Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Βρίσκεται ή Αριστερά στην Ελλάδα προ των πυλών της εξουσίας;[1]

του Νίκου Μπινιάρη

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα είναι αρνητική. Τα επιχειρήματα τα οποία θα παρατεθούν θα ανοίξουν το θέμα της αριστεράς από την πλευρά ενός μη-αριστερού ο οποίος όμως δεν έχει την πρόθεση να υποστηρίξει την πλευρά της «δεξιάς». Έχει μάλλον τη θέση πως και η αριστερά και η δεξιά στην Ελλάδα αλλά γενικότερα πρέπει να αρχίσουν σοβαρά να εξετάζουν τον επαναπροσδιορισμό τους στο παγκόσμιο κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό-τεχνολογικό γίγνεσθαι το οποίο έχει προκύψει τα τελευταία τριάντα χρόνια. Κεντρικό ζήτημα το οποίο πρέπει να επαναπροσδιορίσουν είναι η σχέση τους με το εθνικό κράτος, με την παγκοσμιοποιημένη διασύνδεση διεθνών φορέων, οργανισμών, επιχειρήσεων, και την αδήριτη τάση για μια εργαλειακή-λειτουργική πρακτική της οικονομίας και της παραγωγής.

Στην πολιτική θεωρία η αριστερά και η δεξιά είναι καινούργιες έννοιες. Έχουν ιστορία περίπου τριών αιώνων. Πως κατατάσσεται μια πολιτική θέση ως αριστερά; Και η δεύτερη ερώτηση: ποιες πολιτικές είναι αριστερές;[2] Η κατάταξη μπορεί να έχει διάφορα κριτήρια. Η ανάλυση έχει οδηγήσει σε μια γενική παραδοχή: πως η αριστερά προσδιορίζεται ως η πολιτική ιδεολογία  η οποία πρεσβεύει την ισότητα.[3]
Με αυτό το κριτήριο χωρίς να προχωρήσουμε στην κριτική διερεύνηση του θέματος θα θεωρήσουμε τη δεξιά ως την ιδεολογία η οποία πρεσβεύει την ανισότητα. Ιστορικά, μια και η δεξιά υπήρξε η κυρίαρχη πολιτική πρακτική θα έπρεπε να πούμε πως η αριστερά εμφανίζεται ως αντίπαλος της ανισότητας η οποία υπήρχε υπό την πρωτοκαθεδρία της δεξιάς, κηρύσσοντας το θεώρημα της ισότητας. Βέβαια καμία δεξιά σήμερα δεν πρεσβεύει ανοιχτά την ανισότητα. Με τις πολιτικές της όμως αφήνει ανοιχτό το πεδίο για κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες τις οποίες η δεξιά θεωρεί: «φυσιολογικές, ή μηχανισμούς ανάπτυξης».

Η ελληνική αριστερά, ιστορικά, αντιτάχθηκε στην Μικρασιατική Εκστρατεία θεωρώντας την ως ιμπεριαλιστική, προσπάθησε να καταλάβει την εξουσία, μεταξύ 1944-49 δια των όπλων και απέτυχε, και στη συνέχεια συμπορεύτηκε με τις πολιτικές της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Από τότε έχουν περάσει περίπου εκατό χρόνια. Σήμερα, σε έναν κόσμο ο οποίος έχει μικρές ομοιότητες με τον τότε, σε μια κρίσιμη ιστορική συγκυρία, στις επόμενες εκλογές η αριστερά, όπως δείχνουν οι δημοκοπήσεις, θα μπορούσε να έρθει δημοκρατικά, αυτή τη φορά, στην εξουσία.[4]
Ποιες όμως είναι οι παρούσες συγκυρίες και πως αποτυπώνονται  σε σχέση με την οικονομική, πολιτική, και διεθνή θέση της Ελλάδος; Και δεύτερον, πως αποτυπώνεται η αριστερά σήμερα; 
Μια ιστορική παρεμβολή. Όταν το 1936 ο οι εθνικοσοσιαλιστές ήρθαν στην εξουσία στη Γερμανία η χώρα υπέφερε από υπέρ-πληθωρισμό και ανεργία. Είχε ήδη κατασταλεί μια ένοπλη εξέγερση της Αριστεράς και μάλιστα υπό τη σκιά της Ρωσικής Επανάστασης. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε πάρει μια σειρά από μέτρα τα οποία οικονομικά συνέπεσαν με τη μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929. Οι αναλογίες δεν είναι όμοιες ως προς τις ιστορικές συνθήκες για να προβλέψουμε το μέλλον. Υπάρχουν πολλές και καθοριστικές διαφορές. Αυτό το οποίο σημειώνουμε είναι την τότε ριζική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Τώρα, στην ελληνική περίπτωση φαίνεται πως έχουμε μια ριζική ακύρωση των προσδοκιών και των πιστεύω των Ελλήνων πολιτών η οποία αυξάνει τις πιθανότητες για την ανατροπή του πολιτικού γίγνεσθαι της Ελλάδος.

Επανερχόμαστε στη σημερινή κατάσταση. Η Ελλάδα μετά τις εκλογές του 2009 είχε ως εκλογικό αποτέλεσμα της αριστεράς γύρω στο 12%. Οι δημοσκοπήσεις του Φεβρουαρίου 2012 δίνουν στα κόμματα της αριστεράς (ΔΗΜΑΡ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ και άλλα μικρότερα) 30-38%. Εάν κανείς θεωρήσει το ΠΑΣΟΚ ως αριστερό κόμμα τα ποσοστά της «αριστεράς» δεν έχουν αλλάξει δραματικά.[5] Τι ακριβώς συνέβη και προκλήθηκε αυτή η ανατροπή στο εσωτερικό της αριστεράς; Τι ακριβώς αντιπροσωπεύει αυτό το τεράστιο ποσοστό το οποίο μετακινήθηκε προς τα «αμιγώς» αριστερά κόμματα;

Κατ’ αρχάς ας περιγράψουμε τις παρούσες συγκυρίες. Αυτό το οποίο ζούμε είναι η πτώχευση της χώρας. Στις 9/3/2012 η χώρα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση χρέους στη ιστορία. Είναι η  πρώτη ανεπτυγμένη χώρα μετά 60 χρόνια η οποία πτωχεύει. Το κύρος και το όνομα της Ελλάδος έχει καταρρακωθεί στη διεθνή κοινή γνώμη. Οι χώρες BRICS  αλλά και άλλες υπό-ανάπτυξη χώρες έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση τους λόγους και τα μέσα σε διεθνή φόρα για την τεράστια βοήθεια που έχει προσφερθεί στην Ελλάδα ώστε μην πτωχεύσει άτακτα. Η ελληνική πολιτική ηγεσία απέτυχε μετά από 36 χρόνια ομαλής δημοκρατικής διακυβέρνησης της χώρας να αλλάξει την οικονομία και να προάγει τις μεγάλες ή μικρές παραγωγικές δυνάμεις του έθνους. Η παρούσα συγκυρία έρχεται να συγκριθεί με το 1974. Η χώρα μετά την εθνική καταστροφή της Κύπρου βιώνει σήμερα μια νέα εθνική καταστροφή. Τότε επανήλθε η δημοκρατία, τώρα εμφανίζεται η αριστερά στα πρόθυρα της εξουσίας. Αυτή η αναλογία έχει ορισμένες διαφορές και ομοιότητες. Το διαφορετικό είναι πως η κρίση σήμερα είναι οικονομική, κοινωνική,  πολιτική με καθοριστική παράμετρο την ΕΕ το ευρώ και μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Η τότε κρίση ήταν εθνική, γεωπολιτική και πολιτική. Οι ομοιότητες βρίσκονται στο ό,τι ένα καθεστώς τότε έδωσε τη θέση του σε ένα άλλο. Σήμερα «φαίνεται» να υπάρχει μια τάση για ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος. Υπάρχουν πολλοί από την αριστερά αλλά και από μέρος της «δεξιάς» που όντως ζητούν αλλαγή καθεστώτος. Ίσως να προσποιούνται, αλλά αμέσως ή εμμέσως ζητούν αλλαγές οι οποίες ακούγονται ακραίες. Πόσοι όμως συνειδητά ζητούν αλλαγή καθεστώτος σήμερα σε σχέση με όσους ζητούσαν αλλαγή καθεστώτος το 74; Δεν έχουμε δημοσκοπικά στοιχεία επ’ αυτού. Έχουμε μόνο στοιχεία για το ευρώ και τη δραχμή. Η αλλαγή καθεστώτος τίθεται μόνον από το ΚΚΕ και από τη φασιστική δεξιά, και αυτό όχι ανοικτά, αλλά με πρόφαση «μια δίκαιη κοινωνία», ή την επιβίωση του «εθνικού».  Ποιο είναι το ποσοστό αυτών οι οποίοι ζητούν αλλαγή καθεστώτος; Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ένα 15-18%, τους ψηφοφόρους των δύο ακραίων τάσεων.  

Η ανάλυση περί αλλαγής καθεστώτος δείχνει μάλλον εκτός πραγματικότητας. Όπως θα δούμε όμως, στη συνέχεια, έχει να παίξει ένα ρόλο στο αποτέλεσμα των εκλογών και με διάφορους τρόπους και θα επηρεάσει το ποσοστό της αριστεράς. Η αλλαγή καθεστώτος δεν υπονοεί μόνον την αλλαγή της δημοκρατίας σε δικτατορία διαφόρων τύπων αλλά σε πιθανόν άλλους έμμεσα μη-δημοκρατικούς τρόπους αλλά και σε ένα καθεστώς οικονομίας η οποία στην πραγματικότητα θα άλλαζε το ήδη υπάρχον οικονομικό πλαίσιο της χώρας.[6] Αυτό το τελευταίο, αν και δεν συνιστά αλλαγή πολιτικού καθεστώτος με την αυστηρή έννοια του όρου, συνιστά μια κοινωνικό-πολιτική ανατροπή. Η ανάλυση μας είναι επικεντρωμένη στο ζήτημα της «ανατροπής»  της πολιτικού γίγνεσθαι της χώρας από την αριστερά.

Αν πάρουμε όμως ως βάση το θέμα του ερώτημα ευρώ ή δραχμή οι Έλληνες προτιμούν να διατηρήσουν το παρόν πολιτικό καθεστώς (όχι το πολιτικό προσωπικό ή τα κόμματα εξουσίας ως έχουν) και το φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα της Ευρώπης. Αυτό συνάγεται από τις δημοσκοπήσεις περί ευρώ ή δραχμής. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια προτίμηση προς το ευρώ περίπου 70%.[7]  Όσοι επιζητούν ριζικές αλλαγές με βάση την αριστερή οπτική προτείνουν ως κύριο αίτιο της ελληνικής κατάστασης τη νέο-φιλελεύθερη οικονομία, ή τον καπιταλισμό. Θα μου επιτραπεί να πω εδώ πως το σλόγκαν νέο-φιλελεύθερη οικονομία είναι πολύ γενικό και αόριστο και μάλλον έχει μικρή εξηγητική ισχύ για την οικονομική πρακτική του σήμερα σε σχέση με το χθες. Το ζήτημα του γιγαντισμού του χρηματοπιστωτικού συστήματος  και της καθοριστικής ισχύος του στην οικονομική πρακτική τα τελευταία 40 χρόνια μετά την κατάργηση της συμφωνίας του Breton Woods ίσως να αντιπροσωπεύει αυτό το οποίο ονομάζουμε νέο-φιλελευθερισμό. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα με πολλές παραμέτρους[8]


II

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν ζει πια στη μορφή του κρατικού καπιταλισμού. Ο υπαρκτός καπιταλισμός βρίσκεται πιθανόν σε μια διαρκή κρίση η οποία προαναγγέλλει, όπως πολλοί προβλέπουν, το τέλος του. Προσοχή όμως, ούτε ο σοσιαλισμός πέθανε ούτε ο καπιταλισμός εξέπνευσε. Ο πρώτος βασίζεται στο φαντασιακό κοινωνικό της δικαιοσύνης-ισότητας και ο δεύτερος στην πρακτική της αγοράς. Και τα δύο είναι ακαταμάχητα και με περγαμηνές χιλιετηρίδων στο γίγνεσθαι του κοινωνικού ιστορικού-φαντασιακού.
Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να αναλύσουμε μεθοδικά τα παραπάνω. Αυτό το οποίο μας ενδιαφέρει είναι τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη σημερινή μεταστροφή της ελληνικής κοινής γνώμης. 

Επανερχόμενοι στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα θα έλεγε κανείς πως στην παρούσα φάση της το χρέος και το ψεύδος είναι δύο κακά τα οποία αλληλοενισχύθηκαν με ραγδαίο ρυθμό. Στην πραγματικότητα όμως το ψεύδος προϋπήρξε σε μόνιμη βάση του δυσανάλογου χρέους της χώρας. Ήταν αυτό το οποίο με κάθε τρόπο προλείανε το έδαφος ώστε να καταλήξουμε σε ένα μη-βιώσιμο χρέος. Το ψεύδος στην σύγχρονη Ελλάδα είχε χρησιμοποιηθεί κατά κόρον τόσο στα οικονομικά όσο και στα εθνικά θέματα. Ήταν ίσως αποτέλεσμα ανωτέρας βίας στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων της Ελλάδος. Το ψεύδος είναι προϊόν πολύπλοκης ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς. Η διαφθορά και η συγκάλυψη της παρανομίας έχει ως βασικό μέσον το ψεύδος. Και από τα γεγονότα βγαίνει το συμπέρασμα πως η ελληνική κοινωνία είχε αποδεχτεί το ψεύδος ως modus operandi στο κοινωνικό-πολιτικό της γίγνεσθαι. Το ψεύδος αν και είναι το αγαπημένο εργαλείο των κυβερνήσεων υπήρξε και ένα χρήσιμο εργαλείο της αριστεράς. Το χρησιμοποίησε για να ωραιοποιήσει τις απόψεις της, να υποστηρίξει τα αιτήματά της και να διατηρηθεί στην πολιτική σκηνή. Το πρόταγμα περί κοινωνικού κράτους ήταν ψευδές γιατί η ίδια δεν είχε ποτέ προτείνει το οικονομικό μοντέλο για παραγωγή πλούτου. Το πρόταγμα περί ισότητας ήταν ψευδές όταν δεν είχε οριοθετήσει το ίσος ως προς τι και ποιος με ποιον. Διατηρήθηκε η αριστερά στο πολιτικό προσκήνιο όχι γιατί δεν έπρεπε αλλά με ένα προσωπείο το οποίο υποσχόταν λύση σε όλα και στήριξη των αδυνάτων, δίχως να έχει πει το πώς θα το κάνει αυτό.

Η κατάσταση λοιπόν στην Ελλάδα αποτυπώνεται οικονομικά με ύφεση, ανεργία, φορολογία, πτωχεύσεις επιχειρήσεων, και μια αρχική προσπάθεια να εξορθολογήσουμε το δημόσιο τομέα κα τα έξοδά του. Το πρόγραμμα το οποίο μας επεβλήθη είναι στην ουσία μια εσωτερική υποτίμηση της αξίας των πάγιων στοιχείων μας, ημερομισθίων, αλλά και η ανατροπή των προνομιακών σχέσεων διαφόρων ομάδων με τους τομείς της οικονομίας και με τον δημόσιο τομέα. Όλα τα παραπάνω βρήκαν, όπως ήταν φυσικό, τους Έλληνες αντίθετους.  Κανείς δεν ήθελε να μειώσει το βιοτικό του επίπεδο είτε πλούσιος είτε φτωχός. Κανείς δεν ήθελε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, ρίχνοντας το βάρος της αποτυχίας στους πολιτικούς. Και οι πολιτικοί απάντησαν με το: «μαζί τα φάγαμε». Η ελληνική κοινωνία άρχισε να αγανακτεί, να λοιδορεί και να επιτίθεται στους πολιτικούς.[9] Όλες οι εντάσεις και τα προβλήματα στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα ήρθαν στην επιφάνεια. Η αναποτελεσματική διοίκηση αναδείχτηκε ως ο πρωταγωνιστής της κρίσης. Και εκεί επικεντρώθηκε μια κριτική η οποία έγινε εκκωφαντική όταν τα κράτος χαρακτηρίστηκε ως πελατειακό των κομμάτων εξουσίας και η δημόσια διοίκηση κομματικός στρατός.

Κομματικό Κράτος

Υπάρχει μια διάχυτη κατηγορά κατά των δύο κομμάτων εξουσίας πως εγκαθίδρυσαν και εξέθρεψαν ένα κομματικό κράτος για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς και διαιώνισης της επικυριαρχίας τους στο πολιτικό σκηνικό. Και αυτό είναι εν πολλοίς αλήθεια. Το κομματικό κράτος όμως είχε και δύο άλλες ιδιότητες οι οποίες το καθιστούν μέχρι σήμερα αναποτελεσματικό αναχρονιστικό και οιονεί καταστροφικό: την αναξιοκρατία και τον ανορθολογισμό. Οι δύο αυτές ιδιότητες δεν είναι απόρροια του κομματικού κράτους αλλά της ιστορικής αδυναμίας της ελληνικής κοινωνίας να αναδείξει ικανά διοικητικά στελέχη αλλά και να βασίσει την λειτουργία της πάνω σε μια ορθολογική βάση. Η αριστερά, ως μέρος της ελληνικής κοινωνίας συμμετείχε σε αυτήν την πραγματικότητα έχοντας διαπράξει το αδίκημα της συνέργιας στο διαρκές αυτό έγκλημα επί του παραγωγικού και δημιουργικού ιστού της χώρας. Η αριστερά αρνήθηκε την δημιουργία μηχανισμών ανάδειξης των ικανών και αντίθετα προήγαγε τους ιδεολογικά ενταγμένους σε αυτήν. Ίσως το σύνδρομο της αριστεράς από τις διώξεις της λόγω ακριβώς της ιδεολογίας της να την έκανε να θεωρήσει την ιδεολογία ως το νέο κριτήριο ένταξής της στις δομές του κράτους και της παραγωγής. Η τάση δεν των κομμάτων εξουσίας να προσεταιριστούν αριστερούς ψήφους τα ώθησε στο να συμπεριλάβουν στους λεγόμενους κομματικούς των στρατούς μέλη ή ομάδες της αριστεράς. Δεν θα το θεωρούσαμε κάτι το καινοφανές. Γίνεται όμως απόλυτα αναξιόπιστη η αριστερά όταν όψιμα καταγγέλλει τα κόμματα εξουσίας ως τους δημιουργούς του κομματικού κράτους. Η αντίστασής της σε αυτό το φαινόμενο υπήρξε αναποτελεσματική.
Το πρόβλημα έγινε ακόμα χειρότερο με τους βαρείς χαρακτηρισμούς πως τα κράτος είναι χώρος διαφθοράς και τελικά πως η ελληνική κοινωνία είναι διεφθαρμένη. Η Ελλάδα σύρθηκε στο προσκήνιο της διεθνούς επικαιρότητας, έγινε παράδειγμα προς αποφυγή, έγινε όρος στο οικονομικό πεδίο, η αποτυχία της έγινε θέμα ανάλυσης για ειδικούς και μη. Τα διεθνή ΜΜΕ πήραν το θέμα και το έκαναν πρώτη είδηση διαδίδοντας τη διαφθορά και την αμετροέπεια των πολιτικών αλλά και των Ελλήνων.[10] Ο Michael Lewis σε ένα άρθρο του με μεγάλη αναγνωσιμότητα έγραψε: «Να φοβάσαι τους Έλληνες όταν φέρνουν ομόλογα». Στο ίδιο άρθρο περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την ελληνική παθογένεια του να μην έχει κανένας Έλληνας εμπιστοσύνη στο διπλανό του.[11]

Ελλάδα και ευρώ. Το ερώτημα της αποτυχίας του ευρώ.

Στην ΕΕ το ζήτημα της Ελλάδος έθεσε θέμα αποτυχίας του ευρώ, θέμα θεσμών, θέμα δημοκρατίας, θέμα αναδιάρθρωσης της ίδιας της ΕΕ. Οι λύσεις μέσα από το γερμανικό νοητικό τοπίο άρχισαν να γίνονται αντιληπτές ως «η γερμανική Ευρώπη». Η εσωτερική συνοχή της ΕΕ απειλήθηκε και απειλείται ακόμη. Οι δομικές αδυναμίες της οικονομικής διακυβέρνησης και του ευρώ αποκαλύφθηκαν σε όλο τους το εύρος και το βάθος. Το δημόσιο χρέος, τα ελλείμματα και το τραπεζικό σύστημα μπήκαν στο στόχαστρο και των κυβερνήσεων αλλά και των απλών πολιτών οι οποίοι κατάλαβαν πως η οικονομική τους θέση απειλείτο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Οι μισθοί, συντάξεις, κοινωνικό κράτος, εργασιακές σχέσεις έγιναν αντικείμενα για σοβαρές αλλαγές με ζημία για τους εργαζόμενους και τη λεγόμενη «μεσαία τάξη» η οποία κλήθηκε να επωμιστεί μεγάλα φορολογικά βάρη. Η Ευρώπη ολόκληρη, όχι με αιτία αλλά με αφορμή την Ελλάδα, άρχισε να αλλάζει πορεία και σαν μεγάλο και κακοχτισμένο πλεούμενο άρχισε να μπάζει νερά. Για πολλούς οι αλλαγές στην ΕΕ ήρθαν αργά, με το σταγονόμετρο και με λάθος έμφαση. Αυτή όμως είναι η μισή αλήθεια. Η Ευρώπη δεν είχε χτιστεί για γρήγορους ελιγμούς. Οι αλλαγές στην Ευρώπη γίνονταν μετά από μια μακρόσυρτη συναλλαγή σε όλα τα μέτωπα των 27. Καπετάνιος δεν υπάρχει και το πλήρωμα αποτελείται από πολλούς ειδικούς γραφειοκράτες, ικανούς αλλά εθισμένους στη διαπραγμάτευση των πάντων και για τους πάντες. Αν θέλουμε  να είμαστε αντικειμενικοί τα όσα έγιναν από το Μάιο του 2010 έως σήμερα είναι πρωτοφανή για την ΕΕ είτε των 17, είτε των 27. Το ευρώ έχει χαρακτηριστεί ως «το νόμισμα για καλό καιρό» που σε φουρτούνα μπορεί να βουλιάξει αύτανδρο. Για πολλούς αναλυτές το ευρώ έχει εκμετρήσει το βίο του. Οι αγορές έχουν αποφανθεί πως μέχρι στιγμής δεν έχει τα εχέγγυα για να επιβιώσει. Για άλλους τη μοίρα του ευρώ δεν θα την καθορίσουν οι «αγορές», θα την καθορίσουν οι ευρωπαίοι πολίτες. Ποια από τις δύο γνώμες θα αποδειχθεί αληθής; Θα θέλαμε να αποδειχθεί η δεύτερη, αλλά μέχρι στιγμής αποδεικνύεται η πρώτη.
Προς το παρόν η διάλυση έχει αποφευχθεί. Αλλά το μέλλον του ευρώ θα είναι ταραχώδες έως ότου φτάσει να γίνει ένα νόμισμα για μία ενιαία οικονομική διακυβέρνηση και δημοσιονομική πειθαρχία. Η νομισματική ένωση έχει μπροστά της να πετύχει μια πραγματική οικονομική ενοποίηση ή μια διάσπαση όσο επώδυνο και αν θα είναι αυτό. Στη διεθνή κακή οικονομική συγκυρία, όπου το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα νοσεί βαριά από το 2008, και έχει συμπαρασύρει τα δημοσιονομικά των κρατών σε μια ατέρμονη περιδίνηση η ΕΕ προσπαθεί να ισορροπήσει κρατώντας την Ελλάδα έξω από το νερό αλλά και την ίδια στιγμή προσπαθούσε να κρατήσει την ίδια την αξιοπιστία της στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι.
Αυτό το παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι είναι η μεγάλη και ιστορική ανατροπή μέσα στην οποίαν η ελληνική οικονομία δεν μπόρεσε να ενσωματωθεί. Δεν είχε προσαρμοστεί ούτε στην ευρωπαϊκή οικονομική πραγματικότητα. Η ανατροπή των παγκόσμιων οικονομικών συγκυριών έκαναν το ελληνικό πρόβλημα παγκόσμιο. Οι ανακατατάξεις στην παραγωγή, στην κατανάλωση, στις σχέσεις Βορρά Νότου και Ανατολής Δύσης έφεραν τα χρόνια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας σε αδιέξοδο.
Για ορισμένους αναλυτές μαρξιστικής ιδεολογίας η εξήγηση της κρίσης είναι ο καπιταλισμός και οι εγγενείς του αντιφάσεις.[12] Έτσι με αυτό το σκεπτικό όλα αυτά θα ισορροπήσουν όταν καταρρεύσει το παρόν οικονομικό σύστημα. Η εξήγηση είναι παλαιά και αναδιατυπώνεται με βάση τις κατά καιρούς ανισορροπίες σε επιτόκια, νομίσματα, πλεονάσματα της Δύσης έναντι των υπολοίπων, και τώρα τη σημαντική κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Οι Έλληνες αλλά και άλλοι λαοί, οι Αμερικανοί, οι Άγγλοι, έχουν στραφεί κατά των τραπεζών και της συμβολής τους στη μείωση εισοδημάτων και της αύξησης της φορολογίας.  Η νομισματική θεωρία δεν φαίνεται να δουλεύει και η Κεϋνσιανή παράδοση από το 1933 δεν έχει τουλάχιστον μέχρι στιγμής γίνει αποδεκτή από την Ευρώπη ως αξιόπιστο επιστημονικό παράδειγμα, ενώ στην Αμερική έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον αλλά κυρίως για να σωθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Βρισκόμαστε σε ένα ρευστό οικονομικό τοπία με πολλές ανισορροπίες και πολλά ανοιχτά μέτωπα.
Στη φάση αυτή της παγκοσμιοποιημένης κατανομής της παραγωγής η Ελλάδα έχει δύο τομείς συμμετοχής: τη ναυτιλία και τον τουρισμό. Και στους δύο αυτούς τομείς όμως, η σχέσεις κρατικού σχεδιασμού, υλοποίησης και συνέργειας με άλλους κλάδους της οικονομίας υπολείπεται κατά πολύ να διαμορφώσει μια βιώσιμη οικονομική αύξηση.     


III

Σε αυτό το σημείο θα προχωρήσουμε στην ανάλυση του δεύτερου ερωτήματος: ποια είναι η κατάσταση της ελληνικής αριστεράς; Αυτό θα μας οδηγήσει να στην απάντηση  στο αρχικό μας ερώτημα. Ή ελληνική αριστερά εκπροσωπείται στο κοινοβούλιο με διάφορες μορφές από το 1974. Ελέγχει κάποιες συνδικαλιστικές και  επαγγελματικές οργανώσεις, έχει μέλη της πανεπιστημιακούς δασκάλους και ερευνητές, καθώς και διανοούμενους οι οποίοι προσπαθούν να προάγουν τις θέσεις της και τους στόχους της. Δεν έχει παρατηρηθεί όλες αυτές τις δεκαετίες η αριστερά να έχει εγείρει το ζήτημα των δανείων ως μέγιστο πολιτικό ζήτημα. Βέβαια η ιεραρχική αριστερά (ΚΚΕ) είναι παντελώς αδιάφορη για το θέμα. Ούτε η διαφθορά στο δημόσιο τομέα ή η πολυθεσίτες συνδικαλιστές ή η διαφθορά μέρους της πολιτικής νομενκλατούρας την ενδιαφέρει, ούτε τα δάνεια, ούτε τα γενόσημα φάρμακα, ούτε το περιβάλλον, ούτε η απονομή της δικαιοσύνης. Τους ενδιαφέρει η νομοτελειακή έλευση της επανάστασης η οποία θα σαρώσει όλα τα παραπάνω τα οποία είναι απλά επιφαινόμενα του καπιταλισμού. Με την έλευση της επανάστασης, διαφθορά, απληστία, αδικία, ανισότητα θα εξαφανιστούν ως δια μαγείας….λάθος ως δια της εφαρμογής της επιστημονικής θεωρίας του ιστορικού υλισμού. Είμαι υποχρεωμένος να πω πως η θεωρία της εξέλιξης των ειδών και η εξελικτική ψυχολογία παρουσιάζουν διαφορετικές αναλύσεις για  όλα τα παραπάνω αρνητικά χαρακτηριστικά του είδους άνθρωπος.
Η ιεραρχική αριστερά λοιπόν δεν κατατρύχεται με τέτοιες ασήμαντες λεπτομέρειες όπως το δημόσιο χρέος και γιατί αυτό δημιουργήθηκε. Σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με τα επακόλουθα του ζητήματος.  Για την ιεραρχική αριστερά το ζήτημα πρέπει να το πάρει στα χέρια του ο λαός. Να αρνηθεί το χρέος και να καταλάβει και να διαχειριστεί τα μέσα παραγωγής. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Και αυτή η πολιτική θέση έχει δει τα ποσοστά της να αυξάνονται κατά 50%.
Από την άλλη πλευρά η αριστερά των συνιστωσών, των κινημάτων, ή και η ευρωπαϊκή αριστερά, έχει ανακαλύψει την εθνική κυριαρχία και την αντίσταση κατά των ξένων κατακτητών.[13] Με εμπνευστές παλαιούς ηγέτες της αντίστασης κατά του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και με πολλούς από τους νεότερους οι οποίοι έχουν ζηλέψει την δόξα εκείνων, κηρύττει αντίσταση, «δεν πληρώνω», «δεν υπακούω», δεν θέλουν καμία υποταγή σε προγράμματα από το ΔΝΤ, και αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας κάθε πράξη της κυβέρνησης. Πολλοί, οι οποίοι δεν έχουν απολέσει τη μνήμη  τους, θα ήθελαν να ρωτήσουν σε αυτό το σημείο πως επί τόσο χρόνια δεν είχε ξεστομίσει η αριστερά το σύνθημα της εθνικής κυριαρχίας, στο θέμα της Κύπρου, του Αιγαίου, του Μακεδονικού, των συνόρων τα οποία αφύλαχτα δέχονται την εισβολή εκατοντάδων χιλιάδων λαθρομεταναστών τους οποίους οι ντόπιοι και αλλοδαπό δουλέμποροι, κάθε είδους εκμεταλλεύονται με κάθε απάνθρωπο τρόπο. Οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι έχουν πατρίδα δίπλα μας, και μπορούν να επιστρέψουν κάπου, οι υπόλοιποι που θα πάνε; Προφανώς όχι στη φίλη και σύμμαχο Τουρκία από όπου και διέρχονται. Το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας βέβαια έχει αναδειχθεί και από άλλους χώρους ακόμα και από τα κόμματα εξουσίας. Είναι φυσικό να ξυπνάει και η εθνική αξιοπρέπεια και η εθνική συνείδηση σε στιγμές που η πατρίδα βάλλεται πανταχόθεν. Μόνο που αυτά τα χαρακτηριστικά της πολιτικής μας κουλτούρας δεν ήταν και τα πιο προβεβλημένα από την αριστερά. Το ΚΚΕ έχει περισσότερο από τους άλλους ασχοληθεί με το θέμα αλλά στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και των γεωπολιτικών κρίσεων σε Σερβία, Αφγανιστάν, Ιράκ.   

Η ευρωπαϊκή αριστερά εκφράζει ένα πηγαίο αίσθημα αντίδρασης σε κάτι το οποίο επιβάλλεται στους Έλληνες έξωθεν. Δεν είναι αποδεκτό εύκολα από κανέναν λαό και κυρίως από τον Ελληνικό η επιβολή όρων από ξένες ηγεσίες. Αλλά αυτό το αρχέγονο πνεύμα αντίστασης και ειδικά στους Έλληνες έχει ορισμένο όρια τα οποία επιβάλλει ο ρεαλισμός και η αυτογνωσία. Οι Έλληνες έχουν κάθε δικαίωμα να αντιστέκονται αλλά σε τι; Για να αντισταθείς σε κάτι, πρέπει να έχεις μια εναλλακτική λύση την οποία να έχεις επιβάλλει εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου, μια πρόταση λύσης και εξόδου από το αδιέξοδο.

Ποια είναι η εναλλακτική λύση που έχουν επιβάλλει οι Έλληνες στον εαυτό τους; Καμία απολύτως και από κανένα πολιτικό σχηματισμό. Η απάντηση με λίγα λόγια είναι: «Δεν χρωστάμε γιατί τα λεφτά τα έφαγαν οι απατεώνες πολιτικοί ή ο λαός είναι αμέτοχος ή να πληρώσουν οι έχοντες και κατέχοντες, ή να επιστρέψουμε στη δραχμή ή να φύγουμε από την ΕΕ ή κάτω ο καπιταλισμός και οι τράπεζες ή καλύτερα να φάμε πέτρες». Αυτές οι απαντήσεις με παραλλαγές και συνδυασμούς ακούγονται από πλήθη στις πλατείες και γράφονται σε ιστοσελίδες. Αυτές οι απαντήσεις δεν έχουν δοθεί μόνον από την αριστερά στην Ελλάδα. Έχει δοθεί από κάθε είδους πολιτική οπτική. Εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως η κάθε είδους πολιτική οπτική είναι πολυσήμαντη και παραπλανητική. Το όνομα αυτών των οπτικών είναι: μια παλιομοδίτικη  δεξιά, το «φασιστική» είναι μάλλον εύσημο, η οποία έχει ενισχυθεί από το τεράστιο πρόβλημα των λαθρομεταναστών και μία νεφελώδης εθνικιστική αντίληψη πως για όλα φταίνε οι ξένοι που υποβλέπουν την Ελλάδα όπως οι Σιωνιστές, οι μασόνοι, οι Γερμανοί, οι Αμερικάνοι, και βέβαια τα μεγάλα συμφέροντα για να αρπάξουν τον πλούτο της χώρας.[14] Το λεγόμενο «αντί-μνημονιακό μέτωπο επικεντρώνεται στο μνημόνιο και στην ξένη κατοχή αλλά αγνοεί την πτώχευση που έφερε το μνημόνιο και την ξένη κατοχή. Και το πώς φτάσαμε στην πτώχευση είναι ένα σύνθετο πρόβλημα με πολλές παραμέτρους οι οποίες όλες θέλουν εξέταση και θεραπεία μία προς μία.

 Η ιεραρχική αλλά και η «ευρωπαϊκή» αριστερά πάντως, άδραξαν την ευκαιρία. Αντίδραση και αντίρρηση ήταν το φυσικό τους περιβάλλον. Τώρα ενσωματώνοντας τη φυσιολογική αντίδραση του απλού Έλληνα βρήκε ακροατήριο και συνθήματα αρεστά σε πάρα πολλούς.
Υπάρχει και μια τρίτη αριστερά, η αριστερά η οποία υπήρξε μια συνιστώσα των συνιστωσών η οποία έχει γιγαντωθεί. Η επονομαζόμενη Δημοκρατική Αριστερά η οποία ανήκει και αυτή της Ευρωπαϊκή αριστερά φαίνεται να συγκεντρώνει δημοσκοπικά περίπου 16%, αλλά πολύ πρόσφατα μετά την εκλογή Βενιζέλου μειώθηκε στο 6-9%. Είναι προφανές πως οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ μαζικά βρήκαν στέγη εκεί όπως και στο ΚΚΕ και στο ΣΥΡΙΖΑ. Αν όλοι αυτή η μάζα ψηφοφόρων για τα τρία κόμματα της αριστεράς δηλώνει πρόθεση ψήφου προς την αριστερά, θα έχει κάποια ιδεολογική προτίμηση ή κάποιες προσδοκίες από την πλευρά της αριστεράς. Αν, όπως λεγόταν από το 74, το ΠΑΣΟΚ δημιουργήθηκε ως ανάχωμα προς τα αριστερά αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται σήμερα. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις η λεγόμενη δεξιά είναι δεύτερη επιλογή ή οι προσδοκίες των πολιτών στην Ελλάδα από τη δεξιά είναι λιγότερες από ότι οι προσδοκίες από την αριστερά.

Η αριστερά λοιπόν, περιορισμένη στην κριτική βάσει των γενικών αρχών περί του δέοντος παρέμενε πλειοδοτούσα για κάθε ζήτημα το οποίο υποστήριζε, αλλά πολιτικά ατελέσφορη. Ήταν πράγματι η αριστερά ατελέσφορη; Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως ήταν. Τα κόμματα εξουσίας είχαν πλειοψηφίες να περάσουν νομοθετικές ρυθμίσεις δίχως τη συναίνεση της αριστεράς. Άλλωστε η αριστερά δεν ψήφιζε τα νομοσχέδια των ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις Στο κοινωνικό-πολιτικό γίγνεσθαι όμως υπήρχε πίεση και επιρροή της αριστεράς ως ιδεολογία, ως αντίληψη του κόσμου, επί των κομμάτων εξουσίας τα οποία καλούντο να υλοποιήσουν προγράμματα και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων, εκσυγχρονισμού και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας; Δεν θα επεκταθώ στο ζήτημα αυτό παρά για να παρατηρήσω πως η αντίδραση της αριστεράς υπήρχε στο χώρο των συνδικάτων και της δημόσιας διοίκησης και η ανοχή των κομμάτων εξουσίας προς τα αιτήματα που προέβαλαν εξασφάλιζε ένα modus vivendi μεταξύ όλων των εμπλεκομένων  και της αριστεράς. Η αριστερά βέβαια, με μια γενικότερη προβολή των δικαίων των ασθενέστερων ομάδων και με υπαρκτό υπόβαθρο μια γενικότερη ιστορική αντίληψη στην Ελλάδα περί κράτους ως του κυρίαρχου διανεμητή προνομίων και παροχών αλλά και του κύριου μοχλού οικονομικής δραστηριότητας βρήκε ένα έτοιμο κοινωνικό υπόβαθρο να περάσει την ιδεολογία της γύρω από την οικονομία, το εύρος και το βάθος του κράτους και της ισχύος του ως πάροχο  θέσεων απασχόλησης, επιρροής και κοινωνικής προβολής. Ο κρατισμός που κυριάρχησε ως οικονομικό και πολιτικό δόγμα στην Ελλάδα από ιστορικούς λόγους αλλά και από λόγους οικονομικής πραγματικότητας της χώρας  μπορούσε εύκολα να μετασχηματισθεί σε μια αριστερή ιδεολογία διαφόρων τύπων εφόσον βέβαια και ο διεθνής περίγυρος και η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη ήταν κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου περίεργο ότι η αριστερά διέθετε και διαθέτει ένα λόγο ο οποίος έπεφτε σε ευήκοα ώτα.
Μπορεί τα κόμματα εξουσίας να είχαν τις κομματικές πλειοψηφίες αλλά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν περισσότερο κοντά στα γενικά συνθήματα τα οποί εξέφραζε η αριστερά. Παρατηρώντας το φαινόμενο από το έτος 1990, ένα κομβικό έτος στα πολιτικά πράγματα της χώρας θα δούμε πως η κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ δεν ήταν αρκετή να στρέψει την ελληνική κοινή γνώμη μακριά από το ΠΑΣΟΚ. Βέβαια για κακή συγκυρία ο Κ. Μητσοτάκης έπρεπε να πάρει μέτρα τα οποία δεν δέχονταν ούτε η ίδια του η παράταξη και είχε να αντιπαρατεθεί με έναν «λαϊκό ήρωα», τον Ανδρέα Παπανδρέου. Έναν Παπανδρέου ο οποίος βρισκόταν στο τέλος του βίου του. Οι μεταρρυθμίσεις Μητσοτάκη συνάντησαν βίαιη αντίσταση των κομματικών συνδικάτων τα οποία είχε εγκαθιδρύσει το ΠΑΣΟΚ αλλά και η αριστερά.[15] Οι πολίτες εθισμένοι στην πολιτική των δανεικών, του υψηλού πληθωρισμού και των υψηλών επιτοκίων παρέμεναν προσκολλημένοι στην «αριστερή» πολιτική του ΠΑΣΟΚ η οποία βέβαια κάθε άλλο παρά προήγαγε το σοσιαλισμό στη χώρα. ¨Όμως, το φαίνεσθαι είχε προσομοιωθεί προς το συλλογικό ασυνείδητο των ψηφοφόρων οι οποίοι πλέον είχαν φαντασιωθεί πως ο «σοσιαλισμός» ήταν μια πραγματικότητα στην Ελλάδα. Συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο, όπως λέει ο James Petras το ΠΑΣΟΚ κατέστρεψε την πιθανότητα ενός σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα.[16]  

Βέβαια, εδώ θα μπορούσε κανείς να θέσει το ζήτημα της ηγεμονίας ή μη της αριστεράς με Γκραμσιανούς όρους. Δεν θα αναλύσουμε το ζήτημα εδώ. Αρκεί να παρατηρήσουμε πως η «ηγεμονία» της αριστεράς στο ηθικό και πολιτιστικό επίπεδο σε γενικές γραμμές ήταν αδιαμόρφωτη και ρευστή, σε μια κοινωνία η οποία βρισκόταν σε ένα συνεχή μετασχηματισμό ομάδων, τάξεων, συμφερόντων και προσδοκιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στην ταχύτητα του φαινομένου αυτού το οποίο δημιούργησε ένα ακόμα πιο θολό τοπίο όσον αφορά τα μέσα και στους στόχους ατόμων και ομάδων. Οι πολιτικές παρατάξεις εκμεταλλεύτηκαν αυτό το κοινωνικό γίγνεσθαι, ιστορικά πρωτόγνωρο για την ελληνική πραγματικότητα η οποία χαρακτηρίζονταν από μια ιεραρχική, πατριαρχική φατριαστική κοινωνία η οποία ήταν σταθερά συντηρητική σε σχέση με την ταχύτητα προσαρμογής σε έξωθεν αλλαγές. Η ελληνική κοινωνία είναι δε κατ’ εξοχήν συντηρητική ακόμα στο «προοδευτικό» της κομμάτι.
Στην ελληνική πραγματικότητα όμως κυριάρχησε το χυδαίο το οποίο αναδύθηκε από την δεξιά πολιτιστική έρημο των Απριλιανών και από την μεταπολιτευτική «επανάσταση των ηθών». Σε αυτό το χυδαίο η αριστερά δεν αντιστάθηκε. Γρήγορα η αριστερά έχασε την ηγεμονία της, όποια και αν είχε στην περίοδο του 40-70. Ίσως ο Μάνος Χατζηδάκης με την «Πορνογραφία», το κύκνειο άσμα του, να είχε ήδη προβλέψει την τροπή των γεγονότων. Με την απαράμιλλη αισθητική του ευαισθησία είχε μάλλον διαισθανθεί πως η Ελλάδα, την οποίαν αυτός τραγούδησε με τη μουσική του, θα μετασχηματίζονταν σε ένα ετερόκλητο μόρφωμα του «μεσαίου χώρου».
Το χυδαίο έχει την ηγεμονία στην Ελλάδα. Από τους απέραντους σκουπιδότοπους, το χτίσιμο στα ρέματα, τις θλιβερές προσόψεις των ιστορικών κτιρίων, τους χώρους των σχολείων και των πανεπιστημίων, το ένα εκατομμύριο αδέσποτα που περιφέρονται στη χώρα, τα εξευτελιστικά τηλεοπτικά θεάματα, και τις αισχρές, από πλευράς αισθητικής και περιεχομένου συζητήσεις επί παντός κατασκευασμένου ενδιαφέροντος θέματος.
Στο χυδαίο δεν αντιστάθηκε η αριστερά, αλλά φευ ούτε η δεξιά ούτε καν η εξοβελισμένη πλέον «συντηρητική» σκέψη. Αν η αριστερά διατείνεται πως είναι το προπύργιο του πολιτισμού πολύ λίγο αντιστάθηκε στην επέλαση του αισχρού και του άσχημου, πολύ λίγο πάλεψε για τον ελληνικό πολιτισμό τον οποίον μάλλον αγνοεί ή γνωρίζει μόνον ως  «άμεση δημοκρατία» και «λαός».
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν αξιόλογοι αριστεροί ως άτομα τα οποία και αντιστέκονται και τρομάζουν μπροστά σε αυτή τη λαίλαπα. Αλλά φευ, το συνολικό αποτέλεσμα είναι θλιβερό.
Η ελληνική αριστερά αλλά και η ευρωπαϊκή δεν κατάφεραν να διατηρήσουν ή να αυξήσουν την ηγεμονία τους στο χώρο της πολιτιστικής εξέλιξης των κοινωνιών τους. Διαπιστώνεται εδώ μια ήττα πρώτου μεγέθους για τους στόχους της αριστερής ιδεολογίας η οποία από τις αρχές του 20 αιώνα προσπάθησε να πετύχει την ηγεμονία στον πολιτιστικό και ηθικό χώρο. Η ίδια δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη λειτουργική και εργαλειακή πλευρά του καπιταλιστικού κοινωνικού-ιστορικού γίγνεσθαι.  Οι αφορισμοί για τη βιομηχανία, την παραγωγή, το κέρδος, την λειτουργία in situ της αγοράς,  και κατά του «συστήματος» δεν απέτρεψαν το σύστημα να κονιορτοποιήσει και τον αστικό πολιτισμό και την εργατική τάξη σε ένα χυλό ο οποίος δεν έχει καμία αναγνωρίσιμη ιδιότητα, πέραν του ρευστού και συνεχώς αναδιατασσόμενου περιβάλλοντος του.[17]
Πέραν αυτού η αριστερά φέρει βαρύτατες ευθύνες για την κατάσταση στην ελληνική εκπαίδευση. Η άρνηση της να εξορθολογήσει τις σπουδές και τη λειτουργία των πανεπιστημίων στα οποία βασίλευε επί δεκαετίες, η αδιαφορία της για τις μεγάλες αλλαγές στη θεματική και το εύρος των σπουδών στο χώρο της εφαρμοσμένης τεχνολογίας και του επιχειρείν, η άρνηση της στην αξιολόγηση και την πραγματική προαγωγή των ικανών έφερε το εκπαιδευτικό σύστημα, μαζί με τους υπόλοιπους πολιτικούς στην αναποτελεσματικότητα και την υπολειτουργία του. Και θα τελειώσω αυτό το θέμα ρωτώντας: τι έκανε η αριστερά για το τεράστιο θέμα της παραπαιδείας το οποίο κατατρύχει τη χώρα δεκαετίες και υπονομεύει καίρια το θεσμό τον οποίον υπερασπίζεται η αριστερά, την ισότητα, με μοχλό τη δωρεάν παιδεία; Η παραπαιδεία ζει και βασιλεύει σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης.

Πιο σημαντικό σήμερα είναι να εξετάσει κανείς το είδος των προσδοκιών και των απαιτήσεων των ψηφοφόρων των κομμάτων εξουσίας καθώς και της γενικότερης πολιτικής και κοινωνικής θεώρησης των πραγμάτων από αυτούς. Τι ακριβώς αντιπροσώπευε η δεξιά, η ιεραρχική αριστερά και η ευρωπαϊκή αριστερά και κυρίως ο σοσιαλισμός για την ελληνική κοινωνία; Η διερεύνηση αυτού του ζητήματος είναι άκρως ενδιαφέρουσα αλλά μακρά και δεν μπορεί να επιτελεσθεί σε ένα τέτοιο κείμενο. Πάντως είναι προφανές πως υπήρχε μια «αριστερή» προσδοκία σε μέρος του εκλογικού σώματος η οποία βέβαια είχε εκδηλωθεί ως αποτέλεσμα των Απριλιανών και του Κυπριακού. Η αριστερά θρεφόταν όχι μόνον από πολιτικές και οικονομικές ιδεολογίες αλλά και από τον έντονο αντί-αμερικανισμό ο οποίος είχε προκύψει λόγω της Κυπριακής εθνικής τραγωδίας.
Αυτή η αριστερά κράτησε ως το 1989. Στη συνέχεια μετασχηματίσθηκε σε ένα μόρφωμα εργασιακών διεκδικήσεων, πελατειακών σχέσεων (είναι λάθος να κατηγορούμε μόνον τα κόμματα εξουσίας για πελατειακές σχέσεις) και αντιαμερικανισμού ο οποίος επανήλθε στην επιφάνεια λόγω του Γιουγκοσλαβικού και του Μακεδονικού.
Όλο αυτό το υποβόσκον συναίσθημα είχε καταβυθισθεί κάτω από την πολιτική των συναλλαγών και των ισορροπιών στο οικονομικό επίπεδο το οποίο διατηρούσε τις προφανείς αδυναμίες της διοίκησης και του κρατικού τομέα στη σιωπηρή αποδοχή τους με κάποιες εξάρσεις στη διάρκεια προεκλογικών αγόνων.  
Η σημερινή πραγματικότητα άλλαξε τη συμπεριφορά και τα πιστεύω των πολιτών.  Ο ύφαλος του ψεύδους έγινε ορατό βουνό στη στεριά, η ανεργία και η φορολογία επί δικαίων και αδίκων έφερε οργή και αγανάκτηση. Οι προσδοκίες τους εξανεμίστηκαν και ξαφνικά η κοινή γνώμη μετατοπίστηκε προς τα αριστερά.
Μετατοπίστηκε όμως προς τα πού ακριβώς; Η αριστερά μετά το 89 είχε διασπαστεί σε δύο πόλους, τον ευρωπαϊκό και τον ιεραρχικό (σταλινικό). Αυτοί οι πόλοι είχαν και πολλές μικρές ομάδες οι οποίες παρέμεναν στο χώρο του ακτιβισμού ή της παρέμβασης στα πανεπιστήμια, ή τις συζητήσεις, διενέξεις, ζυμώσεις στο πολιτικό γίγνεσθαι. Το ΚΚΕ ως η ιστορική αριστερά είχε και έχει μια πάγια τελεολογική θέση ερμηνείας του κόσμου, ως μία από τις συνιστώσες της μεγάλης σχολής του Μαρξισμού. Το ΚΚεσωτ, και μετέπειτα ο Συνασπισμός είχαν μια πιο εξελιγμένη ευρωπαϊκή συνιστώσα η οποία με τη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια συνιστώσα διαφόρων συνιστωσών με συνεχείς περιδινήσεις και αποκλίσεις.[18]
Το τοπίο αυτό το οποίο παρουσιάζεται σήμερα λίγες εβδομάδες προ των εκλογών (αποδεχόμαστε πως θα γίνουν εκλογές το Μάιο. Αν όχι, τότε το τοπίο αλλάζει) μας δίνει την ευκαιρία να αποφασίσουμε για μια ριζική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Θα πάμε λοιπόν προς τα αριστερά; Και αν πάμε ποιο από τα τρία τουλάχιστον κόμματα που εμφανίζονται με τα μεγαλύτερα ποσοστά θα προτιμηθεί;
Είναι αδιάφορο το ποιο θα ψηφιστεί αν αποφασίσουμε να ψηφίσουμε προς τα αριστερά; Πως μπορούν αυτά τα τρία κόμματα να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες μας και το κυριότερο: ποιες είναι οι προσδοκίες μας;

Η απάντηση στη δεύτερη ερώτηση είναι δύσκολη. Σε γενικές γραμμές υπάρχει η ανάγκη μιας κάθαρσης για εγκλήματα κάποιων πολιτικών. Υπάρχει ένα αίτημα για νέες ιδέες, για ανατροπές, για αλλαγή. Στο χώρο συγκεκριμένων πολιτικών απέναντι στην κρίση του παραγωγικού ιστού της χώρας δεν υπάρχουν προτάσεις. Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό κενό στη όλη τη συζήτηση για μια νέα πορεία της χώρας. Η αριστερά θέλει να χτυπήσει το τραπεζικό σύστημα το μεγάλο κεφάλαιο, τις πολυεθνικές, τη φοροδιαφυγή. Μπορεί να το κάνει, μέσα σε κάποια όρια, αλλά πρέπει να υπολογίσει το τίμημα. Δεν έχει υπολογίσει επαρκώς το ζήτημα του ευρώ, της ΕΕ και της δραχμής. Όπως είπαμε παραπάνω οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι προσδοκίες μας συμβαδίζουν με το ευρώ αλλά αυτό συνεπάγεται μια αντίφαση με τον οικονομικό σχεδιασμό μέρους της αριστεράς.  

IV

Η αριστερά σήμερα δεν έχει πρόγραμμα γιατί δεν θέλει να κυβερνήσει.[19] Αν πράγματι η αριστερά αποφασίσει να κάνει μια συμμαχία προθύμων μετά από μια εκλογική νίκη, θα έχανε όλη την ουτοπική της σαγήνη, όλο το μυστήριο του παραδείσου που οι κακοί δεν της επιτρέπουν να φέρει για μας πάνω στη γη. Θα γίνονταν ένα άλλο πολιτικό κόμμα ή παράταξη με αντικείμενο τα νοσοκομεία, τα πανεπιστήμια, το νόμο και την τάξη, την άμυνα, τις συντάξεις και τη δημόσιο διοίκηση. Θα έπρεπε να καταθέσει προϋπολογισμό και να εγγυηθεί ελάχιστο μισθό 1,200 ευρώ (ΚΚΕ). Όλα αυτά φαντάζουν τόσο εξωπραγματικά για μια κυβέρνηση σε αυτές τις συγκυρίες που μόνο ρίγη απόγνωσης μπορεί να φέρουν στην αριστερά.
Αλλά όχι μόνον στην αριστερά. Στην πραγματικότητα κανένα κόμμα δεν θέλει να κυβερνήσει τη χώρα αυτή τη στιγμή. Κανένα κόμμα δεν έχει τις δυνάμεις για να κάνει πολιτική. Αυτό φάνηκε τα δύο τελευταία χρόνια από τα ίδια τα κόμματα εξουσίας. Δεν τόλμησαν να κάνουν καμία πολιτική παρέμβαση. Απλά το ΠΑΣΟΚ προσπαθούσε να καλύψει το κενό μεταξύ εξαγγελιών και μέτρων και η ΝΔ επικαλείτο τα λάθη της ΕΕ για να διατυμπανίζει πως δεν συμφωνεί με το μνημόνιο. Δεν είχε λάθος αλλά δεν είχε να αντιπροτείνει κάτι το ουσιώδες το οποίο μείωνε το τεράστιο έλλειμμα και το δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
Το ότι δεν θέλει να κυβερνήσει κανείς τη χώρα, πέραν των παραδοσιακών πολιτικών συντεχνιών, είναι φανερό και από το ότι τα πολλά νέα κόμματα το οποία δημιουργούνται είναι αποκόμματα των παλαιών ή μικρές ομάδες ακραίων οι οποίοι ποντάρουν στο ότι ένας αγανακτισμένος ψηφοφόρος μπορεί να ψηφίσει τον οποιονδήποτε παρουσιάζεται ως «ειδικός» ή ως εκφραστής της λαϊκής κυριαρχίας. Η νέοι υποψήφιοι πολιτικοί παράγοντες είναι πιθανόν να έχουν μια πρώτη επιτυχία, είναι επίσης πιθανόν να συνεργήσουν και σε άλλου είδους ομαδοποιήσεις και πολιτικές πρακτικές οι οποίες μάλλον θα αποπροσανατολίσουν τους πολίτες από τα καθοριστικά προβλήματα τα οποία καλούνται να λύσουν.
Η αριστερά το πιο πιθανό θα μείνει εκτός κυβερνητικού νυμφώνα αλλά με ένα σημαντικό κέρδος. Θα μάθει τα όρια της. Επίσης θα μάθει πως θα πρέπει να αντιμετωπίζει τον εαυτό της και τα δικά της προβλήματα και να μην τα κρύβει κάτω από το χαλί. Έτσι, θα μπορέσει να προσφέρει έναν ουσιαστικό διάλογο πάνω στον πραγματικό κόσμο αλλά κυρίως να προσφέρει λύσεις.
Εάν από την άλλη πλευρά ο θυμός και τα αντανακλαστικά της αγανάκτησης  φέρουν την αριστερά με ένα ποσοστό με το οποίο θα μπορέσουν να συγκυβερνήσουν, τότε θα πρέπει να το κάνουν. Οι διαφορές τους θα πρέπει να μπουν στην άκρη και θα πρέπει να παρουσιαστεί ένα κοινό πρόγραμμα. Αυτό θα αποτελέσει μια ανατροπή. Η αριστερά  θα έχει την ιστορική ευθύνη να κυβερνήσει και να προσφέρει στη χώρα κάτι καινούργιο. Από τις μέχρι σήμερα εξαγγελίες της κάτι τέτοιο δεν είναι ορατό, αλλά αρχή άνδρα δείξει.  

Το πιθανότερο αποτέλεσμα των επερχόμενων εκλογών θα είναι νέες εκλογές.  Τότε θα μετρηθούν οι πραγματικές  δυνάμεις της αριστεράς.

Βέβαια, υπάρχει και ένα άλλο σενάριο. Οι ψηφοφόροι να επανέλθουν-μερικώς- στα κόμματα εξουσίας και να υπάρξει μια συγκυβέρνηση. Όχι βέβαια πως αυτό θα είναι απάντηση. Αντίθετα θα είναι αποτέλεσμα της δύναμής  της αδράνειας.  Η πολιτική και κοινωνική ζωή στην Ελλάδα χρειάζεται καινούργια πρόσωπα και ιδέες. Αυτή τη στιγμή όμως, όποιοι εμφανιστούν στο προσκήνιο θα περάσουν από τα Κλαυδιανά δίκρανα της κρίσης και του θυμού. Ο μαξιμαλισμός ο οποίος επικρατεί θα ακυρώσει τη δυναμική τέτοιων εγχειρημάτων.
Ο μακαρίτης ο Κώστας Παπαϊωάννου σε διάλεξή του, όταν ρωτήθηκε να μιλήσει για τη δεξιά στην Ελλάδα απάντησε πως πρέπει να μελετήσει κανείς την αριστερά πρώτα για να δει τη δεξιά ως απάντηση της. Δυστυχώς, στην Ελλάδα αναλύοντας τη δεξιά θα δει κανείς μια άλλη σειρά από ανομήματα και λάθη, αδυναμίες και ραθυμίες, ιδιότητες οι οποίες έφεραν τη χώρα αντάμα με την αριστερά σε αυτή τη δραματική θέση.





Παράρτημα Α


Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ θεωρεί ότι το υπαρκτό και σύνθετο πρόβλημα των μεταναστών δεν αντιμετωπίζεται σε συνθήκες εκτοπισμού σε γκέτο και ξερονήσια.

Η συνολική θέση της για τους μετανάστες οριοθετείται και προσδιορίζεται από την αντίληψη ότι ο σύγχρονος εθνικισμός και ο ρατσισμός δεν αποτελεί απλώς και μόνο ένα ιστορικό επεισόδιο ή μια επιβίωση παλαιών μορφών, αλλά ένα παγκόσμιο φαινόμενο με βαθιές ρίζες, το οποίο εξελίσσεται συνεχώς. Στη σημερινή συγκυρία, παρατηρούμε την κρίση των παραδοσιακών μορφών του Έθνους -κράτους, ενώ παράλληλα αναδεικνύονται και νέες μορφές διεθνικής κινητικότητας. Αυτό το νέο σύστημα συναρτάται άμεσα και με το σύστημα οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας, εξωθώντας μια σειρά κοινωνικών προβλημάτων (όπως η μετανάστευση) στον αστερισμό του εθνικισμού και του ρατσισμού. Οι νέες κατώτερες «φυλές», στις σύγχρονες κοινωνίες, είναι, οι μετανάστες, οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και οι «κοινωνικά αποκλεισμένοι». Σ' αυτές τις νέες κατηγορίες εφαρμόζονται πολιτικά και ανθρωπολογικά σχήματα στιγματισμού και περιθωριοποίησης ,τα οποία θεμελιώνονται στη βάση ενός τριπλού καθορισμού (ταξική καταγωγή, εθνική προέλευση, κοινωνική παθολογία). Παράλληλα, μέσω αυτών των νέων κατηγοριών πραγματοποιείται αποτελεσματικά η καθημερινή ιδεολογική αναστροφή των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων και η προβολή τους στο πεδίο της «κουλτούρας της μνησικακίας».
Η μετανάστευση είναι φαινόμενο παγκόσμιο, σύνθετο, δυσεπίλυτο. Γενεσιουργές αιτίες του είναι κυρίως η φτώχια και η εξαθλίωση των χωρών του Τρίτου Κόσμου για την οποία την κύρια ευθύνη φέρει ο λεγόμενος «Πρώτος Κόσμος», ο κόσμος των ανεπτυγμένων και οικονομικά ισχυρών χωρών. Οι άνισες ανταλλαγές και η καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων των φτωχών χωρών από τις παγκόσμιες εταιρείες, η άρνηση των ανεπτυγμένων χωρών να διαθέτουν, όπως είχαν δεσμευθεί, κάθε χρόνο το 0,7% του ΑΕΠ τους για την αντιμετώπιση των στοιχειωδών αναγκών των πενόμενων πληθυσμών, καθώς και η διακυβέρνηση από διεφθαρμένα αντιδημοκρατικά καθεστώτα είναι οι κύριες αιτίες του φαινομένου, που μαζί με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, τις στρατιωτικές επεμβάσεις της Δύσης, τους πολέμους και τις εμφύλιες σφαγές, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που, αν δεν ελεγχθεί με κατάλληλες δημιουργικές πολιτικές, ενέχει σοβαρούς κινδύνους και απειλές.

Οι μετανάστες, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη μιας χώρας και να την πλουτίσουν δημογραφικά και πολιτισμικά. Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης, η κατάσταση τείνει να γίνει ανεξέλεγκτη. Η συγκέντρωση εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών αποτελεί παγίδευση και για τους ίδιους, αλλά και προκαλεί σοβαρά κοινωνικά ζητήματα στον ντόπιο πληθυσμό. Οι ίδιοι, στην καλύτερη περίπτωση, αποτελούν μια “μάζα εργατών-δούλων”, που υφίσταται άγρια εκμετάλλευση, χωρίς δικαιώματα ή, στη χειρότερη περίπτωση, προστίθενται απλώς στις στρατιές των ανέργων, χωρίς πόρους, καταδικασμένοι στην εξαθλίωση, τον απόλυτο αποκλεισμό, την παραβατικότητα. Ο μεγάλος αριθμός τους, ιδιαίτερα στο κέντρο της Αθήνας, με τη χωροταξική υπερφόρτωση, με την έκρηξη του παραεμπορίου, του εμπορίου ναρκωτικών, του εμπορίου γυναικών, οδήγησε σε σοβαρή υποβάθμιση της ζωής των κατοίκων, με αποτέλεσμα να προκαλούνται εκατέρωθεν τριβές, εντάσεις και συγκρούσεις. Η κατάσταση αυτή πρέπει να αλλάξει. Οι ευθύνες των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που τόσα χρόνια άφησαν το πρόβλημα να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, είναι τεράστιες.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιμένει. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει:

• Να απαιτήσει αναθεώρηση της Συνθήκης Δουβλίνο II του 2003 (που υπέγραψε η κυβέρνηση Σημίτη, με υπουργό Εξωτερικών τον Γ.Παπανδρέου), η οποία μετατρέπει την Ελλάδα σε χώρο εγκλεισμού όλων των προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, που απλώς χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως πέρασμα προς την Ευρώπη.

• Να απαιτήσει τη διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της ΕΕ με την Τουρκία, αν η τελευταία δεν δεσμευθεί ότι θα δέχεται πίσω όλους τους μετανάστες που εισέρχονται παράνομα στη χώρα μας από τα ελληνοτουρκικά θαλάσσια και χερσαία σύνορα.

• Να επιδιώξει τη διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, που θα δίνει έμφαση στις παρεμβάσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους της Αφρικής και της Ασίας να μείνουν στον τόπο τους, αλλά και θα παρέχει όλους τους αναγκαίους πόρους για την εγκατάσταση, τη διατροφή και την υγειονομική φροντίδα των μεταναστών, μέχρις ότου μπορέσουν να ενταχθούν δημιουργικά στην κοινωνία. Παράλληλα θα πρέπει να προβλέπεται ο επιμερισμός του βάρους της μετανάστευσης σε όλη την Ευρώπη, με κριτήρια τον πληθυσμό και το κατά κεφαλήν εισόδημα κάθε χώρας.

• Να ενισχύει τη φύλαξη των συνόρων με την ουσιαστικότερη και μονιμότερη συνδρομή της ΕΕ.

• Να νομιμοποιήσει όλους τους μετανάστες που πληρούν τις προϋποθέσεις νομιμοποίησης.

• Να εξετάζει γρήγορα τις αιτήσεις όσων ζητούν άσυλο με κριτήρια αντικειμενικά, όπως προβλέπουν οι διεθνείς ρυθμίσεις και να παρέχει άσυλο σε όσους πραγματικά το δικαιούνται εφοδιάζοντάς τους με τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα και παρέχοντάς τους όλα τα συναφή δικαιώματα.

• Να επαναπροωθήσει τους παράνομους μετανάστες στις χώρες προέλευσής τους.

• Να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι μετανάστες που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα να μπορέσουν να ενταχθούν ομαλά στην ελληνική κοινωνία.

• Να επιμείνει και να υπερασπιστεί μέχρι τέλους την απόφαση με την οποία αναγνωρίστηκε δικαίωμα ψήφου στους μετανάστες.

Παραθέτουμε την ανακοίνωση της ΔΗΜΑΡ για το ζήτημα του τέθηκε για την δημιουργία χώρων φύλαξης και διαμονής λαθρομεταναστών και την απομάκρυνσή τους από το κέντρο της Αθήνας. Παρατηρούμε εδώ μια από τις εγγενείς παθολογίες της αριστεράς. Η ανακοίνωση αυτή παρατίθεται γιατί έχει παρουσιαστεί επισήμως και όχι για κάποιο λόγο αντιπαράθεσης με τη ΔΗΜΑΡ. Θα λέγαμε μάλιστα πως η ανακοίνωση έχει πολλά θετικά στοιχεία.
Πρώτον. Κάνει ανάλυση ιστορική, πολιτική, ψυχολογική του φαινομένου της μετανάστευσης προς την Ευρώπη. Κλασσική επωδός είναι πως η Ευρώπη φταίει για τη μετανάστευση αυτή, απομυζώντας πόρους από τις χώρες από τις οποίες προέρχονται οι άνθρωποι αυτοί. Η ανάλυση αυτή είναι χιλιοειπωμένη και έχει πολλά κενά αλλά δεν προσφέρει κανένα απολύτων επιχείρημα για το ζήτημα το οποίο έχει τεθεί.
Δεύτερον: κάνει μια νεφελώδη αναφορά με ένα γενικόλογο τρόπο στην έννοια του έθνους και κατά συνεκδοχή στην έννοια του κράτους, έννοιες τις οποίες η αριστερά θεωρεί αντίπαλες προς την ιδεολογική της προσέγγιση της πραγματικότητας του ευρωπαϊκού εθνικού κράτους.
Τρίτον, κατηγορεί, και σωστά τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ για την κατάσταση. Παραβλέπουν όμως την επίμονη και λυσσαλέα αντίδραση της αριστεράς σε κάθε προσπάθεια να δοθεί μια λύση στο πρόβλημα. Και ήταν η αριστερά ένας από τους κύριους λόγους που σήμερα ανθούν όλες οι τραγικές συνθήκες στο κέντρο της Αθήνας αλλά και σε όλη την επικράτεια.
Τέταρτον: προτείνει σωστά μέτρα για πρώτη φορά, σχετικά με το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης και κυρίως ζητά την αποχώρηση μας από το Δουβλίνο ΙΙ. Ζητά, πολύ σωστά, την παύση κάθε ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας εάν αυτή δεν δεχτεί την επαναπροώθηση των λαθρομεταναστών στην Τουρκία, μια και από εκεί έχουν έρθει.
Πέμπτον, προτείνει καλύτερη φύλαξη των συνόρων από την ΕΕ, αλλά τα σύνορα είναι ελληνικά. Αν δεν φυλάξουν οι Έλληνες τα σύνορά τους θα τους τα φυλάξουν οι άλλοι; Και με ποιο τρόπο θα φυλαχθούν τα σύνορα; Ένας τρόπος υπάρχει, ο τρόπος της Ινδίας, πυροβολούν όποιον προσπαθεί να περάσει παράνομα από το Μπανγκλαντές. Κάθε άλλος τρόπος είναι σύλληψη, φυλάκιση και επαναπροώθηση, αλλά που, σε χώρες που δεν τους θέλουν;
Αλλά δεν κάνει καμία μνεία για τις ελληνικές ενέργειες. Δεν απαντά στο ζήτημα της εξαθλίωσης της Αθήνας για τους κατοίκους της αλλά και για τους δυνητικούς τουρίστες οι οποίοι έχουν εξαφανιστεί. Η Αθήνα είναι η μόνη πρωτεύουσα της Ευρώπης με άδεια και κλειστά ξενοδοχεία.
Ζητά και πάλι να δοθεί δικαίωμα ψήφου στους λαθρομετανάστες χωρίς προκαθορισμένους όρους και δεσμεύσεις (ελληνική γλώσσα, λόγους ερχομού, πραγματική διάθεση να γίνουν έλληνες πολίτες και όχι ευκαιριακοί πάροχοι φτηνής εργασίας, προσόντα για τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, ουσιαστική στράτευση).
Είναι ενδιαφέρον να αξιολογήσει κανείς τον κατάλογο που παραθέτει η ανακοίνωση περί των όσων παρανομιών επιτελούνται στο κέντρο της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους. Διαφαίνεται η διάθεση να παταχθούν όλες αυτές οι καταστάσεις αλλά δεν αναφέρεται ο τρόπος. Προφανώς, η άνοδος της Χρυσής Αυγής έχει αρχίσει να θορυβεί την αριστερά η οποία σε αυτήν την έκφανσή της θέλει να δείξει πως προτίθεται να κάνει κάτι για το ζήτημα.  Το ίδιο έχει συμβεί και με την κυβερνώσα παράταξη η οποία καθημερινά ανακοινώνει μέτρα και δράσεις για το πρόβλημα του κέντρου των Αθηνών και τη δημιουργία κέντρων υποδοχής λαθρομεταναστών.

Είναι πραγματικά απορίας άξιον το πόσο παράλληλα τέθηκαν τα προβλήματα της χρεοκοπίας και της λαθρομετανάστευσης.  Και βέβαια έχουν και τα δύο το κοινό σημείο πως τα πολιτικά κόμματα δεν ασχολήθηκαν ποτέ σοβαρά ούτε με το ένα ούτε με το άλλο πρόβλημα. Κλασσικό φαινόμενο μιας πολιτικής και κοινωνικής αποχαύνωσης μπροστά στους θανάσιμους κινδύνους οι οποίοι ελλοχεύουν και στα δύο: αποσάρθρωσα του κοινωνικοί ιστού, διάλυση του κράτους, ανυπαρξία έννομης τάξης και συνεχούς ύφεσης και αποσταθεροποίησης. Το φαινόμενο θυμίζει την αρχική φάση μιας επερχόμενης εσωτερικής σύγκρουσης με απρόβλεπτες συνέπειες, και για την εξωτερική ασφάλεια της χώρας. Η αριστερά σήμερα έχει πραγματική και όχι θεωρητική ευθύνη για το μέλλον της χώρας. Οι προτάσεις της και οι δράσεις της θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της χώρας και του λαού της.

Παράρτημα Β

Η αριστερά δεν δέχεται τον όρο «λαθρομετανάστης» αλλά τον όρο μετανάστης. Ιστορικά από την ίδρυση εθνικών κρατών, δημιουργίας συνόρων, διαβατηρίων, εθνικών νομισμάτων, εθνικών οικονομικών πολιτικών, νομικών καθεστώτων περί ιθαγένειας, πολιτών, πολιτικής συμμετοχής και αποφάσεων, το ζήτημα της μετανάστευσης μη πολιτών μιας χώρας σε μια άλλη έχει πάρει πολλές μορφές και διαστάσεις. Η μετανάστευση με τον τρόπο με τον οποίον διεξάγεται αυτή τη στιγμή είναι μια ακύρωση του εθνικού κράτους αλλά και της ίδιας της έννοιας του κράτους. Για τους αναρχικούς η προάσπιση των μεταναστών είναι σε αυτό το σημείο συνεπής με τις ιδέες τους. Για την αριστερά τι ακριβώς είναι;
Είναι προφανές πως η ανεξέλεγκτη είσοδος ανθρώπων κάτω από οποιαδήποτε πραγματική ανάγκη δημιουργεί προβλήματα και επιζητά λύσεις σε πολιτικό, οικονομικά και πολιτισμικό επίπεδο. Από το 1989 και μετά, με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, το οποίο επέβαλε την απομόνωση στους πολίτες του, έως σήμερα έχουμε μια παγκόσμια τάση μετακίνησης πληθυσμών εντός και εκτός χωρών. Η μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών στην ανθρώπινη ιστορία έχει συντελεσθεί στην Κίνα όπου τριακόσια εκατομμύρια άνθρωποι μετακινήθηκαν από αγροτικές σε αστικές και βιομηχανικές περιοχές. Η μετακίνηση όμως σε άλλες χώρες αποτελεί ένα πρόβλημα το οποίο εν μέρει φαίνεται άλυτο. Μια κοινωνία δεν μπορεί εύκολα να προστατευθεί με τους γνωστούς τρόπους από τα κύματα ανθρώπων οι οποίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο  να ξεφύγουν από την πείνα, τον πόλεμο ή τις διώξεις για λόγους θρησκευτικούς, εθνικούς, ιδεολογικούς ή ακόμη και τρόπων ζωής.
Η πραγματικότητα αυτή όμως διαρρηγνύει τις μέχρι τώρα σχέσεις μιας ήδη εγκαθιδρυμένης κοινωνίας με αυτόχθονες νομικές δεσμεύσεις, ήθη και έθιμα και αυτονομία στην διαμόρφωση επιλογών για την οργάνωση και δομή της.
Σε πολιτικό επίπεδο, η πολιτική τάξη, όποια και να είναι αυτή. έχει αναδυθεί από τα υπάρχοντα μέλη της. Ένας απροσδιόριστος αριθμός και πολυποίκιλη προέλευση ανθρώπων δημιουργεί αυτόματα ένα πολιτικό πρόβλημα, αυτό της συμμετοχής τους ή μη στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας στην οποίαν ήρθαν. Η δημοκρατία βασίζεται στην έννοια του πολίτου ο οποίος συμμετέχει στην ιστορική διαμόρφωση και του πολιτεύματος και της υφής του και της υπεράσπισής του αλλά και της συμμετοχής στ κοινά. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σήμερα φέρνει το πολιτικό γίγνεσθαι μιας χώρας σε μια σημαντική απορία. Και δεν χρειάζεται να μακρηγορήσουμε πάνω σε αυτό. Η απορία αυτή, με τη φιλοσοφική και κυριολεκτική έννοια έχει απαντηθεί με την πρακτική της ενσωμάτωσης στο πολιτικό γίγνεσθαι. Αυτό όμως είναι είτε μια σχεδιασμένη και προαποφασισμένη διαδικασία ή μια μακροχρόνια αναγκαστική εμπειρία με πολλές απρόβλεπτες καταστάσεις, εντάσεις ή και συγκρούσεις. Χώρες όπως η Αμερική αλλά και ολόκληρη η αμερικάνική ήπειρος και η Αυστραλία κατοικήθηκαν διαμορφώθηκαν από μετανάστες οι οποίο βέβαια είναι γνωστό τι έκαναν στους γηγενείς.
Η σύγχρονη ιστορία προσδιορίζει τη διαφορά πολίτου και μετανάστη σε διαφορετικό επίπεδο νομικής και κοινωνικής ανάλυσης.
Η ενσωμάτωση των μεταναστών με μια σχεδιασμένη πολιτική ή μια ευεπίφορη κοινωνική συγκρότηση όπως η αμερικανική είναι μια απάντηση η οποία δεν είναι πάντα επιτυχής ή τουλάχιστον προκαλεί και τις αντιρρήσεις των υπέρμαχων της πολύ-πολιτισμικότητας.
Η Ελλάδα δεν είχε ποτέ μεταναστευτική πολιτική μια και ήταν χώρα εξαγωγής μεταναστών. Είχε όμως ιστορικά απορροφήσει εκατομμύρια μετανάστες αλλά Έλληνες από τις χαμένες πατρίδες του ελληνισμού. Η ενσωμάτωση ακόμη και των Ελλήνων της διασποράς δεν ήταν εύκολη και ομαλή. Υπήρξαν πολιτικές και πολιτισμικές επιπτώσεις και ακόμη το θέμα αυτό είναι επιτέλους υπό επιστημονική μελέτη. Αυτός είναι και ο λόγος που τους αποκαλούμε «λαθρομετανάστες». Κανείς δεν τους προσκάλεσε για κάποιο πρακτικό λόγο να εγκατασταθούν στη χώρα. Δεν υπήρξε οργανωμένη ζήτηση επαγγελμάτων και δεξιοτήτων από την ελληνική πολιτεία για την οικονομία της. Η ανάγκη βέβαια από το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας βρήκε απασχόληση στους ανθρώπους αυτούς σε χειρονακτικές εργασίες ή στο επάγγελμα της οικοδομής το οποίο ήταν και το πιο σκληρό και εύκολα το απέφευγαν οι νέοι.
Η μετανάστευση γίνεται μια πραγματικότητα εάν και εφόσον συνάδουν δύο λόγοι: δημογραφικό έλλειμμα και μεγάλη ζήτηση εργατικών χεριών. Ο πρώτος λόγος ήταν μια θλιβερή ελληνική πραγματικότητα, ο δεύτερος αποτέλεσμα του πρώτου αλλά και οι κενές θέσεις εργασίας σε τομείς τους οποίους εγκατέλειπαν οι νέοι για μεσαία και υψηλά πόστα στη γραφειοκρατία, την τεχνολογία, ή την διοίκηση επιχειρήσεων και υπηρεσιών. Η σιωπηλή αποδοχή του πρώτου κύματος λαθρομετανάστευσης ήταν η απόρροια των πραγματικών αναγκών της οικονομίας. Σήμερα, το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Αλλά σήμερα το πρόβλημα είναι επίσης μεγαλύτερο σε μια περιοχή η οποία βρίθει από πολέμους, εμφύλιες συρράξεις και διώξεις μειονοτήτων.
Όπως στην αρχική φάση η ελληνική πολιτεία και κοινωνία δεν αντιμετώπισε το φαινόμενο με οργανωμένο και λειτουργικό τρόπο, έτσι και τώρα, παρουσιάζει τα ίδια αντανακλαστικά μπροστά στο δεύτερο κύμα. Μπορούμε βέβαια να σημειώσουμε εδώ την καίρια συνδρομή της Τουρκίας στο ελληνικό πρόβλημα. Αν υπάρχουν πολλά αίτια για το κύμα των μεταναστών διεθνώς, στο συγκεκριμένο ζήτημα της Ελλάδος η άμεση αιτία είναι η πολιτική της Τουρκίας απέναντι σε ομοθρήσκους της και πολλούς εξ αυτών κατοίκους της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Τουρκία εκμεταλλεύεται ασύστολα τους ανθρώπους αυτούς εισπράττοντας «διόδια» και μετατοπίζοντας το πρόβλημα προς την Ελλάδα και την ΕΕ.
Η αριστερά ασμένως υπήρξε υποστηρικτής και αρωγός των ανθρώπων αυτών με διάφορους τρόπους. Ποια ήσαν τα κίνητρα της αριστεράς; Μια ανθρωπιστική «προκατάληψη», μια ιδεολογική ταύτιση με τους «κολασμένους» της γης, μια διεθνιστική αντίληψη, ή μήπως και μια πιθανή αλίευση ψήφων σε ένα διευρυμένο εκλογικό σώμα του οποίου η μετανάστες θα θεωρούσαν την αριστερά αρωγό και υποστηρικτή τους; Μήπως ήταν μια αισιόδοξη ανάγνωση του κοινωνικού γίγνεσθαι, με τη δυνατότητα να ενσωματώσει σε ένα κοσμικό κράτος ανθρώπους με ισχυρό θρησκευτικό υπόβαθρο;
Όλα αυτά δεν έχουν γίνει κατανοητά και από όσους αντιδρούν σε αυτό το φαινόμενο αλλά ταυτόχρονα δείχνουν πως η αριστερά βρίσκεται αιχμάλωτη μιας και μόνης ανάγνωσης της ιστορίας, δίχως να λαμβάνει υπόψη της και το ζοφερό παρελθόν και τις σύγχρονες κοινωνικές δυσκολίες μιας τέτοιας μαζικής παρουσίας ανθρώπων με τόσο διαφορετικό πολιτιστικό και πολιτικό υπόβαθρο. Θα τολμούσαμε να πούμε πως η αριστερά μπορεί να αυτοχειριασθεί με αυτήν της την ανάγνωση και δράση, αν τα πράγματα πάρουν συγκρουσιακές τροπές. Σίγουρα δε η άρνηση της να βάλει το πρόβλημα σε πιο σφαιρικές βάσεις έχει εκθρέψει και αντί-αριστερισμό και ακραίες ιδεολογίες. Αν η οικονομική κρίση και η ανικανότητα των κομμάτων εξουσίας δεν ήταν τόσο κατάφορη, πιστεύουμε πως η αριστερά θα βρισκόταν σε δύσκολη πολιτική θέση μόνο και μόνο από αυτήν της τη συμπεριφορά.[20]  



Νικόλαος Α. Μπινιάρης 2/4/2012



[1] Η ανάλυση αυτή είναι μέρος μιας σειράς αναλύσεων για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα και για τη δεξιά και αριστερή «ιδεολογία»  σήμερα.

[2] Για τις αριστερές πολιτικές θα μιλήσουμε στο δεύτερο μέρος αυτής της σειράς.
[3] Μπόμπιο Ν.  Δεξιά και Αριστερά Πόλις 1995
[4] Βάσει του εκλογικού νόμου με την πριμοδότηση του πρώτου κόμματος η αριστερά μπορεί να έρθει στην εξουσία μόνο σε συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ
[5] Πάρα πολλοί θα αντιδράσουν στην άποψη ότι το ΠΑΣΟΚ είναι αριστερό κόμμα. Είναι απολύτως κατανοητό αλλά παραδεχόμαστε πως είναι ένα κόμμα το οποίο χρησιμοποίησε αριστερή ρητορεία και  προσδοκίες για να καταλάβει την εξουσία. Αυτή η πολιτική, έστω υποκρισία, είναι ικανή συνθήκη για να θεωρηθεί το ΠΑΣΟΚ αριστερά κόμμα. Δεν είναι όμως αναγκαία. Στις προηγούμενες εκλογές ΠΑΣΟΚ κα αριστερά είχαν 56%, άρα λαμβάνοντας υπόψη την υπόθεση μας το ποσοστό της αριστεράς δεν έχει αλλάξει στο σύνολό του, έχει αλλάξει η κατανομή του σε πιο ριζοσπαστικές αριστερές θέσεις. Οι θέσεις αυτές έχουν ορισθεί μάλλον από την αντιπαράθεση Μνημονιακών-Αντιμνημονιακών 
[6] Έμμεσα μη-δημοκρατικούς τρόπους θεωρούμε την παρέμβαση σε δικαιώματα ή σε υποχρεώσεις των πολιτών όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί ιστορικά. Αυτές οι παρεμβάσεις μπορεί να γίνουν με διαδικασίες, οι οποίες, αν και μπορεί να φαίνονται δημοκρατικές, όπως η άμεση δημοκρατία, εν τούτοις στο βάθος τους ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για την ισορροπία μεταξύ πλειοψηφιών και μειοψηφιών. Βασικό ζήτημα στη δημοκρατία είναι η εξασφάλιση των δικαιωμάτων των μειοψηφιών στο γενικό νομοκανονιστικό πλαίσιο της λειτουργίας του πολιτεύματος. 
[7] Το άκρως σοβαρό ζήτημα περί δραχμής ή ευρώ έχει περιέλθει σε οιονεί γελοιοποίηση με διάφορους αδαείς ή με χαώδη ιδεολογικά κίνητρα (είτε εθνικιστικά, είτε πολιτικού επαναπροσδιορισμού της χώρας) να πρεσβεύουν ή το ένα ή το άλλο με έωλα και ανόητα επιχειρήματα. Η επιστημονική μελέτη του προβλήματος έχει και αυτή αφεθεί σε αλλοδαπούς ειδήμονες ή κυβερνήσεις.
[8] Δες Κ. Μελάς: Οι σύγχρονές κρίσεις του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος Εκδόσεις Λιβάνη, 2011.
[9] Η χώρα πάσχει από δύο άλλα σοβαρά προβλήματα; Την καλπάζουσα εγκληματικότητα και τη βία σε πολιτικές εκδηλώσεις αντίδρασης κατά των οικονομικών μέτρων. Έχουν αυξηθεί τα κρούσματα επιθέσεων κατά πολιτικών, αποκλεισμού των από το δημόσιο διάλογο, καθώς και επιθέσεων κατά προσώπων με κοινωνική προβολή οι οποίοι έχουν σχέση με την πολιτική. Υπάρχει σε μόνιμη βάση καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας. Τα φαινόμενα αυτά έχουν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή και τον τουρισμό. Τα φαινόμενα αυτά είναι κατανοητά σε συναισθηματικό επίπεδο είναι επικίνδυνα για μια ομαλή πολιτική αλλαγή. Μπορεί να τα έχουμε με τους επαγγελματίες πολιτικούς αλλά δεν μπορούμε να ακυρώνουμε την ελευθερία του λόγου. 
[10] Στο θέμα του κομματικού κράτους και της δομής του θα επανέλθουμε στο άρθρο μας για τη «δεξιά»
[11] Vanity Fair October 2010. Beware of Greeks bearing bonds.
[12] Αυτό το οποίο προκαλεί απορία είναι γιατί ή αριστερά δεν ασχολείται σοβαρά με τις δικές της αντιφάσεις. Ιστορικά έχει πάρα πολύ υλικό για να μελετήσει. Δεν θα προχωρήσουμε περαιτέρω στην παρούσα ανάλυση.
[13] Ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει στην ευρωπαϊκή αριστερά. Το κατά πόσον έχει προάγει την ευρωπαϊκή αντίληψη των προβλημάτων της χώρας είναι ένα άλλο θέμα. Για το κόμμα αυτό η αλλαγή πρέπει να έρθει από την ίδια της ΕΕ. Η αναδόμηση της ΕΕ με αριστερή ιδεολογία θα απαντήσει στο ελληνικό, πορτογαλικό, ισπανικό πρόβλημα. Αυτή η τοποθέτηση δεν είναι θεωρητικά λάθος. Στερείται όμως πραγματισμού τη στιγμή που η ευρωπαϊκή αριστερά δεν έχει ξεκαθαρίσει ποια είναι αυτή η ευρωπαϊκή αριστερή πρόταση. Οι γενικότητες περί «Ευρώπης των λαών» δεν περιέχει υλοποιήσιμες πολιτικές. Ίσως ένα ενιαίο αριστερό ευρωπαϊκό κόμμα θα ήταν μια πρώτη απάντηση.
[14] Ο εξορκισμός με το κατηγόρημα του φασισμού των διαφόρων ακροδεξιών ομάδων δεν είναι αρκετός για να κρατήσει σε απόσταση το φαινόμενο της ψυχολογίας της βίας έναντι των σοβαρών προβλημάτων της χώρα. Απλά η «φασιστική» δεξιά δεν έχει βρει την κατάλληλη ηγεσία σε πολιτικό επίπεδο. Το φαινόμενο ΛΑΟΣ είναι παραπλανητικό σε σχέση με την φασιστική πραγματικότητα. Η αριστερά αλλά και η δεξιά θα βρεθούν προ εκπλήξεων εάν και εφόσον υπάρξει ηγεσία και πολιτική πρόταση από την πλευρά μιας φασιστικής ιδεολογίας.
[15] Ο Κ. Μητσοτάκης και Σ. Μαρκεζίνης απετέλεσαν τις πλέον αποτυχημένες πολιτικές προσωπικότητες της μεταπολεμικής περιόδου. Ταυτόχρονα όμως υπήρξαν ευφυείς, μορφωμένοι και υπήρξαν φύσει μεταρρυθμιστές και φιλελεύθεροι. Η αποτυχία τους χρήζει μιας ειδικής μελέτης της πολιτικής κουλτούρας της χώρας και τη σχέση της με τους πολιτικούς ως χαρακτήρες οι οποίες επηρεάζουν το κοινό αίσθημα και τη ψήφο. Είναι πάντως πρόδηλο πως και οι δύο αυτοί πολιτικοί ήσαν ανίκανοι να προβάλλουν συναισθηματικά την ταύτισή τους όχι μόνο με το λαό αλλά και με τα προβλήματα τα οποία κλήθηκαν να λύσουν.
[16] Mediterranean Paradoxes International Perspectives 1994
[17] Επ΄ αυτού δες Π. Κονδύλης: Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μετά-μοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Θεμέλιο 1991
[18] Τα παραπάνω μπορούν κάποιοι να τα διατυπώσουν διαφορετικά. Δεν θα διαφωνήσω, αλλά για κάποιον ο οποίος δεν είναι ειδικός στο θέμα λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει πως στο γενική αντίληψη περί των πραγμάτων αυτών οι συνομιλίες δεν μπορούν να γίνουν μόνο από τους ειδικούς της αριστεράς γιατί τότε εμείς οι οποίοι βρισκόμαστε εκτός δεν θα έχουμε καμία πιθανότητα να καταλάβουμε τι συμβαίνει γύρω μας. Με αυτήν την παραδοχή θα κληθούμε να αποφασίσουμε δίχως αντίληψη ή γνώση των πραγμάτων.
[19] Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει πως έχει ένα τέτοια πρόγραμμα. Θα το μελετήσουμε προσεκτικά.
[20] Το ζήτημα χρήζει μιας ειδικής και αναλυτικής μελέτης από πολλές πλευρές. Σήμερα δε το πρόβλημα μετανάστες και οικονομία είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν έχει απαντηθεί και παραμένει ανοικτό προς διερεύνηση. Υπάρχουν οφέλη και κόστη, στην παρούσα συγκυρία τα οποία παραμένουν αδιευκρίνιστα. Το βέβαιο είναι πως οι δουλέμποροι, οι συμμορίες, και οι ντόπιοι εκμεταλλευτές φτηνής εργασίας είναι ωφελημένοι. Το ΑΕΠ έχει ενισχυθεί με μαύρη εργασία και παραοικονομία αλλά οι εκροές συναλλάγματος, το κόστος ασφάλειας, και η ηθική σήψη έχουν ένα τεράστιο κόστος.