Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Ελληνική αφέλεια και Τουρκική πονηρία

του Νίκου Μπινιάρη

Μετά την εισβολή και κατοχή του 40%της Κύπρου από την Τουρκία υπήρχε πάντα η φήμη, ο φόβος, η σκιά ενός ελληνοτουρκικού πολέμου. Η φοβία αυτή ήταν παντελώς ανυπόστατη και πέραν κάθε γεωστρατηγικής πραγματικότητας εκείνη την περίοδο. Ο λόγος ήταν οφθαλμοφανής. Μια σύγκρουση εν μέσω Ψυχρού πολέμου μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας, και η δύο χώρες μέλη του ΝΑΤΟ, με αξιόμαχους στρατούς θα καθιστούσαν το ΝΑΤΟ ανενεργό στην περιοχή και θα διέσυραν την ιδεολογική γραμμή της συμμαχίας.
Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ η κατάσταση άλλαξε αλλά το ΝΑΤΟ παρέμεινε μια ισχυρή συμμαχία με παρουσία η οποία τελικά ξεπέρασε το όρια του αμυντικού δόγματος και εξελίχθηκε σε μια δύναμη επέμβασης ανά την υφήλιο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο φόβος για μία Ελληνοτουρκική σύρραξη παρέμεινε βασισμένος στην υπόθεση πως τώρα η Τουρκία δεν υπόκειτο στους περιορισμούς του Ψυχρού πολέμου.
Στην πραγματικότητα τέτοιος φόβος δεν υπήρξε. Αυτό που όμως εμφανίστηκε στο προσκήνιο ήταν προκλήσεις χαμηλού ρίσκου όπως τα Ίμια όπου η Τουρκική στρατηγική θα μπορούσε να αποκομίσει οφέλη παρουσιάζοντας μια ασήμαντη διένεξη-μια βραχονησίδα-ως σημείο τριβής το οποίο δεν δικαιολογούσε μια πραγματική πολεμική σύρραξη. Ήταν ένα ευφυές Τουρκικό σχέδιο το οποίο επέτυχε με την προβολή του πολέμου ως επακόλουθο μιας Ελληνικής αντίδρασης. Για τις ΗΠΑ όμως μια τέτοια πιθανότητα ήταν απαράδεκτη γιατί το ΝΑΤΟ αποτελούσε πάντα και ακόμη αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της εξωτερικής της πολιτικής (το δεύτερο ή μάλλον το πρώτο σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης είναι η παντοδυναμία του δολαρίου). Αυτή τη στρατηγική επιλέγει η Άγκυρα και σήμερα στο ζήτημα της Κυπριακής ΑΟΖ και του φυσικού αερίου.
Ποτέ όμως κατά την άποψή μας δεν υπήρξε περίπτωση καθαρά επιθετικής ενέργειας της Τουρκίας για κατάληψη Ελληνικών νήσων ή επίθεση στη Θράκη ή στην Κύπρο. Η κίνηση αυτή δεν θα χωρούσε παρερμηνείες σκοπών και μέσων και θα έθετε άμεσα την Τουρκία στη κατηγορία των αναξιόπιστων χωρών για τη διεθνή ειρήνη, εκτός ΕΕ και εκτός Βαλκανίων. 

Η Ελλάδα αντίθετα χάραξε μια πολιτική ειρήνευσης με την Τουρκία στηρίζοντας την εισδοχή της χώρας αυτής στην ΕΕ και κάνοντας κινήσεις για συνεργασία σε όλους τους τομείς. Άλλωστε οι Ελληνικές άρχουσες τάξεις και πολιτικά κόμματα είχαν πάντα θέσει ως αρχή τους την αποφυγή κάθε πολεμικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία, υποθήκη και του Ε. Βενιζέλου (μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης) αλλά και του Ι. Μεταξά. Η πολιτική αυτή δυστυχώς δεν απέδωσε τίποτα το ουσιαστικό.  
Σήμερα η Ελλάδα είναι βυθισμένη στο τέλμα τον Μνημονιακών-Αντιμνημονιακών αντιπαραθέσεων και ο τομέας της εξωτερικής πολιτικής δεν αποτελεί πεδίο συζήτησης και προτάσεων. Αντίθετα η Ισλαμική Τουρκία προχώρησε σε μεγάλες και θεαματικές πρωτοβουλίες αλλά και ταυτόχρονα μεγάλες απογοητεύσεις τα τελευταία χρόνια.
Η γείτων προσπάθησε να χειραγωγήσει την Αραβική Άνοιξη, να βοηθήσει με κάθε μέσον την ανατροπή του Άσαντ, να αντιδράσει στην πτώση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας της Αιγύπτου, θεωρώντας τον Πρόεδρο αλ-Σίσι παράνομο και τέλος να οδηγήσει το ΠΚΚ σε διαπραγματεύσεις για ειρήνευση χωρίς στην ουσία να έχει προτείνει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Με την κρίση η οποία δημιουργήθηκε με το Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) ή Χαλιφάτο η Τουρκία άρχισε να δείχνει καθαρά την ατζέντα της προς τις ΗΠΑ και τον Αραβικό κόσμο.
Με τη γνωστή της μέθοδο του «ζητάω πολλά για να πάρω κάτι», ξεκίνησε εν μέσω αυτής της θύελλας μια επιθετική πολιτική στην Κύπρο στην περιοχή των γεωτρήσεων για φυσικό αέριο. Στις 20/10 το Τουρκικό πλοίο Barbaros εισήλθε στην περιοχή της Κυπριακής ΑΟΖ για έρευνες. Στην Ελλάδα πολλοί θεωρούν πως η κίνηση αυτή μπορεί να είναι ένα προοίμιο για επιθετικές ενέργειες εναντίον της Κύπρου αλλά και της Ελλάδος. Θεωρούν πως θα πρέπει να προσέξουμε μήπως και προκαλέσουμε αντιδράσεις στην Τουρκία με κάποιες πολιτικές γύρω από την ΑΟΖ ή άλλα ανοικτά θέματα.
Το πρόβλημα της Τουρκίας σήμερα δεν είναι ούτε η Κύπρος ούτε η Ελλάδα. Ο εχθρός της Τουρκίας βρίσκεται μέσα στην Τουρκία και είναι η ίδια της η πολιτική εντός και εκτός των τειχών. Οι ΗΠΑ εφοδίασαν με πολεμικό υλικό τους Κούρδους του Κομπάνι παρά τις ρητές αντιρρήσεις του Ερντογκάν. Και αυτό είναι ένα ηχηρό μήνυμα προς τους σχεδιασμούς της Άγκυράς. Άμεσα μετά από αυτήν την εξέλιξη η Άγκυρα ανακοίνωσε πως επιτρέπει μέλη των Πεσμέργκα να περάσουν τα Τουρκικά σύνορα και να πολεμήσουν στο Κομππάνι.  Η αντίσταση των Κούρδων της Συρίας αποτελεί ήδη μια νέα σελίδα του Κουρδικού ζητήματος στην περιοχή. Αλλά και η αντιπαράθεση εντός του Ισλαμικού κόσμου έχει εισέλθει σε μία νέα φάση μετά την εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους. Τα εσωτερικά μέτωπα είναι πολλά και ένας Ελληνοτουρκικός πόλεμος δεν θα τα έλυνε αλλά αντίθετα θα τα όξυνε.
Η Τουρκία δεν μπορεί να κάνει έναν επεκτατικό πόλεμο παρά μόνον με την ανοχή ή τη βοήθεια των ΗΠΑ και του Ισραήλ και αυτό είναι πλέον εκτός των δυνατοτήτων της. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει τις ΗΠΑ να δημιουργήσουν μια ελεύθερη ζώνη στη Συρία με την παρουσία Τουρκικών δυνάμεων στο έδαφος αλλά κανείς δεν πιστεύει πια πως η Τουρκία θα φύγει από εκεί. Το ίδιο πιστεύει και η Βαγδάτη η οποία δεν εμπιστεύεται την Τουρκία γιατί γνωρίζει πως ο απώτερος σκοπός της είναι η Μουσούλη και το πετρέλαια.
Η φοβία και η αφέλεια των Ελληνικών κυβερνήσεων και των αρχουσών τάξεων δεν έχει κατανοήσει ακόμα την πραγματικότητα της περιοχής μας. Το ζήτημα δεν είναι να πάρουμε το δρόμο που οδηγεί σε ανέφικτες περιπέτειες αλλά στην ουσιαστική υπεράσπιση των συμφερόντων μας αν ακόμα πιστεύουμε πως υπάρχουν Ελληνικά συμφέροντα.
Νικόλαος Α. Μπινιάρης  20.10.2014