΠΔΠ γίνονται υπό την σκιά σοβαρότατων κινδύνων και αβεβαιοτήτων  οι οποίοι είναι ικανοί να οδηγήσουν το πρόγραμμα σε πλήρη εκτροχιασμό.
α). Ο βαθμός πολιτικής αβεβαιότητας που κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή της χώρας  θα τροφοδοτούσε την μακροοικονομική αβεβαιότητα με αρνητικές συνέπειες στην παραγωγή. Όσο μεγάλη κι αν είναι η δημοσιονομική προσπάθεια, η ύπαρξη υψηλού βαθμού αβεβαιότητας και η χαμηλή εμπιστοσύνη, σε συνδυασμό με ένα εύθραυστο χρηματοοικονομικό σύστημα, έχει σαν αποτέλεσμα βαθύτερη ύφεση.
β) Μια περαιτέρω επιδείνωση της κρίσης στην ευρωζώνη, εξαιτίας της έλλειψης ή καθυστερημένης προσέγγισης, με δυναμικό τρόπο, της κρίσης χρέους. Αυτό θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σχετικά με τη δέσμευση για ισχυρότερη ενοποίηση και αναδιάρθρωση της ευρωζώνης, και θα δημιουργούσε το περιβάλλον για σοβαρούς κινδύνους στις χώρες του νότου ως προς πιθανές κοινωνικές αναταραχές ή την προθυμία να ανεχθούν παρατεταμένη δημοσιονομική εξυγίανση.
γ) Η χειροτέρευση του μακροοικονομικού σεναρίου που έχει υιοθετήσει το ΜΠΔΣ. Παρά το ότι το ΔΝΤ δια του στόματος του επικεφαλή οικονομολόγου έχει παραδεχθεί ότι η χρησιμοποιούμενοι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές (0,5) δεν ανταποκρίνονται στη σημερινή  οικονομική πραγματικότητα και ότι νεότερες μελέτες δείχνουν μια σημαντική αύξηση των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών στη μετά τη κρίση περίοδο, σε ένα επίπεδο από 0,9 μέχρι και 1,7 οι υπολογισμοί των μακροοικονομικών σεναρίων πραγματοποιήθηκαν με τους παλιούς πολλαπλασιαστές. Επομένως υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να υπάρξει απόκλιση της πραγματικής μακροοικονομικής επίδοσης της οικονομίας για την περίοδο 2013-2016 σε σχέση με το μακροοικονομικό σενάριο.

δ) Υπάρχουν  δημοσιονομικοί κίνδυνοι οι οποίοι σχετίζονται με τις υποθέσεις που υιοθετήθηκαν για την προβολή των εσόδων και δαπανών. Αυτό είναι συνέπεια της μη επίτευξης των στόχων για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.  Επιπρόσθετα, έχει γίνει η υπόθεση της μοναδιαίας ελαστικότητας των εσόδων, κάτι  που μπορεί να μην ισχύει, λόγω των πολύπλοκων υπολογισμών που απαιτούνται. και του γεγονότος ότι η κυκλική επίδραση της περιόδου της κρίσης είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί καθώς περιλαμβάνει το βαθμό φορολογικής συμμόρφωσης των πολιτών, το αποτέλεσμα της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, την επίδραση των δομικών αλλαγών στον εισπρακτικό μηχανισμό καθώς και την πολιτική πάταξης της φοροδιαφυγής.

ε) Η σχεδιαζόμενη και αναμενόμενη παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και ειδικά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μέσω της πληρωμής των ανεξόφλητων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τρίτους και της επανέναρξης χορήγησης δανείων από τις τράπεζες μετά την ανακεφαλαιοποίησή τους, αναμένεται να έχει ένα θετικό αποτέλεσμα στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στην παραγωγή και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η παροχή ρευστότητας σχεδιάζεται εδώ και τρία χρόνια (θυμηθείτε όλους τους υπουργούς ανάπτυξης ) . Δεν πρόκειται να ξεκινήσει καμία χρηματοδότηση της οικονομίας αν δεν διορθωθούν οι προσδοκίες, και αυτές έχουν να κάνουν με την πλευρά της ζήτησης και όχι της προσφοράς.
στ) Τέλος, η εξέλιξη του χρέους συναρτάται και με την εκτέλεση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ΜΠΔΣ 2013-2016. Παρά την ισχυρή δέσμευση της Κυβέρνησης για την έγκαιρη και αυστηρή εκτέλεση του προγράμματος, οι συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς μπορεί να αποτελέσουν αιτία καθυστέρησης στην εκτέλεση του Προγράμματος. Νομίζω ότι πρόκειται για  φενάκη  τεραστίων διαστάσεων η ελπίδα ότι η διαχειρησιμότητα του χρέους εξαρτάται από το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων . Ήδη ο στόχος των εσόδων από αποκρατικοποιήσεις έχει κατέβει στα 9,5 δις ευρώ ,από 50 δις ευρώ, μέχρι το 2016.