Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Μικρή ιστορική αναφορά στα προγράμματα σταθεροποίησης της δεκαετίας του 1920

του Κώστα Μελά.
Το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα της μεταπολεμικής περιόδου σχεδιάστηκε με μεγάλη σαφήνεια στη διεθνή νομισματική συνδιάσκεψη της Τζένοβας το 1922. Περιείχε: τη υιοθέτηση του κανόνα χρυσού – συναλλάγματος , την ίδρυση ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών, τη δημοσιονομική πειθαρχία , την βοήθεια υπό όρους, προς τις χώρες που βρίσκονταν στο περιθώριο του συστήματος και την συνεργασία των κεντρικών τραπεζών για τη διαχείριση του συστήματος.  Μια πρώτη ματιά δείχνει ότι το σύστημα προσομοιάζει πολύ με την αρχιτεκτονική του ευρώ . Μάλιστα υπό μιαν έννοια είναι περισσότερο ευλύγιστο από το αντίστοιχο του ευρώ.
Τα χρυσά δεσμά του αποκατεστημένου  κανόνα χρυσού είχαν ως βασικό στόχο τον περιορισμό της πολιτικής.  Η εμπιστοσύνη ήταν  ουσιώδες στοιχείο του συστήματος  και η ίδια ταυτόχρονα δημιουργούσε ένα πλαίσιο όπου η εμπιστοσύνη ενδιέφερε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια.  Η χίμαιρα της εμπιστοσύνης  αποτελούσε το επικίνδυνο  κλισέ  ότι στον χρηματοπιστωτικό κόσμο τα πάντα εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη.   
Οι ειδήμονες που επινόησαν προγράμματα όπως αυτό Τζένοβας υποτίθεται ότι πρόσφεραν ουδέτερες , απολίτικες ή στην καλύτερη περίπτωση μη πολιτικοποιημένες συμβουλές και λύσεις. Οι λύσεις των ειδικών στόχευαν στη δημιουργία ενός αυτόματου μηχανισμού που θα μπορούσε να ελέγξει τα ένστικτα των πολιτικών κομμάτων και των ομάδων πίεσης που ωθούν συνεχώς την επέκταση των κρατικών δαπανών , ενώ ταυτόχρονα ζητούσαν τη μείωση της φορολογίας.  Η ισοσκέλιση του προϋπολογισμού , που επιβλήθηκε με εξωτερικούς καταναγκασμούς , σήμαινε περιορισμό της πολιτικής διαδικασίας και της εθνικής κυριαρχίας.  Κατ’ αυτή τη δεύτερη σημασία της, η δημοσιονομική ορθοδοξία συνέβαλε στη δημιουργία της νέας  διεθνούς τάξης πραγμάτων της δεκαετίας του 1920.
Το δόγμα των κεντρικών τραπεζών όριζε ότι οι νομισματικές αρχές θα έπρεπε να είναι ανεξάρτητες από τις κυβερνήσεις , έτσι ώστε να μην είναι υποχρεωμένες να ανταποκρίνονται σε πολιτικές πιέσεις  Έπρεπε να διεξάγουν τη νομισματική πολιτική όχι βάσει των εγχώριων προτεραιοτήτων , αλλά βάσει των απαιτήσεων του διεθνούς συστήματος.  Ιδρύθηκαν νέες κεντρικές τράπεζες αρχικά στις χώρες όπου απαιτούνταν προγράμματα σταθεροποίησης του νομίσματος , όπως η Αυστρία , η Ουγγαρία και η Γερμανία. Όμως στη συνέχεια επεκτάθηκαν σε όλο τον κόσμο : στη Χιλή το 1926, στην Ελλάδα το 1927, στον Καναδά το 1935 , στην Αργεντινή και στη Βραζιλία το 1936. Όλες οι κεντρικές τράπεζες ήταν στελεχωμένες με Βρετανούς και Αμερικανούς συμβούλους.
Ο άμεσος στόχος της υιοθέτησης του κανόνα μετατρεψιμότητας των νομισμάτων σε χρυσό σε σταθερή ισοτιμία και η ενίσχυση των κεντρικών τραπεζών δεν ήταν άλλος από τον έλεγχο της δημοσιονομικής πολιτικής.  Σε όλα τα κράτη υπήρχαν υψηλά δημόσια χρέη λόγω του παγκοσμίου πολέμου.     Οι επιλογές για την καταπολέμηση του δημοσίου χρέους ήταν δύο: είτε η σκληρή δημοσιονομική πολιτική με αυστηρότητα και σιδερένια πυγμή ενάντια στους λαούς των χωρών που παρουσίαζαν  υψηλό χρέος, είτε η εξάλειψη του χρέους θα γινόταν μέσω του πληθωρισμού. Η πρώτη επιλογή απαιτούσε την πεποίθηση ότι θα μπορούσαν να  επιβληθούν μέτρα τρομακτικής λιτότητας και θυσίες χωρίς να προκληθεί κοινωνική εξέγερση   ή επανάσταση.  Η ηπειρωτική Ευρώπη , όπου η Αριστερά ήταν πιο ισχυρή και υπήρχαν επαναστατικά κινήματα , δεν τόλμησε να πάρει τέτοια μέτρα και επέλεξε τον πληθωρισμό. Αλλά και αυτή η επιλογή είχε μεγάλο και αυξανόμενο κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι μόνο η Τσεχοσλοβακία προσπάθησε να στηρίξει την πολιτική της στην αξία του νομίσματος. Όταν όμως οι γειτονικές χώρες κατέρρεαν αυξήθηκαν τρομακτικά οι εισροές κεφαλαίων στη Τσεχοσλοβακία με αποτέλεσμα την υπερακόντιση του νομίσματος της  και την δημιουργία άλλων προβλημάτων .  Με δεδομένους όλους αυτούς τους πολιτικούς καταναγκασμούς σχηματίστηκε η εντύπωση ότι μόνο μια έξωθεν σταθεροποίηση , με άγκυρα τον κανόνα χρυσού συναλλάγματος , θα μπορούσε και εδώ να σταματήσει την δημοσιονομική επέκταση.
Οι πρώτες σταθεροποιήσεις αυτής της μορφής έγιναν από την Κοινωνία των Εθνών και αφορούσαν στην Αυστρία και στην Ουγγαρία . Το 1922 η ΚτΕ επινόησε ένα σταθεροποιητικό σχέδιο για την Αυστρία που περιλάμβανε την παραχώρηση δανείου, την έκδοση καινούργιου νομίσματος , τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας  την επιβολή οικονομικού ελέγχου από τον επίτροπο της Κοινωνίας , τον Ολλανδό Α. Τσίμερμαν που θα έλεγχε την κατανομή των κονδυλίων της Κοινωνίας των Εθνών . Πολλά δημόσια έσοδα θα πήγαιναν κατευθείαν στον επίτροπο και όχι στην αυστριακή κυβέρνηση. Το άμεσο τίμημα που έπρεπε να καταβληθεί – για να φανεί ότι εφαρμοζόταν η πολιτική της λιτότητας ήταν μεταξύ άλλων , η απόλυση 100.000 Αυστριακών δημοσίων υπαλλήλων.
Στην Ουγγαρία εφαρμόστηκε ένα παρόμοιο σχήμα , το 1923, που περιλάμβανε μια εκδοτική τράπεζα , ένα νέο νόμισμα, ένα δάνειο από την ΚτΕ  με επιτόκιο 7,5% , έναν επίτροπο  ,ένα πρόγραμμα λιτότητας , κατάργηση 25000 θέσεων δημοσίων υπαλλήλων .  Αυτά τα προγράμματα αποτέλεσαν το υπόδειγμα που θα υιοθετούσε η ΚτΕ στη συνέχεια. Όμως η πολιτική ταπείνωση ήταν τόσο μεγάλη που καμιά άλλη κυβέρνηση δεν ήταν πρόθυμη να καταφύγει στα προγράμματα σταθεροποίησης της ΚτΕ.  Προτιμούσαν να απευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα.
 Χαρακτηριστικό παράδειγμα επίσης είναι η συμπεριφορά της ΚτΕ προς την Ελλάδα.
  Τον Ιανουάριο του 1932, επέβαλε την αίτηση της στην ΚτΕ και την Επιτροπή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου για την άδεια πενταετούς αναστολής όλων των πληρωμών εξυπηρέτησης του εξωτερικού δημόσιου χρέους και την αναστολή εξόφλησης του κυμαινόμενου δημόσιου χρέους. Αντιπροσωπευτική ως προς το πνεύμα της εποχής είναι η απάντηση που έδωσε στον έλληνα ομόλογό του ο γάλλος αντιπρόσωπος στη σύνοδο της ΔΕ της ΚΤΕ, σχετικά με τα πιο πάνω αιτήματα «Κατά την χθεσινή συζήτησιν του S/Comite δια τα ζητήματα του προϋπολογισμού , ο Γάλλος αντιπρόσωπος  κ. Chalander εφάνη σκληρός και  δυσμενής. Έλεγε απαντών τον κ.Μαντζαβίνον: « εάν πρόκειται  ν’ αρνηθήτε τας υποχρεώσεις εις το εξωτερικόν, οφείλετε πρώτα να κάμετε σκληράς οικονομίας και να κλείσετε σχολεία, να παύσετε υπαλλήλους , διότι έχετε πολλούς, να περιορίσετε μέχρι 20,0% τους μισθούς των υπαλλήλων κλπ. Διαφορετικά δεν δικαιολογείσθε να φθάσετε μέχρι την αναστολήν του χρεωλυσίου».
Είναι εμφανείς οι ομοιότητες με τη σημερινή κατάσταση που ισχύει  στην ευρωζώνη . Η κατάληξη της δεκαετίας του 1920 είναι επίσης γνωστή . Συνεπώς έχουμε ιστορική εμπειρία για να αξιολογήσουμε προς τα πού οδηγούμεθα.

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΕΛΑΣ  20.05.2012.